«Ένας μαύρος χαρτοφύλακας στο Κιότο», ένα διήγημα της Μαρίτας Τυράκη για τη λογοτεχνική δράση «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Μόλις ο Ίαν έφτασε στον σταθμό του τρένου της Φουκουόκα έσπευσε να βγάλει εισιτήριο για το Κιότο. Μέσα σε λίγη ώρα βρισκόταν μέσα στο υπερ-εξπρές shinkansen με προορισμό την πόλη που πριν από δύο χρόνια του είχε αλλάξει όλη του τη ζωή. Βρήκε την θέση του και κάθισε κρατώντας σφιχτά στα χέρια του τον μαύρο χαρτοφύλακά του. Η θέση δίπλα του ήταν κενή αλλά δεν θα τον άφηνε σε καμία περίπτωση οπουδήποτε αλλού πέρα από πάνω του. Το περιεχόμενο τού χαρτοφύλακα ήταν ό,τι πολυτιμότερο είχε και θα έπρεπε να το αποχωριστεί σε λίγες ώρες. Αποφάσισε να τον ακουμπήσει πάνω στα πόδια του, σε όρθια θέση και να τον γείρει προς το στέρνο του, ώστε να ακουμπάει στην καρδιά του. Θα το κρατούσε πάνω του μέχρι την τελευταία στιγμή.

Το shinkansen είχε ξεκινήσει κι ο Ίαν ένιωθε ήδη το στομάχι του να ανακατεύεται από την ιλιγγιώδη ταχύτητα του τρένου. Μετά από αρκετή ώρα που ταξίδευε πάνω στις ράγες του «τρένου – σφαίρα», κατάφερε να κλείσει για λίγο τα μάτια του και να χαλαρώσει. Ο νους του έτρεξε στην πρώτη φορά που είχε επισκεφθεί το Κιότο. Ήταν και τότε μόνος. Εκείνη την περίοδο είχε αναλάβει ένα σημαντικό project σε σχέση με τα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς που προστατευόντουσαν από την UNESCO.  Είχε αποφασίσει, λοιπόν, να ταξιδέψει στην Ιαπωνία με στόχο να γνωρίσει από κοντά τον ναό Τenryu-ji και τον περίφημο Ζεν κήπο του. Ήταν το μνημείο που τον είχε εντυπωσιάσει περισσότερο απ’ όλα κατά την έρευνα του για το έργο που είχε αναλάβει. Πράγματι, όταν είχε δει τον βουδιστικό ναό από κοντά, είχε νιώσει κάτι πρωτόγνωρο. Ο περίπατός του στους φανταστικούς του κήπους του είχε μεταφέρει μια ανεξήγητα θετική αύρα, που ήταν ικανή να αποσυμφορήσει ακόμα και τα πιο μπλοκαρισμένα τσάκρα. Φεύγοντας από την βόρεια έξοδο είχε βρεθεί στο Arashiyama δάσος που ήταν γεμάτο από πανύψηλα μπαμπού δέντρα, που έκρυβαν μέχρι και τον ουρανό. Εκείνο το δάσος ήταν ένα αληθινό θαύμα.

Όλα κυλούσαν όμορφα, μέχρι που αποφάσισε να περιηγηθεί στα γραφικά σοκάκια του Κιότο. Χωρίς να το καταλάβει, είχε βρεθεί σε μια παραδοσιακή συνοικία «χαναμάτσι», γνωστή ως συνοικία των λουλουδιών. Είχε διαβάσει στον ταξιδιωτικό οδηγό ότι εκεί ζούσαν κι εργάζονταν οι πολυσυζητημένες γκέισες. Δεν άργησε να το εξακριβώσει με τα ίδια του τα μάτια. Δεξιά κι αριστερά του περπατούσαν κάθε τόσο πανέμορφες γκέισες, με περίτεχνο μακιγιάζ και πολυδαίδαλα χτενίσματα. Τα πολύχρωμα κιμονό τους, με τις ζώνες τους δεμένες πίσω στην πλάτη τους σε τετράγωνο σχήμα, τις έκαναν να μοιάζουν ακόμη πιο εντυπωσιακές και ψεύτικες, όμοιες με κούκλες που είχαν βγει από έναν άλλον κόσμο. Το μόνο που τον είχε ξενίσει ήταν οι ξύλινες χαμηλές «παντόφλες» που φορούσαν αντί για παπούτσια.

