«Reproduction», γράφει η Λένα Μαυρουδή-Μούλιου

«Καλημέρα κυρ. Χρήστο. Κρύο σήμερα, ε;

Έλεγα ότι σήμερα ίσως και να μην άνοιγες το Μουσείο».

«Έτσι όπως τα λες. Μα είμαι υπάλληλος και η δουλειά μου αυτή είναι, με κρύο, με ζέστη, πρωί απόγευμα, Χειμώνα, Καλοκαίρι».

«Καλό το αερόθερμο; Κάνει τίποτα ή θα πουντιάσεις ΄δω μέσα παρέα με τόσους ζωγράφους;»

«Κυρ΄ Δημήτρη μπορεί εγώ ζωγράφος να μην είμαι σαν εσένα και να μη ξέρω να τραβήξω δύο γραμμές που λένε, αλλά τη ζωγραφική έμαθα να την αξιολογώ τόσα χρόνια στη δουλειά αυτή. Και οι ζωγράφοι που λες, πράγματι μου κάνουν παρέα και ας το είπες εσύ χαριτολογώντας….

Κάθε πίνακας έχει να μου πει μιαν Ιστορία και τον φαντάζομαι τον φίλο Μακαρίτη ζωγράφο, (οι περισσότεροι Μακαρίτες είναι και οι πίνακες είναι από δωρεές) να εμπνέεται από κάτι ωραίο.

Ξέρεις τι δεν μου αρέσει κυρ΄ Δημήτρη; Τι σιχαίνομαι; Τις reproductionς.

Γιατί βρε ευλογημένε ζωγράφε χαραμίζεσαι με τις αντιγραφές, αφού έχεις τόσο ταλέντο; Δεν μπορείς τουλάχιστον να μιμηθείς τον ζωγράφο στον τρόπο σκέψης του; Για τον καθένα από τους Μεγάλους μας υπάρχουν του κόσμου τα βιβλία γραμμένα. Διάλεξε έναν που να σου αρέσει μελέτησέ τον εμπνεύσου και ζωγράφισε κάτι ανάλογο με τον  πίνακα της αρεσκείας σου. Και το έργο θα είναι ΔΙΚΟ σου.

Κάποτε οι ζωγράφοι, για να πετύχουν το χρώμα που ήθελαν και τις διάφορες αποχρώσεις του, ήταν οι ίδιοι και χημικοί. Έπαιρναν χρωστικές ουσίες από φυτά, από και εγώ δεν ξέρω πού αλλού, για να σου πω την αλήθεια, και η μπογιά που έφτιαχναν είχε τη δική τους σφραγίδα. Και η αντοχή της στο πέρασμα του Χρόνου ήταν και αυτή σήμα κατατεθέν τους. Τώρα, κι΄ ενώ υπάρχουν του κόσμου οι ευκολίες στα χρώματα στην ποιότητα την επιστημονικά διαπιστωμένη, με τις μύριες όσες αποχρώσεις, η reproduction και σήμερα καλά κρατεί. Αυτό είναι που με κάνει να απορώ.

Κάνοντας μια αντιγραφή ποιον ξεγελάς; Θα πεις σε μένα τον ειδικό ότι αυτό που βλέπω είναι Παρθένης τη στιγμή που τον έχεις φτιάξει ΕΣΥ ή κάποιος άλλος ταλαντούχος αντιγραφέας;

Δεν γίνεται.

Η κυρά Κατίνα που θα θελήσει να τον αγοράσει θα σου δώσει τα χρήματά της λίγα ή πολλά   υποπτευόμενη ακόμη και αυτή, ότι μπορεί να μην είναι και γνήσιος. Δεν θα ρωτήσει κάποιον ειδικό, κάποιον έμπειρο, να της δώσει τα φώτα του;

Να, εμένα π.χ., ξέρεις πόσες φορές με έχουν συμβουλευτεί για κάτι τέτοιο;

Δεν θυμάμαι ούτε μια φορά να έπεσα έξω στην εκτίμηση για το προς αγορά έργο.

