“Έχει χρώμα ο…  έρωτας;”, μία νουβέλα της Γεωργίας Κοκκινάκη

Καλωσορίζουμε απόψε στη Λόγω Γραφής μία νέα συνεργάτιδα, την Γεωργία Κοκκινάκη. Είναι ιδιαίτερη η χαρά μου που θα φιλοξενήσουμε σε πρώτη δημοσίευση τη νουβέλα «Έχει χρώμα ο… έρωτας;», αφενός γιατί δίνουμε για ακόμα μία φορά «στέγη» σε μία νέα λογοτέχνιδα και αφετέρου γιατί με τη Γεωργία μας συνδέουν κοινοί τόποι και άνθρωποι, μνήμες αγαπημένες ανεξίτηλες, μιας και υπήρξαμε συμμαθήτριες μα και γειτονόπουλα στα παιδικά μας χρόνια.

Της εύχομαι μέσα από την καρδιά μου καλοτάξιδο αυτό της το έργο και την ευχαριστώ με ιδιαίτερη συγκίνηση που στα δικά μου χέρια το εμπιστεύτηκε για να το «περπατήσω» στους αναγνώστες.

 

Κατερίνα Ευαγγέλου Κίσσα

 

 


Μέρος 1ο

Το απομεσήμερο καθόταν συνήθως κάτω από την μεγάλη ελιά με ένα ποτήρι καφέ στα χέρια της. Στο πλακόστρωτο έξω από την πόρτα του σπιτιού της  είχε στήσει ένα τραπεζάκι καφενείου και δύο παλιές καρέκλες στο χρώμα του γαλάζιου. Το τραπεζάκι το είχε διακοσμήσει η ίδια. Μικρά κομμάτια από σπασμένα πλακάκια  συνέθεταν ένα όμορφο μοτίβο στις αποχρώσεις του μπλε, του πράσινου και του κίτρινου.  Ευθεία μπρος της αχνοφαίνονταν η θάλασσα.

Πριν από ένα χρόνο σχεδόν ήταν που την ειδοποίησε ο δικηγόρος να πάει στο γραφείο του για να μιλήσουν για κάτι σημαντικό. Η μέρα στο Λονδίνο ήταν για άλλη μία φορά βροχερή. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι νερό. Βράχηκε ως το κόκκαλο και  αναθεμάτισε την ώρα που επέλεξε να φορέσει το στενό της  ταγέρ και τις ψηλοτάκουνες γόβες. Ο δικηγόρος  την καλωσόρισε στην είσοδο και πέρασαν μαζί στο γραφείο του.  Άνοιξε ένα μεγάλο φάκελο και αφού ξερόβηξε, μάλλον για να καθαρίσει το λαιμό του, άρχισε να διαβάζει….

«…. Έτσι, μην έχοντας τέκνα και από το δεύτερο γάμο μου, εγώ, η Μελπωμένη Συρίγου του Ευάγγελου, αφήνω  στην πολυαγαπημένη κόρη της μακαρίτισσας της αδερφής μου Ιουλίας Συρίγου του Ευάγγελου, το σπίτι μου στο νησί  στην  Άνω Χώρα καθώς και το περιβόλι με της ελιές  στην κάτω παραλία στην περιοχή Μεσσαρά. Της αφήνω επίσης το ποσό…»

Το μυαλό της κιόλας ταξίδευε στο παρελθόν. Περνούσε τα καλοκαίρια της στο νησί όταν ήταν μικρή. Θυμόταν την θεία της, την αγαπημένη της θεία να της χαμογελά κάθε πρωί. Της είχε σταθεί καλύτερα και από μητέρα. Οι δικοί της είχαν μεταναστεύσει από καιρό στο Λονδίνο. Εκεί ο πατέρας της κατάφερε να βρει δουλειά σε ένα εστιατόριο σαν μάγειρας. Αργότερα πήρε και τη μητέρα εκεί, στη λάντζα, και εκείνη από τα δέκα είχε μάθει να μένει μόνης της στο σπίτι. Έμαθε να είναι υπεύθυνη! Διάβαζε. Κλείδωνε καλά τις πόρτες και διάβαζε. Τακτοποιούσε το σπίτι και σιγά σιγά άρχισε να μαγειρεύει κιόλας. «Έκλεβε» από αυτά που έφτιαχνε η θεία τα καλοκαίρια στην κουζίνα της στο νησί και τα σημείωνε σε ένα μικρό σημειωματάριο. Υλικά, εκτέλεση και εικόνα! Εικόνα που ζωγράφιζε με τα μικρά της χεράκια και που δεν παρέπεμπε απαραίτητα στη συνταγή.