Η περιέργεια του να γνωρίσει καλύτερα τον κόσμο των γκεϊσών τον οδήγησε στην αναζήτηση πληροφοριών για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να κλείσει ένα ραντεβού με μια γκέισα. Ο ταξιδιωτικός οδηγός που είχε αγοράσει πριν ξεκινήσει το ταξίδι του, ενώ βρισκόταν ακόμη στην Πορτογαλία, σε συνδυασμό με τα αρκετά καλά ιαπωνικά του τον οδήγησαν στο Gion Corner, μια επιλογή σχετικά οικονομική, που μπορούσε να αντέξει ο προϋπολογισμός του. Επρόκειτο για ένα κατάστημα με σκηνοθετημένη ψυχαγωγία από γκέισες, που είχε ως στόχο να μυήσει τους τουρίστες στις τελετές τσαγιού, την ανθοδετική, τις μαριονέτες, τη μουσική και τον χορό.

Στο Gion Corner ο Ίαν συνάντησε για πρώτη φορά την Αΐρι. Ήταν η πιο ελκυστική γυναίκα που είχε δει ποτέ. Αυτή η εικόνα θα του έμενε για πάντα χαραγμένη στο μυαλό. Το λευκό μακιγιάζ της, τα κόκκινα χείλη της, τα διαπεραστικά μάτια της, τα λαμπερά, μαύρα μαλλιά της, η αλαβάστρινη επιδερμίδα της… Η Αΐρι εκείνο το απόγευμα είχε δώσει μια καταπληκτική παράσταση. Είχε παίξει έναν ταξιδιάρικο σκοπό στο έγχορδο μουσικό της όργανο και είχε τραγουδήσει σαν αηδόνι. Κατόπιν είχε σερβίρει στους καλεσμένους της τσάι, ακολουθώντας πιστά την πανάρχαια τελετουργία του ιαπωνικού τσαγιού. Είχε λάβει τα εύσημα όλων όσων παρευρίσκονταν εκεί. Ο Ίαν όμως στην πραγματικότητα δεν είχε παρακολουθήσει τίποτε από όλα αυτά. Η αιθέρια ύπαρξή της του είχε στοιχειώσει το μυαλό και δεν τον είχε αφήσει να συγκεντρωθεί ούτε δευτερόλεπτο.

Τις σκέψεις του Ίαν διέκοψε η φωνή μιας μικροκαμωμένης κοπέλας.

«Είστε καλά; Τρέμετε. Να σας φέρω λίγο νερό; Θέλετε μήπως να βάλω τον χαρτοφύλακά σας στο ράφι; Να μπορέσετε να ξεκουραστείτε».

Μόλις η κοπέλα έτεινε τα χέρια της προς τον χαρτοφύλακα, ο Ίαν πετάχτηκε από την θέση του.

«Μην το αγγίζεις! Άσε με ήσυχο!» Ξεφώνισε αναστατωμένος.

Η κοπέλα απομακρύνθηκε με ένα έντρομο ύφος. Ο Ίαν παρατήρησε ότι τα χέρια του ήταν ιδρωμένα. Συνέχισε να κρατάει ακόμη πιο σφιχτά τον χαρτοφύλακά του.

«Γλυκιά μου Αΐρι…» Μονολόγησε.

Χωρίς να το πολυσκεφτεί έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του ένα στυλό και την δερμάτινη ατζέντα του κι έκοψε ένα φύλλο. Ένα τάνκα, όπως η ίδια του είχε μάθει να γράφει, ήταν το λιγότερο που θα μπορούσε να φτιάξει για την γυναίκα που αγάπησε όσο τίποτα στον κόσμο. Οι λέξεις του ήρθαν αμέσως στο μυαλό.

Άγρια μούρα

Αψεγάδιαστος λαιμός

Κόκκινα χείλη

Πορσελάνινη κούκλα

Θα σε ονειρεύομαι

Δίπλωσε στα δύο με ευλάβεια το χαρτί και το έβαλε στην τσέπη του. Έκλεισε τα μάτια του, ξανά έτοιμος να ανατρέξει στα παλιά, σε μια προσπάθεια να καταλάβει που έσφαλλε.

Μετά από εκείνη την παράσταση της Αΐρι, ο Ίαν προσπαθούσε καθημερινά να την προσεγγίσει, άλλοτε πιάνοντάς της την κουβέντα στο δρόμο κι άλλοτε πηγαίνοντας στις παραστάσεις της ως απλός θεατής. Εκείνη αρχικά τον απέρριπτε. Δεν του έδινε την ευκαιρία να ανταλλάξουν την παραμικρή κουβέντα. Ο Ίαν παράτεινε την διαμονή του στο Κιότο. Είχε βάλει σκοπό να την «κερδίσει».

Τελικά, μετά από πολλές προσπάθειες κατάφερε να βγει μαζί της για τσάι. Έκτοτε άρχισαν να περνούν πολύ χρόνο μαζί. Τα πρωινά έκαναν περιπάτους οι δυο τους στο «Μονοπάτι του Φιλοσόφου», συζητώντας για τις ζωές τους και τα απογεύματα τους τα περνούσαν πίνοντας τσάι και ακούγοντας μουσική σε ήχους σαμισέν. Η Αΐρι του ξεκαθάρισε από την αρχή ότι δεν τον έβλεπε ερωτικά. Χρειάστηκε στην πορεία να του το ξεκαθαρίσει μερικές φορές ακόμη, καθώς ο Ίαν δεν τα παρατούσε εύκολα. Μέχρι που δέχτηκε -τουλάχιστον στα μάτια της- το γεγονός ότι το μόνο που θα μπορούσαν να έχουν μεταξύ τους ήταν μια καλή φιλική σχέση. Στην πραγματικότητα δεν το αποδέχτηκε ποτέ. Ωστόσο οι δυο τους ήρθαν όντως πολύ κοντά. Έκαναν καλή παρέα. Η Αΐρι του έμαθε πολλά για την Ιαπωνία. Τον μύησε στην ιαπωνική κουζίνα και του έμαθε τα πάντα για την ιστορία και την παράδοση του τόπου της. Τον βοήθησε ακόμη και να βελτιώσει τα ιαπωνικά του. Κι εκείνος της διηγήθηκε αμέτρητες ιστορίες από τα μέρη που είχε ταξιδέψει, δημιουργώντας της κάθε λογής εικόνες και ξυπνώντας της την ανάγκη να ταξιδέψει.

Η φιλία τους ήταν πολύτιμη και για τους δύο. Ο Ίαν όμως ένιωθε διαφορετικά. Για χάρη της παραιτήθηκε από τη δουλειά του στην Πορτογαλία, εγκαταλείποντας την πολλά υποσχόμενη επαγγελματική του καριέρα κι αναζήτησε νέα δουλειά στην Ιαπωνία. Κατέληξε να δουλεύει σε μια διαφημιστική εταιρεία στην Φουκουόκα. Επισκεπτόταν συχνά το Κιότο για να την βλέπει αλλά κι εκείνη ξέκλεβε συχνά χρόνο από τις θριαμβευτικές εμφανίσεις της στους ιαπωνικούς θιάσους που συμμετείχε, για να συναντάει τον καλό της φίλο.

Ο πρώτος χρόνος μετά την γνωριμία του με την Αΐρι πέρασε κάπως έτσι. Η είδηση του ξαφνικού γάμου της Αΐρι με έναν ηθοποιό σαμουράι, που γνώρισε σε έναν θίασο και τον οποίο ερωτεύτηκε πολύ γρήγορα και παράφορα, ήταν το χειρότερο χτύπημα για τον Ίαν. Στο γάμο της δεν παρευρέθηκε, γιατί δεν μπορούσε να τη δει να στέκεται στο πλάι ενός άλλου άνδρα. Μετά τον γάμο ο Ίαν έπεσε σε βαθιά κατάθλιψη. Η Αΐρι προσπαθούσε να είναι δίπλα του αλλά δεν μπορούσε να του προσφέρει πολλά μιας που αυτή η ίδια ήταν η ανοιχτή πληγή του. Ο δεύτερος χρόνος ήταν δυσκολότερος από τον πρώτο για τον Ίαν. Ώσπου ένα βράδυ η Αΐρι χτύπησε την πόρτα του απελπισμένη μέσα στη νύχτα. Τα μαντάτα ήταν άσχημα αλλά ανακούφισαν την καρδιά του Ίαν μετά από πολύ καιρό. Ο σύζυγος της Αΐρι είχε σκοτωθεί λίγες ώρες πριν σε ατύχημα.