Ξεχωρίζω το γνήσιο, το αυθεντικό, από ορισμένες λεπτομέρειες που δεν θα σου τις πω κυρ Δημήτρη μου. Είναι τα μυστικά όπλα της δουλειάς μου σφυρηλατημένα από τα πολλά χρόνια της επαφής μου με τόσους και τόσους διάσημους ζωγράφους ή μη….»

«Και όμως αγαπητέ κυρ Χρήστο υπάρχουν reproductioners που ξεγέλασαν και ξεγελούν και σήμερα ακόμη με την απαράμιλλη τέχνη τους ακόμη και τους ειδικούς έως ότου ανακαλυφθεί η απάτη. Και αυτό, από ένα τυχαίο γεγονός».

«Συμφωνώ απολύτως.

Όσο πιο πολλά τα έργα του διάσημου ζωγράφου τόσο καλύτερα μπορείς να ξεγελάσεις με μια reproduction.

Π.χ. ένας οικογενειακός μας φίλος βιομήχανος και νεόπλουτος, (περίεργο αλλά εν καιρώ Κρίσης, υπάρχει και αυτή η κατηγορία ανθρώπων παράλληλα με την κατηγορία των νεόπτωχων που είναι η μεγαλύτερη), ήταν φιλότεχνος μεν αλλά ολίγον αφελής και εύπιστος. Λάτρης της ζωγραφικής.

Σαν καλός επιχειρηματίας ήταν μεν φιλότεχνος ήθελε όμως και να επενδύσει το χρήμα του σε κάτι που το αγαπούσε με πάθος.

Στον κύκλο του, και όχι μόνο σε αυτόν, γνώριζαν την αδυναμία αυτού του γνωστού μου πλούσιου και κάθε τόσο του παρουσίαζαν και έναν καινούριο πρωτοεμφανιζόμενο ζωγράφο.

Αν τού άρεσε το έργο, τον αγόραζε επί τόπου τοις μετρητοίς και το ανερχόμενο αστέρι είχε την υψίστη τιμή να δει το έργο του κρεμασμένο στον τοίχο μιας μικρής ιδιωτικής συλλογής του βιομηχάνου.

Μεταξύ των αγνώστων καλλιτεχνών της συλλογής του, υπήρχαν και 5-6 τρανταχτά ονόματα της εγχώριας τέχνης.

Παρθένης, Μόραλης, Φασιανός, Μυταράς. Ένας παλιός Βολανάκης και άλλοι.

Ο φίλος μας τους καμάρωνε και βέβαια περιποιούταν μεγάλη τιμή για τους νεότερους το να κάνουν τα έργα τους παρέα με τόσο σεβαστά ονόματα, σαν να έπαιρναν λάμψη από την λάμψη τους.

Κάποτε ο φίλος αυτός, έκανε κάτι σαν γιορτή με την ευκαιρία της αγοράς μιας σειράς πινάκων νέων καλλιτεχνών κυρίως και των εγκαινίων ενός μεγαλύτερου χώρου εκθεμάτων. Είχε δώσει γερά λεφτά σε έναν Μουσειολόγο, ο οποίος ανεδείκνυε τον κάθε πίνακα με τρόπο ξεχωριστό.

Επρόκειτο πια, για μια ενδιαφέρουσα γωνιά Τέχνης και ο βιομήχανος την καμάρωνε όπως καμάρωνε τα παιδιά του τα οποία παιδιά του όμως δεν είχαν κληρονομήσει καμία αρετή φιλοτεχνίας από τον πατέρα τους.

