«Έξοδος  Κινδύνου», ένα διήγημα της Μαρίας Πανούτσου για τη λογοτεχνική δράση «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Tον Ryuichi Sakamoto τον βρίσκω υπερβολικά γοητευτικό. Πάντα με γοήτευαν οι Ιάπωνες άνδρες,  αλλά ποτέ δεν προχώρησα σε σχέση,  αν και μου δόθηκε η ευκαιρία  όταν σπούδαζα στο Λονδίνο. Όμως ενδόμυχα, ήθελα να κρατήσω τη δράση αυτής της γοητείας άσβεστη.

Ο Ryuichi Sakamoto,  ειδικά  όσο γερνάει, γίνεται ακόμη πιο  γοητευτικός. Μου θυμίζει όλους τους  ωραίους άνδρες  του ιαπωνικού σινεμά  των  δεκαετιών  του  ’70 και  του ‘80. Δεν  έχανα ταινία και  σχεδόν τον σπούδασα  τον ιαπωνικό  κινηματογράφο.  Οι Ιάπωνες κινηματογραφιστές ήταν  και είναι οι αγαπημένοι μου, μαζί με του Ρώσους μεγάλους  τεχνίτες του σινεμά. Νομίζω πως στο ώριμο  πρόσωπο του  Ryuichi Sakamoto, προβάλλονται όλοι  οι ήρωες του  Ακίρα Κουροσάβα, του Ναγκίσα  Όσιμα ή του Κένζι Μιζογκούτσι, για  να αναφέρω τους  πιο αγαπημένους.

Η ιαπωνική κουλτούρα με είχε απασχολήσει από τα νεανικά μου χρόνια  και έψαχνα τα χνάρια της, ξεκινώντας  χρονικά πριν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και φτάνοντας μέχρι και μετά την δεκαετία του  ’60. Όμως  και  το μεσοδιάστημα  είχε πολύ υλικό που με συνέπαιρνε, εννοώ  ανάμεσα στους δυο παγκόσμιους πολέμους (στη μεταξύ τους  χρονική  περίοδο τόσα  είχαν συμβεί…) αλλά και πολύ μετά  τη βόμβα στη Χιροσίμα και το τέλος του πολέμου.

Καθώς  μάθαινα,  ανακάλυπτα την μορφολογία αυτού του τόπου,  όπου το νερό  ενώνει και χωρίζει. Μαγεύτηκα  ξανά και ξανά, αμέτρητες φορές, από αυτόν τον παράξενο μαγικό τόπο.

Απασφαλίζω τη μνήμη μου και θυμάμαι, σινεμά,  λογοτεχνία, παραδοσιακό θέατρο, πολεμικές τέχνες, μουσική,  ζωγραφική, ποίηση,  χορό  όλα, μα όλα, ήταν όχι απλά  ενδιαφέροντα, ήταν εξαιρετικά νέα και  ανανεωτικά για μένα, πολυσύνθετα και τόσο  μακριά από τη δική μας δυτική παράδοση στις τέχνες – και ακριβώς αυτό  ήταν το πιο  σημαντικό για μένα. Διέκρινα και μου έκανε εντύπωση, ότι ανάλογα την εποχή που εμφανίστηκαν οι τέχνες, ενσωμάτωναν στην έκφρασή τους,  όλα τα φιλοσοφικά και κοινωνικά θέματα που προέκυπταν παγκοσμίως και πως η Ιαπωνία πάντα  είχε σχέση με τη Δύση.

Έτσι δημιούργησα φιλίες,  μελέτησα και σπούδασα,  για να έρθω πιο κοντά σε όλο αυτό που με γοήτευε. Η σπουδή μου στον  πρωτοποριακό χορό τους, το Butoh,  ήταν ένα ακόμη βήμα,  για να κατανοήσω το υπόβαθρο της κοινωνίας και τις αλλαγές που έφερνε ο 20ος  αιώνας. Ο συνθέτης  και πιανίστας Ryuichi Sakamoto,  προέκυψε πολύ αργότερα με τη μουσική του. Τότε  ακόμη δεν γνώριζα  καν την ύπαρξή του.