Της άρεσε πολύ να ζωγραφίζει. Η ζωγραφική ήταν η απόδρασή της. Ήταν ένα ατελείωτο ταξίδι έξω από την πόρτα του σπιτιού της μακριά από την ομίχλη και την καταχνιά του Λονδίνου. Ένα ταξίδι με τα φτερά ενός γλάρου πάνω από θάλασσες. Μία βαρκάδα με ένα χαμογελαστό ψαρά κοντά σε μία χρυσή αμμουδιά. Ένα αχνιστό πήλινο σκεύος που βγαίνει από τον καυτό πετρόχτιστο φούρνο και σου ζεσταίνει ως και την ψυχή.

Τι θα ήμασταν χωρίς τις αναμνήσεις; Άδειοι, κενοί… Ζούσε με τις μυρωδιές, τους ήχους και όλα όσα ζούσε τα καλοκαίρια στο νησί. Έμπαινε μόνη στο αεροπλάνο, ασυνόδευτη και μόλις άνοιγε η πόρτα και της χτυπούσε το πρόσωπο το καυτό αεράκι, ανάσαινε βαθιά σαν να ήθελε να κερδίσει το χαμένο χρόνο και να ξορκίσει τον χειμώνα.

Ο χρόνος περνάει όπως ανοιγοκλείνουμε τα βλέφαρά μας… Οι προσπάθειές της στέφτηκαν με ένα πτυχίο και μάλιστα είχε την τιμή να βγάλει λόγο ως  αριστούχα του έτους, στο Πανεπιστήμιο. Οι γονείς της την καμάρωσαν από τις πρώτες θέσεις του αμφιθεάτρου και έπειτα τη γέμισαν φιλιά και λουλούδια! Στο εστιατόριο που δούλευαν στήθηκε ένα παραδοσιακό ελληνικό γλέντι όπου έφαγαν και χόρεψαν ως το πρωί.

Η ζωή επιφυλάσσει όμως εκπλήξεις… Μετά το γέλιο… ο θρήνος. Τα νέα τα έμαθε από την τηλεόραση. Άλλη μία βομβιστική ενέργεια στο κέντρο της πόλης, δίπλα στο μετρό. Δεκαπέντε άνθρωποι σκοτώθηκαν και εννιά χαροπάλευαν στα νοσοκομεία της πόλης. Μεταξύ των δεκαπέντε… ο πατέρας και η μητέρα. Μαζί στη ζωή, μαζί στη βιοπάλη, μαζί και στο θάνατο. Βούλιαξε. Χώθηκε μέσα σε ένα κατάμαυρο πέπλο. Πέρασε στην αδράνεια. Χάθηκε μέσα στα όνειρά της και τα ταξίδια με το νου. Αυτή την φορά τα όνειρα ήταν εφιάλτες και τα ταξίδια αβάσταχτα, γεμάτα πόνο και θλίψη. Μετά ήρθε ο θυμός. Ένας θυμός σαν τα κύματα που σκάνε ανελέητα στα βράχια. Ένας άγριος θυμός, σαν την φουρτούνα που τσαλακώνει τη θάλασσα και πετάει σαν καρυδότσουφλα τα καράβια στις ξέρες. Αυτός ήταν που την έβγαλε από την αδράνεια. Την πείσμωσε! Σαν φάρος της φώτισε ένα νέο δρόμο. Ο δρόμος της Αρετής είναι δύσβατος, μα εκείνη θα τον διάβαινε με ψηλά τον κεφάλι. Ήταν το χρέος της! Το χρέος προς τους γονείς της. Θα πάλευε, όπως πάλεψαν και εκείνοι στη ζωή τους. Αυτή ήταν η κληρονομιά που της άφησαν. Η θέληση και η δύναμη. Η αυτοπεποίθηση και η αυτοδυναμία.