***

Ο Ίαν άνοιξε τα μάτια του. Ένας έντονος ήχος και μετά σιγή. Η μηχανή του τρένου είχε σβήσει. Είχαν φτάσει στον κεντρικό σταθμό Kyoto Station. Ο Ίαν σηκώθηκε απότομα από τη θέση του, κρατώντας πάντοτε σφιχτά τον χαρτοφύλακα και με τα δυο του χέρια. Βγήκε βιαστικά έξω από τον σταθμό και στάθηκε σε μία στάση λεωφορείων. Τα λίγα λεπτά που χρειάστηκε να περιμένει, μέχρι να περάσει το λεωφορείο, του φάνηκαν αιώνας. Ωστόσο, σε λιγότερο από μισή ώρα, είχε φτάσει στον προορισμό του. Στο «Μονοπάτι του Φιλοσόφου». Περπάτησε για λίγη ώρα κατά μήκος του μικρού ποταμιού, εκεί που κάποτε περπατούσε με την Αΐρι. Κάθισε κάτω από μια ανθισμένη κερασιά. Άνοιξε προσεκτικά τον χαρτοφύλακα. Άρχισε να βγάζει από μέσα με αργές, ευλαβικές κινήσεις ανθρώπινα οστά. Τα χάιδευε. Τα ακουμπούσε στο πρόσωπό του. Οι λιγοστοί περαστικοί που περνούσαν από δίπλα του, έδειχναν να αγνοούν αυτό το παρανοϊκό σκηνικό. Ήταν συνηθισμένος στην αδιαφορία. Ποτέ κανείς δεν είχε νιώσει τον πόνο του. Ακόμη κι όταν άρχισε να χάνει τα λογικά του, δεν βρέθηκε ούτε ένας άνθρωπος να τον νοιαστεί. Ούτε καν εκείνη. Σε εκείνη όμως δεν μπορούσε να κρατήσει κακία. Όλο τον υπόλοιπο κόσμο μπορούσε να τον κατηγορήσει. Όλους εκτός από εκείνη. Ο Ίαν άρχισε να πετάει τα ανθρώπινα οστά ένα-ένα μέσα στο ποτάμι. Κάθε οστό της Αΐρι ήταν και μια αβάσταχτη απώλεια γι’ αυτόν. Στο τέλος έμεινε να κρατάει την παγωμένη καρδιά της. Είχε αναγκαστεί να ξεσκίσει το στέρνο της για να καταφέρει να την κρατήσει στα χέρια του. Από εκεί ξεκίνησε ο τεμαχισμός της. Ο Ίαν ακούμπησε την καρδιά της Αΐρι πάνω στην δική του. Ύστερα την πέταξε μέσα στο ποτάμι που την παρέσυρε αμέσως μακριά του. Ό,τι είχε απομείνει από την αγαπημένη του είχε ήδη χαθεί μέσα στο ποτάμι. Και μαζί είχε χαθεί κι ο οποιοσδήποτε λόγος ύπαρξής του. Ξέσπασε σε κλάματα.

Θυμήθηκε στιγμή προς στιγμή το προηγούμενο βράδυ που έπνιξε με τα ίδια του τα χέρια την Αΐρι. Τα τελευταία λόγια της ήταν ο μοχλός που ενεργοποίησε την τρέλα του μυαλού του και την άφησε να ξεχυθεί σαν χείμαρρος από μέσα του. Η Αΐρι του εξομολογήθηκε ότι ο μόνος άντρας που είχε αγαπήσει πραγματικά ήταν ο σύζυγος της κι ότι χωρίς αυτόν ένιωθε πεθαμένη. Ο Ίαν δεν μπορούσε να πιστέψει πως η δολοφονία του άντρα της, που τόσο καλά είχε σχεδιάσει, δεν ήταν αρκετή για να πέσει στην αγκαλιά του η Αΐρι και να γίνει για πάντα δική του. Τύλιξε τα χέρια του γύρω από τον λαιμό της. Ήταν απαλός. Εκείνη έμεινε ακίνητη σαν να περίμενε καρτερικά το τέλος της. Έσφιξε τα χέρια του όσο πιο δυνατά μπορούσε. Η Αΐρι άφησε την τελευταία της πνοή μπροστά στα μάτια του. Έπεσε κάτω σαν κούτσουρο. Κι εκείνος έμεινε από πάνω της να την κοιτάζει. Τον τρόμαξε η ιδέα ότι αυτή η εικόνα της έμοιαζε με πίνακα. Έσκυψε πάνω από το πρόσωπό της, όλο λαχτάρα να ακουμπήσει τα κόκκινα χείλη της.

Το μόνο φιλί που κατάφερε ποτέ να της δώσει, ήταν ενώ εκείνη κείτονταν νεκρή στο πάτωμα του σπιτιού του. Η επιδερμίδα της παρέμενε το ίδιο λευκή. Το βλέμμα της όμως ήταν κενό. Άδεια μάτια. Μια πορσελάνινη κούκλα.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Πλέον ζει μόνιμα με την οικογένειά της στο Μουζάκι Καρδίτσας. Γράφει από μικρό παιδί, όμως μόνο όταν ήρθε στη ζωή το δικό της παιδί ένιωσε ότι μπορεί να μοιραστεί τις λέξεις της, τις εικόνες της. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Management Organizational Behavior. Μιλάει και γράφει άπταιστα την αγγλική και κάνει φιλότιμες προσπάθειες για την ιταλική. Σπουδάζει κλασικό πιάνο. Περισσότερα...

Αρχειοθήκη