Δεν ξέρω γιατί έπλασα μια εικόνα για τον ίδιον και  έγραψα το δικό μου  σενάριο για τον άνθρωπο Ryuichi Sakamoto.  Η μουσική του  εν μέρει  με οδήγησε σε αυτό αλλά και το πρόσωπό του καθώς γερνάει.  Με ενδιαφέρει η μεταμόρφωση του ανθρώπου  στο χρόνο. Όπως αλλάζουν  τα τοπία μέσα στους αιώνες,  έτσι και το πρόσωπό μας  πριν εξαφανιστεί για πάντα και γίνει πάλι χώμα, αλλάζει μορφές. Σμιλεύεται ανάλογα  με την διαδρομή της ψυχής του. Το πρόσωπο των ανθρώπων, είναι η πρώτη μας επαφή με τον έξω κόσμο και η τελευταία, σε κάθε αποχαιρετισμό.

Τον Ryuichi Sakamoto, που γεννήθηκε στην  πόλη Νακάνο της  Ιαπωνίας, τον  φανταζόμουν  να επιστρέφει στη γενέτειρά του  λίγο μετά   την ανάρρωσή του  από την σοβαρή ασθένεια που τον κτύπησε, να περπατά στους δρόμους,  να μπαίνει σε μικρά μαγαζάκια, να ακούει στο Jukebox τα  τραγούδια της γυναίκας του,  της  Akiko Yano, να τρώει σε πολύ μικρά ρεστοράν και να πίνει σε υπαίθρια καφέ έναν  καφέ στο πόδι, ή  να  επισκέπτεται  φίλους και συγγενείς που δεν ζουν πια.

Uncage and go on. Μελαγχολικός, μοναχικός, ερωτικός,   ένα πλάσμα  ευγενικό, εσωτερικό,  μεγαλωμένο με την αίσθηση του ποταμού  της πόλης που γεννήθηκε, το νερό που τον νανούρισε και τον παρηγόρησε και που εγώ αναγνωρίζω στο  έργο του τον ήχο του,  όπως  αναγνωρίζω στις πινελιές των Katsushika Hokusai με τα ονειρικά   τοπία, στου Kitagawa Utamaro με τις πανέμορφες γυναίκες,  στην δυτικότροπη  Kiyohara Tama,  τα λουλούδια, τη ζωή της Ιαπωνίας που κινδυνεύει να χαθεί.

Καθώς  παρακολουθώ   τα μουσικά μέρη  από το  Concerto  No 3 In D Minor ή το  Opus  του  Ryuichi Sakamoto,  ξεκινώ το ταξίδι μου. Φεύγοντας  γράφω  σε ένα χαρτί το μήνυμά μου και  το καρφιτσώνω  στην εξώπορτα: «Η Μαρία  δεν μένει πια εδώ».

Υγρό στοιχείο

κυματιστές κινήσεις

απαλά κυλούν

τα ρόδινα πέταλα

και ο νους  αραιώνει

Η μοναξιά του Ιάπωνα είναι χαρακτηριστική. Ένα είδος  μοναξιάς που πηγάζει από μια αυτοπειθαρχία,  αρκετά ξένη προς τη δική μας αντίληψη  για τη μοναξιά.

Νησιά σεισμογενή, μεγάλα και μικρά και χιλιάδες μικρότερα σπαρμένα σε μια θάλασσα, μου εξάπτουν την φαντασία. Η Ιαπωνία, από το να είναι μια ήσυχη φοβισμένη συστάδα νησιών,  η χώρα  των Χρυσανθέμων, η Χώρα  του Ανατέλλοντος Ηλίου, μεταμορφώθηκε από  τους κατοίκους της σε ένα δυνατό σκληρό υλικό, μοναδικό στη γη, όσο εύθραυστη και αν φαίνεται,  σχεδόν απάνθρωπη μπορεί να γίνει, για να υποστηρίξει και να υπερασπιστεί αυτόν τον υγρό τόπο.

Μοιάζει ή εγώ βρίσκω παραλληλισμούς με τις γκέισες; Μοναδικό φαινόμενο – τόσο αδύναμες και λεπτεπίλεπτες,  είχαν τεράστια δύναμη ψυχική και συναισθηματική, αφοσίωση σε αυτό που έκαναν και ήταν πολύ σκληρές με τον εαυτόν τους,  γέννημα και αυτές,  αυτού του τόπου.

Ένας λαός που θαυμάζω και με έλκει με τις αντιθέσεις του, την  αυτοπειθαρχία,  την αυστηρότητα,  την ευαισθησία ψυχής,  που την κρύβει τόσο καλά,  που ξέρει να θυσιάζεται για τους δικούς του,  τον ευάλωτο τόπο του,  την ιστορία του, τη μυθολογία του.

Τον καιρό που ετοιμαζόμουν να πάω στο Τόκιο,  είχα καταγράψει  την πορεία από το  αεροδρόμιο, στο εργαστήρι χορού που θα περνούσα τρεις ολάκερους μήνες.  Έλεγα στον εαυτό μου, στα διαλείμματα των σπουδών, θα  ταξίδευα με το  shinkansen  για να γνωρίσω το Κιότο, την Γιοκοχάμα, την Ναγκόγια, την Οσάκα,  την Χιροσίμα,  την  Φουκουόκα, την Κουμαμότο,  να δω ζωντανά τα τοπία των ταινιών, που τριγυρίζουν ακόμη μέσα στο κεφάλι μου μαυρόασπρα. Όλη η μετακίνησή μου  θα γινόταν με το  τρένο  shinkansen,  το  bullet train, όπως το  αποκαλούν.

Πολλοί ζωγράφοι  έχουν αποτυπώσει το τρένο αυτό,  το πρωτοπόρο.  Μου έλεγε ένας  φίλος πως ταξίδεψε στο  Τόκιο  και στο Λος  Άντζελες  το 2018   για να μην χάσει μια έκθεση με τίτλο ‘ART OF SHINKANSEN’  αφιερωμένη στο  Shinkansen. Και  εγώ, καθώς  χαζεύω μερικά  έργα ζωγράφων με το θέμα αυτό,  διαλέγω ένα, που αποτυπώνεται  το τρένο από  ένα παιδικό χεράκι. Διαλέγω  την ζωγραφιά ενός παιδιού  και την κολλάω στο τοίχο  του  δωματίου μου.

Όταν θα  φτάσω στο  Τόκιο, σκεπτόμουν, ότι στον ελεύθερο χρόνο μου θα εξερευνούσα τις πόλεις  που είχα γνωρίσει από τον κινηματογράφο και θα περιέγραφα με κάθε   λεπτομέρεια  στα  γράμματα στους φίλους, το τρένο  εσωτερικά και εξωτερικά. Την άνεση, την ταχύτητα, την εξυπηρέτηση, τις ευκολίες.  Και όμως το τρένο αυτό  δεν είναι καινούργιο, μπήκε στην κυκλοφορία την 1 Οκτωβρίου του  1964. Θα καθόμουν αναπαυτικά στις αεροδυναμικές πολυθρόνες του,  με τα ακουστικά  στα αυτιά μου και θα άκουγα για πολλοστή  φορά το adanta του  Ryuichi Sakamoto. Το τρένο θα με οδηγούσε εκεί που θα είχα  προγραμματίσει.

Είναι  αξιοθαύμαστο  πως κατόρθωσαν το  πανάρχαιο επάγγελμα της εταίρας, να το μετατρέψουν σε ένα έργο τέχνης, στις  γνωστές  γκέισες,  διατηρώντας όλο το μυστήριο,  την ιερότητα του έρωτα  ακόμη και στον αγοραίο έρωτα,  ή  το χαρακίρι, μια πράξη αυτοθυσίας και διαμαρτυρίας και  αυτοαναίρεσης,  μοναδική  των Ιαπώνων,  που  με υπερβαίνει  και όμως  βλέπω με συμπάθεια και  θετική έκπληξη,  σχεδόν θαυμασμό,  τον  ρεαλισμό  και την πνευματικότητα του κόσμου  αυτού. ‘’Καθήλωσον  εκ του φόβου σου  τας σάρκας μου- από γάρ των κριμάτων σου εφοβήθην’’. [1]

Ο  δικός μου ελληνικός  τρόπος, αντιστέκεται στον  παραδοσιακό  κόσμο της Ιαπωνίας. Βέβαια,  αν πάω μακριά στην ελληνική αρχαιότητα,  θα βρω κοινά στοιχεία αλλά πρέπει  να πάω πολύ πίσω στο χρόνο.  Την  ιερότητα του τυπικού στη  ζωή  και στο θάνατο,  που προϋπήρχε σε όλους του πολιτισμούς, την διακρίνεις αχνά  εδώ και σήμερα ακόμη, έστω και αν τις περισσότερες φορές είναι κρυφή  και ανομολόγητη.  Διαρρηγνύεται ο κόσμος μου, καθώς σκέπτομαι τις  απώλειες αυτές.

