«Έξω από το γιατρό», γράφει η Στεφανία Ρουλάκη

Καιρό τώρα σκέφτομαι ότι πρέπει  να κάνω κάτι για τον εαυτό μου. Τα χρόνια πέρασαν. Δεν είμαι πια αυτή η φρεσκαδούρα που ήμουν. Και με δεκατρείς μήνες καραντίνα στην πλάτη, ένα στραπάτσο παραπάνω στα μούτρα όλοι το κουβαλάμε, όπως και να το κάνεις.  Α, και δύο μικρά παιδιά εκτός σχολείου στην πλάτη, εκεί να δεις στραπάτσο.

Ο γάμος μου κρέμεται κι αυτός σε μία κλωστή. Ο άντρας μου, συνεχώς γκρινιάζει πως έχω παραμελήσει τον εαυτό μου, εκείνον και τη σχέση μας. Άδικο δεν έχει, αλλά, μόνο το μπαλάκι στη μύτη δεν τρέχω να ισορροπήσω όλη μέρα, κάθε μέρα. Ας μην ανοίξουμε το θέμα του πώς έχει παραμελήσει ο ίδιος τον εαυτό του και τη σχέση μας. Για μένα μιλάμε τώρα. Από πού να το πιάσω, λοιπόν, και πού να το αφήσω; Από όπου και να το πιάσω, λερώνει.

Έβαψα, καταρχήν, την άσπρη ρίζα στο κορακίσιο μου μαλλί, που είναι και το ατού μου. Σουλούπωσα λίγο τη διατροφή μου και προσπάθησα να φοράω τουλάχιστον καθαρά και πιο περιποιημένα ρούχα, γιατί με τα παιδιά, κάτι μπισκότα και ξεραμένες πλαστελίνες συνήθως διακοσμούν το ντύσιμό μου.

Μη νομίζετε πως πέτυχα και πολλά… Στα πενήντα κοντά, το πρόσωπό μου, το έβλεπα καθαρά,  παρέμενε κουρασμένο, ρυτιδιασμένο, τα μάτια πρησμένα από την αϋπνία, το προγούλι μου ήταν μαλακό και ξεχειλωμένο. Πού η τραγανότητα των νιάτων;

«Πρέπει να κάνω κάτι πιο δραστικό» σκέφτηκα. Όχι και πολύ είναι η αλήθεια… Και το τόλμησα! Δευτέρα πρωί έκλεισα ραντεβού με έναν πλαστικό χειρουργό, που μου σύστησε μία φίλη μου, η οποία είχε ακούσει γι’ αυτόν τα καλύτερα. Από την αγωνία μου κατέφτασα αρκετά νωρίτερα στο ιατρείο και η γραμματέας μου είπε ότι, λόγω των περιοριστικών μέτρων εξ αιτίας της πανδημίας, έπρεπε να περιμένω εκτός.

Εκεί, περίμενε και το προηγούμενο ραντεβού. Μία κυρία που, απ’ όσο μπορούσα να καταλάβω μέσα από τη μάσκα που κάλυπτε το πρόσωπό της, ήταν αρκετά μεγαλύτερη από εμένα. Όμως, κάτι με μπέρδευε. Το κούτελο της κυρίας, ήταν ανέκφραστο. Αψεγάδιαστο. Τι να κάνω; Καιγόμουν να μάθω!

-Συγγνώμη, μπορώ να σας ρωτήσω κάτι; Ρώτησα -δεν άντεξα- δήθεν μου και τάχα μου αδιάφορα.

-Παρακαλώ, απάντησε συγκρατημένα η κυρία απέναντι.

-Έχετε ξαναέρθει στον κύριο Λαμπρακόπουλο;

-Ουκ ολίγες φορές, απάντησε με αυτοπεποίθηση η άλλη.

-Και, αν επιτρέπετε, τι έχετε κάνει;

-Τα πάντα, απάντησε ατάραχη η «χειρουργημένη».

-Δηλαδή; Συνέχισα εγώ,  η «απορημένη πρωτάρα».

-Άρχισα με μπότοξ, γύρω στα σαράντα. Έκανα τις σακούλες κάτω από τα μάτια, τη μύτη, τα χείλη, το πιγούνι…

Πω πω! Σκιάχτηκα! «Λες να είναι από τις γυναίκες «ροφούς», που βλέπουμε σε κάτι ντοκιμαντέρ με αποτυχημένες πλαστικές επεμβάσεις;» αναρωτήθηκα. Στο καλό, φοράμε και αυτές τις μάσκες που κρύβουν τα «καυτά» σημεία του προσώπου…

«Άραγε, θα ήταν πολύ να της ζητήσω να βγάλει τη μάσκα της για να δω δείγμα της δουλειάς του γιατρού;» συνέχισε η εσωτερική μου φωνούλα.

«Κι αν οι παρεμβάσεις που έχει κάνει είναι χάλια;» Ζύγισα μέσα μου τη σκέψη κι η απάντηση ήρθε αυτόματα: «Θα το βάλεις στα πόδια!» με συμβούλεψε η εσωτερική μου φωνή.

-Μπορώ να σας ζητήσω μία χάρη; Είπα τελικά ξεροβήχοντας.

-Ορίστε, απάντησε η άλλη κάπως ενοχλημένη.

-Θα σας πείραζε να κατεβάσετε λίγο τη μάσκα σας, να δω το αποτέλεσμα της δουλειάς του γιατρού; Ξέρετε, είναι η πρώτη μου φορά και δεν έχω εικόνα από κάποιον άλλον… Απολογήθηκα.

Η κυρία -πιθανά ροφός-  μου έριξε μια διερευνητική ματιά  και μετά από κάποια δευτερόλεπτα θριλερικού μαρτυρίου, τράβηξε τη μάσκα της. Η κατάσταση ήταν γκραν γκινιόλ!

-Ω Θεέ μου! Αναφώνησα κι έφερα, αυθόρμητα, το χέρι μου πάνω από το στόμα μου, που ούτως ή άλλως κάλυπτε η μάσκα μου!

Μόλις κατάλαβα τι ξεστόμισα, προσπάθησα να το μαζέψω: «Ω Θεέ μου, τι ωραίο αποτέλεσμα! Πραγματικά εντυπωσιακό!»

-Σας αρέσει; Με ρώτησε η κυρία κολακευμένη, αγνοώντας τις ελλιπείς υποκριτικές ικανότητες μου. Δεν είμαι και η Παξινού, αλλά, εντάξει. Το έσωσα!

-Καλά, το συζητάτε; Αριστούργημα είστε.

Με το «αριστούργημα», η γλώσσα της κυρίας λύθηκε κι άρχισε να ξετυλίγει το κουβάρι του μυστηρίου, για το πώς κατάντησε να μοιάζει με τον Φράνκεσταϊν…

Ξαφνικά, ο φόβος μου έγινε λύπη. Λυπήθηκα τον εαυτό μου και την κυρία απέναντι. Σκέφτηκα ότι δεν ήθελα κάτι τέτοιο. Ήθελα να γερνάω όμορφα και να μπορώ να αποδέχομαι το χρόνο που περνά. Διέκοψα τον μονόλογο της κυρίας λέγοντας:

-Με συγχωρείτε, αλλά ξέχασα την κουζίνα αναμμένη!

Έκανα μεταβολή και κατέβηκα τρέχοντας τις σκάλες.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη