«Έξι αδημοσίευτα ποιήματα», γράφει ο Χρήστος Νιάρος

Κάποια στιγμή με κάποια και στο σινεμά…

 

Και ο έρωτάς μας με μια μυρουδιά νοσταλγίας στα ρούχα του,

μα και σε σχήμα καρδιάς ενώ χαϊδεύει τα όνειρα της νύχτας στο κρεβάτι,

ξημερώνεται και σε ταξίδια αλλοτινών εποχών.

Είναι η κάποια του αυτή σιωπηλή, ταξιδιάρα στιγμή,

που ακόμη και όταν ξεμυτίζει στο καλοκαιρινό αεράκι της μπαλκονόπορτας, παροδικά του παίρνει και τα μυαλά

μα και την κουρτίνα ως πέπλο την φοράει λες και βγαίνει από κάποια ταινία του σινεμά.

Για μια γλυκιά ανανέωση που ενώ ποθεί, αν και δεν το λέει, καίγεται στην κυριολεξία μέσα του από τις εικόνες.

Ακόμη και όταν στα όρθια και στα μπρούμυτα, τον βρίσκει και ο μελλούμενος χρόνος των επιθυμιών της πραγματικότητας,

και σε μιας ακόμη συντομίας τους το κάδρο τον επαναφέρει,

αν και τον απογειώνει του φεγγαριού το χαμόγελο, μα, κτήμα του τον κάνει το τσιμέντο.

Ακόμη οι τοίχοι οι σιωπηλοί της πολυκατοικίας που φαντασία δεν έχουν στις ρωγμές τους γίνονται τα ταξίδια του σινεμά του.

 

 

Καλοκαίρι αναδυόμενο

 

Η βροχή που επιμένει να πέφτει δίπλα μας,

δεν πτοεί τα σκιρτήματα των λέξεων καλοκαιριού.

Ακόμη και όταν μονολογώ εντός μου,

στο σώμα του καλοκαιριού,

νοτίζονται οι στεναγμοί του και στο ταξίδι των αναδυόμενων αισθήσεων,

οι σταγόνες των λέξεών μας στολίζουν τις γυμνές εικόνες της μνήμης.

Καλοκαίρι αναδυόμενο,

τόσο άπειρο μα και τόσο κοντινό,

μα στα νοήματα και στα νήματα των αλμυρών βουτιών μας,

βρίσκω το πραγματικό μου φαίνεσθαι, σταγόνα τη σταγόνα.

 

 

Στην αιώρα του καλοκαιριού

 

Ο χρόνος του καλοκαιριού πέρναγε σαν σκιά στην άδεια πόλη και στα μπαλκόνια της,

και από τους δρόμους του ουρανού πεφταστέρια ηλιοβασιλέματος βρεθήκανε στα πόδια σου.

Η πτώση τους προκάλεσε αναταράξεις,

η αιώρα του καλοκαιριού λικνίστηκε με τα χρώματά του σε ένα μαζί επαφής,

μα ατυχήματα  δεν γίνανε.

Ακόμη και το μικρό σύμπαν της μικρής αυλής και τα όρια του φράχτη της,

βαφτήκανε από αυτή την καλή παλμική συγκυρία των αιωρήσεων ή των συμπτώσεων.

Συντονιστήκανε όπως και να ‘χει το πράγμα,

ακόμη και τα τζιτζίκια στο κορμί της συκιάς που κρεμόντανε η αιώρα,

και όλα μαζί τα σημαινόμενα των κυμάτων αυτών,

στο καλοκαίρι  των ευχών που βγήκανε από τα χείλη μας,

μας βάλανε στο τρυπάκι του χρόνου τους.

Σε μια υγρή αγκαλιά και με ένα φιλί διαρκείας που αιωρείται δοτικά,

σώμα με σώμα μας,

ταξιδέψαμε και αυτό το καλοκαίρι.

 

 

Λησμονιές του ντεκολτέ

 

Το βαθύ σου κόκκινο ντεκολτέ, που κάποτε πλάνεψε τα μάτια και  το χάρηκαν τα χείλη μου,

δεν το λησμόνησα.

Με βασανίζει η αφή του τις νύχτες της απουσίας σου,

καθώς και φορώντας το κάνεις ακόμη πασαρέλα στα όνειρά μου.

Δεν λησμονείται όμως και το δεκάποντο σου στιλέτο,

όταν μεσημέρι, μετά τις τέσσερις, Απρίλης μήνας στο βενζινάδικο της γειτονιάς,

ενώ φούλαρες το τζιπάκι σου σε χάζευα,

με ένα όμως χαμόγελο και πώς χαθήκαμε και δεν άλλαξες καθόλου που είπαμε,

δυο καφέδες και λίγη ζάχαρη αναμνήσεων και με ένα γιατί όχι,

συνταξιδέψαμε και τις εποχές της λύπης μα και τα ηλιοφέγγαρα της γιορτινής ζωής.

Σε χρόνια αλησμόνητα που ντυθήκαμε τις στιγμές και τις πτυχώσεις τους,

πηγαινόερχεται η μνήμη μα και η ρωγμή της,

και καθώς τα σκέφτομαι όλα αυτά αλλά και τα φαντάζομαι πως θα ήταν τώρα,

αν θα χτύπαγες την πόρτα, φορώντας τα, αναστατώνομαι.

Και πού να το πω και πώς να τα λησμονήσω…

 

 

Στον ωκεανό ένα ρεφρέν

 

Στο ρεφρέν της ξενιτιάς στα ξέφωτα του ωκεανού,

όσο και αν παρατηρείς το βάθος του ορίζοντα της πόλης που σε φιλοξενεί,

έχεις τα δυο πόδια σου στο τόπο που σε γέννησε.

Το ρεφρέν ή και η μόνιμη επωδός του,

σε ένα κύμα πελαγίσιο γνώριμο, στον αέρα ενός βουνού και στην αυλή της μάνας σε βγάζει ακαριαία.

Μόνος σου μιλάς, πολλές σιωπές και πίκρες παλεύεις,

μπερδεύεις και τα φωνήεντά σου από την μια αλφάβητο στην άλλη,

λες και είσαι σε επίσκεψη που ήτανε για λίγο αλλά κράτησε για χρόνια.

Αναλογικά και ψηφιακά οι νοσταλγίες φτιάχνουν τις ιστορίες της ζωής σου από την αρχή,

φτερουγίζουν με δώρα στα χέρια και έρχονται απρόσκλητες και εκεί που δεν τις περιμένεις.

Άλλοτε  και από τους  τέσσερις τοίχους και τα παράθυρα του σπιτιού σου κρέμονται σαν βασιλικοί αμάραντοι.

Κοιτάνε τα νιάτα, τα μπουμπούκια της μνήμης σου,

μα και έχουν τις απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα της νύχτας της ξενιτιάς, που σε φιλοξενεί εδώ και χρόνια.

Σιγά σιγά και του ωκεανού η υγρασία εκεί που πάει να περάσει στο μεδούλι σου,

πιάνεις το τραγούδι της ξενιτιάς στα χείλη και ταξιδεύεις την ψυχούλα σου.

Από ημισφαίριο σε ημισφαίριο  κάνεις τις όποιες αποστάσεις του χάρτη της γης, με ένα και μόνο ρεφρέν,

πολύ κοντινές λες και τις αγγίζεις, λες και είσαι στο χωριό.

 

 

Στου τσίρκου το σχοινί

 

Οι ακροβάτες του τσίρκου στο τεντωμένο σχοινί φέρουν το αυτονόητο της εργασίας τους εις πέρας.

Από την μια άκρη μέχρι την άλλη του,

βλέμματα, χειροκροτήματα και επιφωνήματα θεατών ακροβατούν και τους συντροφεύουν.

Και όλοι μαζί πέφτοντας στο δίχτυ προστασίας,

που υπάρχει δια παν ενδεχόμενο ανισορροπίας,

χορεύουν και εκσφενδονίζονται στον ουρανό του τσίρκου.

Τα κάθε λογής του θηρία, γελωτοποιοί και ταχυδακτυλουργοί, αλλάζουν τους ρόλους τους με τους θαμώνες της παράστασης

και βλέπουν τον εαυτό τους πιο καλά.

Χωρίς σχοινιά, φώτα και ισορροπίες, ζουν σε άλλη παράγραφο την τέχνη τους.

 


 

[Χρήστος Νιάρος – Ας γνωριστούμε]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Όσοι αγαπάτε τη γραφή και μ’ αυτήν εκφράζεστε, είστε ευπρόσδεκτοι στη σελίδα μας. Μέσω της γραφής δημιουργούμε, επικοινωνούμε και μεταδίδουμε πολιτισμό. Φροντίστε τα κείμενά σας να έχουν τη μορφή που θα θέλατε να δείτε σε αυτά σαν αναγνώστες. Τον Μάρτιο του 2016 ίδρυσα τη λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω Γραφής», με εφαλτήριο την αγάπη μου για τις τέχνες και τον πολιτισμό αλλά και την ανάγκη ... περισσότερα

Αρχειοθήκη