τρύπα  έσκαψε

το στέρνο αιμορραγεί

το κορμί  ωχρό

επιστροφή την αυγή

στη χωμάτινη ύλη

Τι περίεργο και αξιοθαύμαστο το πρόσωπό τους! Το πρόσωπο με  τα σχιστά  μάτια! Ίσως   τα μάτια  τους  αυτά, τα στενόμακρα  ανοίγματα,  να είναι η αιτία που βλέπουν με άλλο τρόπο την ζωή,  ίσως τα χέρια τους,  το σώμα  τους,  που είναι μικρό και  ευλύγιστο  και  πιο  κοντά στη γη, να τους μαθαίνει κάτι για  τη ζωή και το θάνατο,  που εμείς  δεν το γνωρίζουμε. Ίσως  ο τόπος τους, τόσο υγρός, να ψαρεύει  όλα τα υποθαλάσσια  τέρατα  του κόσμου και να τα φέρνει στην επιφάνεια…

Πάνω  σε ένα  κομμάτι ρυζόχαρτο,   50cm επί 50cm,    πήρα ένα  πινέλο  λεπτό  και  το βούτηξα στο μελανοδοχείο.   Το μπουκαλάκι  αυτό,  το μελανοδοχείο,  είναι παλιό. Το είχα αγοράσει 20 χρόνια πριν.  Με περίμενε μέχρι να αποφασίσω να  μιμηθώ  με απόλυτη πειθαρχία μια μονοκονδυλιά από μελάνι  σκούρο μπλε, ένα μπαμπού   καλάμι με τους χόνδρους του και  τα  ελάχιστα νεογέννητα φιλαράκια στην κορφή.

Καθώς σχημάτιζα  τις γραμμές  μιμούμενη τους  καλαμιώνες  που έχω δει στη ζωή μου,  άκουγα τη μουσική  του Ryuichi Sakamoto  και  ρίγη διαπέρασαν  το κορμί μου. Η ροή του ποταμού, ο θάνατος των ανώνυμων   κοριτσιών με  το επάγγελμα  της γκέισας  και η χαοτική ανωνυμία της μεγαλούπολης του Τόκιο,  που παραλίγο  να  με  καταπιεί ολάκερη από τη γοητεία της,  με φόβιζαν.

Θα μείνω με τις  κερασιές στους πίνακες,  τις πόρνες  του Κένζι Μιζογκούσι στο  σελιλόιντ,  δεν θα  βιώσω  τη μυρωδιά των μικρών  υγρών πόλεων, ούτε τη μυρωδιά των μεγάλων πολυσύχναστων  πόλεων. Η μουσική  του Ryuichi Sakamoto  θα μου θυμίζει  τη θλίψη  που εδρεύει στις καρδιές αυτού του λαού.

Πώς να περιγράψεις το θρόισμα των φύλλων, χωρίς να φανείς  συναισθηματικός; Το σούρσιμο από τα κιμονό των γυναικών σε δρόμο λασπωμένο μέρα βροχερή ή το άνοιγμά  των παραθύρων την άνοιξη  ή την αγριάδα της θάλασσας  του Ειρηνικού Ωκεανού, που βρέχει  τις ακτές του νησιού… των νησιών   αυτής της  συστάδας  ανθρώπων.

Είδα στο όνειρό μου ότι ταξίδευα μέρες  στην χώρα  του  Ανατέλλοντος Ηλίου με το  shinkansen έχοντας μαζί μου τον Μίκυ Μάους, τον Άλφυ τον αρκούδο μου, τη γάτα μου την Αΐσσά και ότι οι τέσσερεις μας,   μαγεμένοι,  σχεδόν αόρατοι,  μπαινοβγαίναμε  στο τρένο  αυτό και στους σταθμούς, χωρίς να μας σταματήσει κανείς.

Ένα ταξίδι στη μνήμη των  καλλιτεχνών που δεν ζουν πια,  να δουν  την Ιαπωνία να αλλάζει…. Είναι σοφή η φύση, καταλαβαίνετε γιατί το λέω αυτό.

Τα  φώτα του μυαλού μου  δεν χαμηλώνουν ποτέ, όμως κλείνω τα μάτια και αφήνομαι στις μελωδίες του Ryuichi Sakamoto.

Πρέπει να αποκοιμήθηκα με τα ακουστικά  ακόμη στα αυτιά μου. Ήταν, λέει,  ένα  τεράστιο δένδρο με τις φλούδες του  ξερές, έτοιμες να σπάσουν, άκουγα το κρακ- κρακ-κρακ, να  σχηματίζουν  μικρά ποικιλόμορφα  πολυεπίπεδα  σχήματα και ανώμαλους όγκους.  Το δένδρο χανόταν από τη μέση και πάνω,  σαν να είχε κατέβει ο ουρανός και να το είχε καταπιεί. Τα δύο  μέρη  του δένδρου είχαν χωρίσει και   έμοιαζαν με δυο τεράστια πόδια ανοιγμένα ξεδιάντροπα,  ας πούμε  πόδια  ενός γίγαντα  και εκεί  που ενώνονταν τα πόδια,  στα  σκέλια  του δένδρου,  έτσι ονόμασα το ένωμα του δένδρου,   ξεφύτρωνε ένα  φυτό  με πυκνό φύλλωμα τόσο πυκνό που σκέπαζε το σημείο  της ένωσης.

Ένα  φυτό είχε φυτρώσει  ανάμεσα στα δυο πόδια του θεόρατου δένδρου και έμοιαζε με ένα τεράστιο  χέρι  και από τα δάχτυλά του,  ξεφύτρωνε το πυκνό φύλλωμα που  σκέπαζε ό,τι ήθελα  και δεν μπορούσα να  δω…  Ξάφνου  ο ουρανός χάθηκε  και  τότε  εμφανίστηκε ένας τεράστιος άνδρας  με μακριά μαλλιά. Καθώς τα βλέμματά μας συναντήθηκαν, το  τέρας μεταμορφώθηκε   σε έναν  γυμνό φυσιολογικό άνδρα, που κρατούσε  με  τα  χέρια του  ένα  σκούρο  πανί  βουτηγμένο  στο αίμα και μ’ αυτό σκέπαζε τα σκέλια του.  Στο  όνειρο  μιλούσα και φώναζα  τους εναπομείναντες  Αϊνού [2] να μου  μιλήσουν να μου εξηγήσουν, να με βοηθήσουν. Ξύπνησα αλαφιασμένη. Από τη μέση και κάτω πονούσα. Έτρεμα σαν να είχα πυρετό.

Κοίταξα γύρω μου.  Το βαγόνι ήταν άδειο. Μόνο  εγώ  η γάτα μου η Αΐσσά ,  ο Άλφυ  και ο Μίκυ Μάους. Θα έφτανα στο Κιότο σύντομα,  όταν θα  χάραζε η μέρα. Το τρένο με καθησύχασε  τόσο καθαρό, περιποιημένο, σύγχρονο. Έπιασα τα  πόδια μου να τρέμουν ακόμη. Ήμουν κουρασμένη, σκέφτηκα. Ταξίδευα  τρεις μέρες χωρίς ύπνο.

Στην ποδιά  μου είχα το βιβλίο του  Yukio Mishima, που το τελείωσα  την προηγούμενη μέρα.  Καθώς  το αντίκρισα,  το βιβλίο έπεσε στο πάτωμα. Το σήκωσα  και κοίταξα τον τίτλο σαν να μου ήταν ξένο το βιβλίο. «Η εξομολόγηση της μάσκας»  διάβασα  χαμηλόφωνα.

Ολισθηρή γη

ακτινοβόλα ροή

πηλός αλμανάκ

χώμα και νερό πολύ

δυο χέρια το αρπάζουν

Εκείνη τη στιγμή μια κοπέλα μπήκε στο  βαγόνι. Με κοίταξε   αδιάφορα και πήγε  και κάθισε σε ένα από τα διπλανά καθίσματα,  με γυρισμένο το πρόσωπο  προς τα έξω. Ήταν πολύ όμορφη. «Τέτοια ώρα  δεν ταξιδεύουν συνήθως, παρά όσοι εργάζονται»  σκέφτηκα. Άνοιξα πάλι   το βιβλίο  στη σελίδα που είχα   βάλει τον  σελιδοδείκτη.