Οι πίνακες που ζωγράφισε μετά το χαμό ήταν… άγρια θλιβεροί. Μαύροι ουρανοί με κατακόκκινα σκούρα σύννεφα σε έναν κόσμο ταραγμένο. Μία φύση που λες και εκδικούνταν ότι ζωντανό υπήρχε πάνω της. Οι θάλασσα καταβρόχθιζε τις βάρκες και ο θρήνος των ανθρώπων σου έσκιζε την ψυχή. Μα να που ήρθε η νηνεμία. Η νηνεμία στην ψυχή και στη ζωγραφική της. Η φύση γαλήνεψε και έβαλε στην αγκαλιά της όλα τα πλάσματα. Η ζωή είναι σαν τη θάλασσα.  Εύκολα σε παρασύρει και σαν Σειρήνα σε τραβάει με το τραγούδι της κοντά της. Όμως πρέπει να προσέχουμε το τραγούδι της Σειρήνας…  Αν μας παρασύρει, δε θα μπορέσουμε να γυρίσουμε στην πραγματικότητα… Μη μας παρασύρει… Οι ρουφήχτρες της θάλασσας ρουφούν τα καράβια, ρουφούν τις ελπίδες, ρουφούν τα όνειρά μας πριν τα κάνουμε πραγματικότητα. Εκεί μας οδηγούν οι Σειρήνες.

Η δουλειά της στην εταιρεία της πρόσθεσε -εκτός από ένα μεγάλο ποσό στην τράπεζα-  αναγνωρισημότητα. Οι επιτυχίες της την έκαναν γνωστή στο χώρο των μέσω μαζικής επικοινωνίας και του μάρκετινγκ. Οι ανταγωνιστές «σφάζονταν στην ποδιά της» και οι προτάσεις έπεφταν η μία μετά την άλλη. Δεν την άγγιζαν οι προτάσεις αυτές. Έκανε όσο πιο καλά μπορούσε αυτό που ήξερε και βιαζόταν κάθε μέρα να βρεθεί σε έναν άλλο, παράλληλο κόσμο, τον δικό της. Έναν κόσμο ανάμεσα στα πινέλα της, τα καβαλέτα της… Τα χρώματα πάντα συνόδευαν τη ζωή της. Τα παγίδευε λες στο μυαλό της και έκρυβε στο κλουβί της μνήμης της και τα έβγαζε ένα ένα σαν πολύτιμο θησαυρό, σαν βάλσαμο.

Επούλωνε τις πληγές της με το βάμμα του κόκκινου, βούταγε το πινέλο σε τολμηρά χρώματα και γέμιζε τους ουρανούς της τη μέρα ώσπου τα ντροπαλά και δειλά χρώματα να έρθουν τη στιγμή που ο ήλιος αποχαιρετά τον κόσμο της για να ζεστάνει κάποιον άλλο. Τα φύλλα της ελιάς έσμιγαν ερωτικά και με σύννεφα και το αεράκι απαλά τα έσπρωχνε σε έναν τρυφερό χορό. Οι καρποί του έρωτά τους γέμισαν πήλινα δοχεία που συναγωνίζονταν εκείνους του θεού Διόνυσου. Πουλιά σκορπούσαν τις ρώγες που μεταμορφώνονταν σε βελούδινα ροδοπέταλα πάνω στα μάγουλα νεαρών κοριτσιών. Η αποθέωση της ελληνικής φύσης, της μυθολογίας, της παράδοσης. Σε ένα πάντρεμα μοναδικό που ξαφνικά έφυγε από τα όρια του σπιτιού της. Έγινε όνειρο ζωής η πρώτη της έκθεση. Οι πίνακές της έπρεπε να βρουν τον προορισμό τους. Τους όφειλε μια έκθεση μα όχι μακριά από τον τόπο τους. Έναν μοναδικό τόπο ευλογημένο από έναν ήλιο ολόλαμπρο, βαπτισμένο από μία θάλασσα αγαπημένη και στολισμένη με μικρά και πολλά πετράδια. Ένα από αυτά και το νησί της. Η πατρίδα της, το νησί της. Το Λονδίνο ήταν ένας σταθμός της ζωή της. Κανένας δεν έκανε σπίτι του ένα σταθμό! Όλοι οι άνθρωποι ήταν περαστικοί από εκεί με έναν και μόνο σκοπό. Την αναχώρησή τους! Την αναχώρησή τους προς μέρη όπου οι μοίρα τους καλεί χωρίς να τους ρωτήσει ή σε μέρη αγαπημένα. Η μοίρα τής χρώσταγε το δεύτερο. Το πρώτο ήταν σίγουρη πως το είχε εκπληρώσει με το παραπάνω αφού θυσίασε ότι πολυτιμότερο είχε. Τους γονείς της… και μαζί την παιδική αθωότητά της.