Στα διαμερίσματά τους οι τοίχοι ήταν γεμάτοι με… αφίσες καλλιτεχνικών συγκροτημάτων, αθλητών, ποδοσφαιρικών ομάδων και ούτε ένας ζωγράφος παλιός ή νέος δεν κοσμούσε τα δωμάτιά τους!…

Λοιπόν, έστειλε προσκλήσεις σε ζωγράφους παλιούς και νέους, σε σχετικούς της Τέχνης μα και σε άσχετους, απ’ αυτούς που μένουν ενεοί μπροστά σε έναν πίνακα μοντέρνο ή κλασικό, και ανάθεμα κι΄ αν ξέρουν τι είναι αυτό που βλέπουν μπροστά τους.

Πήρα και εγώ μια τέτοια πρόσκληση και πολύ χάρηκα που θα πήγαινα.

Τόσον καιρό, λόγω του ίδιου ωραρίου με αυτό της δικής μου εργασίας με την ιδιωτική του συλλογή, όλο προσπαθούσα να την επισκεφτώ και πάντα η επίσκεψη ματαιωνόταν.

Επ΄ ευκαιρία λοιπόν των εγκαινίων που θα έκανε ο φίλος μια Κυριακή απόγευμα που το μουσείο ήταν κλειστό, πήγα κι‘ εγώ, περίεργος και δεν το κρύβω, ελαφρώς έως πολύ κουμπωμένος.

Με το που είδα τον οδηγό έργων που συνόδευε την πρόσκληση, διαφώνησα πλήρως που ο φιλότεχνος πλούσιος ανακάτεψε διάσημους με νέους καλλιτέχνες.

Αυτό ήταν σαφώς υπέρ των Νέων, αυτοί είχαν να κερδίσουν από τη μίξη αυτή.

Οι παλιοί όμως έχαναν ένα μέρος της λάμψης τους. Μα σκέφτηκα μετά, και τι πείραζε;

Μήπως ο Χριστιανός θα έβγαζε τα έργα του σε πλειστηριασμό; Τι ήταν; Το Tiffany’s ή τo Sothby’s του Λονδίνου;

Ο άνθρωπος, απ’ όποια οπτική γωνιά και αν έβλεπε κανείς το hobby του, ήταν αξιέπαινος. Με τα λεφτά του που δεν τα χρώσταγε και σε κανένα, έφτιαξε μια αίθουσα Τέχνης που θα την ζήλευαν πολλοί επαγγελματίες και όχι amateurs σαν αυτόν.

Εντυπωσιάστηκα.

Η μόνη επιφύλαξή μου ήταν η μίξη που σου είπα και πριν  κύριε Δημήτρη, των παλιών με τους καινούριους.

Περιδιάβαινα λοιπόν τις αίθουσες όταν μου τράβηξε την προσοχή ένας και μοναδικός Παρθένης που υπήρχε στο κέντρο ακριβώς ενός τοίχου και γύρω του νέοι ζωγράφοι που ταίριαζαν απόλυτα με τη θεματολογία  του παλιού ζωγράφου. Ναι μεν το ανακάτεμα αυτό ήταν υπέροχο αλλά: «Λυπάμαι φίλε μου γι΄ αυτό που θα σου πω, μα ο Παρθένης σου ΔΕΝ  ΕΙΝΑΙ ΓΝΗΣΙΟΣ».

Φοβήθηκα ότι θα τον χάναμε το βιομήχανο από καμιά ανακοπή. Και εγώ ο άχρηστος έτσι έπρεπε να το πω στον φιλότεχνο;

Λέγονται αυτά τα πράγματα έτσι απότομα;

«Συγγνώμη Φίλε μου ναι μεν δεν κάνω λάθος, αλλά έχεις κοντά σου τόσους ειδικούς ρώτησέ τους».

«Μα πώς; Ο Τάδε ειδικός, μεσολάβησε για την αγορά του και με την προτροπή του τον αγόρασα. Μου κόστισε μια μικρή περιουσία.

Εγώ θα το ερευνήσω μεν το θέμα αλλά εσύ, σε παρακαλώ μη πεις ακόμη τίποτα σε κανέναν. Θα εκτεθώ, και όλο μου το έργο θα απαξιωθεί.