Το όνειρο ήταν φανερό, είχε σχέση με τον Yukio Mishima.

Αυτή  η σωματοποιημένη πνευματικότητα   στο έργο του, μου έκανε πολύ κακό.  Το παζλ έρχεται και δένει, ολοκληρώνεται σιγά σιγά. Γι’ αυτό με έλκει ο  Ryuichi Sakamoto. Γιατί και αυτός  με τη σειρά του  είχε βαθιά  βιώσει το έργο του Yukio Mishima.

Τον τίτλο   του  έργου  Forbidden colours,  του Yukio Mishima,  δανείζεται  ο  Ryuichi Sakamoto και  συνθέτει  τα δικά του Forbidden colours,  φόρος τιμής  σε έναν από τους μεγαλύτερους Ιάπωνες συγγραφείς  του 20ου αιώνα. Είναι  φανερό, μονολογούσα.  Είναι φανερό.  Το παρελθόν και το παρόν  της νησιωτικής αυτής χώρας  με είχε βαθιά  επηρεάσει. Παρεμπιπτόντως,  Mishima  σημαίνει πηλός.

Στο σακίδιο που είχα  στην πλάτη μου,  βρίσκεις  μόνο    χρήματα και τα χαρτιά μου και  ένα  μικρό πήλινο  δοχείο   φτιαγμένο από τα χέρια μου, δώρο  στο δάσκαλο που θα συναντούσα,  αναφορά στον Mishima.  Ο Yukio Mishima δεν άντεξε  την αλλαγή  που έφερνε ο  νέος κόσμος  στη χώρα του. Πιστός   σε μια Ιαπωνία που έφευγε,  έφυγε  θεληματικά,  αφού είχε  ολοκληρώσει και περικλείσει  στις πράξεις του όλες τις αρχές  της  Αυτοκρατορικής Ιαπωνίας. Κοίταξα αριστερά μου,  εκεί που κάθονταν η νεαρή όμορφη κοπέλα.  Καθώς   ψηλάφιζα από μακριά  το ακίνητο σώμα της,  ένοιωσα ότι ήταν η μετεμψύχωση του  Yukio Mishima, ότι επανήλθε  στο φύλο  που θα  ένοιωθε ίσως λιγότερο τη βία που τον ταλάνιζε.  Το κεφάλι μου πονούσε, ζαλιζόμουν.  Ήθελα να τελειώσει το ταξίδι αυτό όσο γίνεται  πιο γρήγορα.

Το τραίνο που μας μεταφέρει με ιλιγγιώδεις ταχύτητες από το Τόκιο στο Κιότο, θα ήθελα να είναι το τέλος του ταξιδιού μας.  Κιότο  η  πόλη με τις γκέισες. Αυτή η τελετουργία  του ντυσίματος και του μακιγιαρίσματος για να εμφανιστούν στον φιλοξενούμενό τους  και να του πάρουν όλη την κούραση του ρεαλιστικού κόσμου, μεταφέροντάς τον  σε ένα  επίγειο παράδεισο με αυστηρούς κανόνες τελετουργικού, σχεδόν μου φαίνεται  απραγματοποίητο.  Βεβαία τίποτα -ή πολύ λίγα- δεν θυμίζει στο  σημερινό  Κιότο τις  μέρες εκείνες, τις σκοτεινές και τόσο, μα τόσο  λουλουδάτες συγχρόνως.

Πράγματι με  το φως της μέρας,  το Κιότο φαντάζει  μια αδιάφορη  τσιμεντούπολη, παρά τους   βουδιστικούς  του  ναούς,  εδώ και εκεί.  Ο σύγχρονος κόσμος έχει εισβάλει. Κρατώ  τον Άλφυ, την Αΐσσά και τον Μίκυ  Μάους  σφιχτά  στην αγκαλιά μου  και  κατευθύνομαι στην έξοδο κινδύνου.


[1] Ψαλμός  Δαυΐδ

[2] Ainu people: (Αϊνού)  Εθνοτική  ομάδα της Ιαπωνίας


 

Μάθετε περισσότερα για τη λογοτεχνική μας δράση εδώ: «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music