Έριξε μια τούφα από τα μαλλιά της στην πλάτη. Καστανά μαλλιά, σκούρα πράσινα μάτια. Την ενοχλούσε αυτή η τούφα στο πρόσωπο. Μια ατίθαση τούφα, που όμως μπήκε στην θέση της. Όπως πέταξε την τούφα στην πλάτη της έτσι πέταξε σε μια βδομάδα τη ζωή της στην εταιρεία. Η αναγγελία του θανάτου της θείας της, ήταν εκείνο που έβαλε μια τελεία στο δρόμο της μοίρας και της έδωσε το εισιτήριο για τον πραγματικό προορισμό της. Τόσο οι οικονομίες της όσο και το ποσό που της άφησε η αγαπημένη της θείας ήταν ικανοποιητικό για να ζήσει μια άνετη ζωή τα επόμενα… δέκα χρόνια; Ίσως! Κάτι θα έβρισκε να κάνει στην πατρίδα. Ναι! Στην πατρίδα! Θα πήγαινε στο νησί της. Εκεί θα έβρισκε καταφύγιο εκείνη, η ψυχή της, τα όνειρά της και οι πίνακές της.

*

Ο ζεστός αέρας δεν σταμάτησε να παίζει με τις τούφες των μαλλιών της στο αεροδρόμιο της Αθήνας. Ένα ιδιαίτερο καλωσόρισμα που γρήγορα της έφεραν ευθυμία. Με ευθυμία προσπέρασε όλη τη γραφειοκρατία ώστε να κάνει την αποδοχή της κληρονομιάς. Όλα έγιναν πιο φωτεινά όταν κράτησε στο χέρι της το αγαπημένο της κλειδί. Το κλειδί του σπιτιού στο νησί. Το κλειδί της καρδιά της.

Ένα σπίτι, όταν λείπει το αφεντικό του, ρημάζει! Η καλονοικοκυρά είχε φύγει αφήνοντας παντού την αγάπη της για το σπίτι της. Την έβλεπες στα χειροποίητα σεμεδάκια, στα καλοπλεγμένα χαλάκια, στα κεντήματα στους τοίχους… Την θαύμαζες στη λάτρα του σπιτιού, στα τακτοποιημένα με φροντίδα κουζινικά σκεύη. Τόσα πολλά, το ένα πάνω στο άλλο σε μια θαυμάσια ισορροπία μεγεθών και σχημάτων. Το σπίτι αυτό δεν είχε ρημάξει. Μονάχα περίμενε! Περίμενε κάποιον άλλον, γνωστό από παλιά, να το αγαπήσει από την αρχή.

 

[Η νουβέλα «Έχει χρώμα ο… έρωτας;» θα δημοσιευθεί σε οκτώ συνέχειες.

Το 2ο μέρος τη Δευτέρα 27 Ιουλίου, στις 9μ.μ..]

 


 

[Η Γεωργία Κοκκινάκη του Ιωσήφ γεννήθηκε στα Τρίκαλα και έζησε ως τα πρώτα χρόνια του γυμνασίου στο Μουζάκι Καρδίτσας  – μέρος καταγωγής της μητέρας της- και το υπόλοιπο της ζωής της στην Αθήνα, με καλοκαιρινές αποδράσεις στη Κρήτη, τον τόπο καταγωγής του πατέρα της. Σπούδασε στην Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία και έκανε Μεταπτυχιακές Σπουδές στην Οργάνωση και Διοίκηση Σχολικών Μονάδων. Ζει μόνιμα με το σύζυγο και τα τρία τους παιδιά στο Κιλκίς.

Ως εκπαιδευτικός , για τις ανάγκες της δουλειάς της, έχει γράψει ποιήματα, θεατρικά και παραμύθια. Πολλά από αυτά φιλοξενήθηκαν σε εκπαιδευτικά Blogs και αξιοποιήθηκαν από  συναδέλφους. Πρόσφατα ασχολήθηκε με τη συγγραφή νουβέλας και μυθιστορήματος.]

Ίσως σας αρέσει και

2 Σχόλια

  • Μαγδαληνή Μπακαλόπουλου
    21 Ιουλίου 2020 at 00:41

    Φοβερό , έχω γνωρίσει τη δουλειά σου , μέσα από όλα αυτά που έχεις κάνει ως εκπαιδευτικός , αλλά και η γραφή σου είναι συγκλονιστική , διαβάζεται μονορουφι , σημαντικό αυτό , πιστεύω . Περιμένω την συνέχεια με ανυπομονησία , εύχομαι τα καλύτερα!!!

  • Φωτεινή Μαγκουτη
    21 Ιουλίου 2020 at 14:13

    Υπέροχο, καλοτάξιδο.

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music