Όμως για πες μου, πώς κατάλαβες ότι είναι reproduction; Να γινόταν να τον αντιπαραβάλω με τον γνήσιο, να δω ποια είναι η διαφορά».

«Το πιο πιθανό αγαπητέ μου είναι να μην υπάρχει η παραμικρή διαφορά ίσως δε τούτο το δικό σου να είναι και καλύτερο από το αυθεντικό. Μα φευ δεν είναι Παρθένης και η  αξία του; στο εκατομμυριοστό του γνήσιου.! Όπως συμβαίνει με όλα τα αντίγραφα άλλωστε.

Έχω έναν δικό μου τρόπο να ανακαλύπτω μιαν απάτη. Δεν μου τον δίδαξε κανείς παρά μόνον η οξυμένη μου παρατήρηση και η επαφή μου με τόσα έργα όλα αυτά τα χρόνια της ζωής μου.

Είναι για μένα τόσο δυνατή η αίσθηση του μη γνήσιου πίνακα που θαρρείς ότι ακούω την διαμαρτυρία του ζωγράφου για την πλαστογραφημένη υπογραφή του σε έναν πίνακα που αυτός δεν έχει βάλει πινελιά.

Κάθε δε φορά που βρίσκομαι μπροστά σε ένα τέτοιο πλαστό έργο η συνείδησή μου επαναστατεί και μου ζητά να αποκαλύψω στον ιδιοκτήτη του την απάτη. Αυτό έκανα και τώρα. Και μείνε ήσυχος. Δεν πρόκειται να το κάνω θέμα εγώ. Εσύ πρέπει να το δημοσιοποιήσεις. Πρέπει πάντως, οφείλεις, να βρεις τον απατεώνα εκτιμητή Τέχνης και να μού πεις  και το όνομά του. Θα στον κανονίσω εγώ όπως του αξίζει. Ποιος ξέρει πόσο κόσμο έχει κοροϊδέψει.

Φαντάζομαι θα υπάρχουν αποδείξεις ή εγγυήσεις κατά την αγορά του. Μάζεψε τα πάντα και φέρε τα σε μένα. Τα υπόλοιπα δική μου δουλειά.

Και επί τη ευκαιρία πολύ όμορφη η γωνιά Τέχνης σου. Συγχαρητήρια.  Και μία τελευταία συμβουλή:

Να προτιμάς ένα καλό έργο αυθεντικό, ενός άγνωστου μα ταλαντούχου δημιουργού, παρά ένα πανάκριβο αμφιλεγόμενης αυθεντικότητας. Ο άριστος άγνωστος, κάποια στιγμή μελλοντική θα γίνει γνωστός.

 Η φωνή δε του πλαστογραφημένου ζωγράφου είναι πάντα πολύ δυνατή αρκεί να ξέρεις να διαβάζεις τους ήχους που ακούς και να τους μεταφράζεις».

Έτσι που λες κύριε Δημήτρη μου. Αυτά είπα στο φίλο μας.

Ακριβώς την μεθεπόμενη, την Τρίτη δηλαδή, μου τηλεφωνεί ο βιομήχανος και μου λέει:

«Θα σου φέρω ο ίδιος όλα τα συνοδευτικά του έργου καθώς και τη βεβαίωση του εκτιμητή.

 Φοβάμαι ότι δεν θα πρέπει να ενεργεί μόνος του.

 Θα είναι καμιά κλίκα. Ή η ίδια η Κόζα Νόστρα!

 Πρόσεξε.

Όπως και να έχει, χάρις σε σένα Χρήστο  εντοπίσαμε μια βρομιά που δεν υποπτευόμασταν. Σου το χρωστάω.

*

Αυτά τα περί μαφίας με έβαλαν σε σκέψεις.

Μωρέ λες να μπλεχτώ σε ιστορίες για αγρίους να τρέχω και να μη φτάνω;

Όμως το πάθος μου για τη ζωγραφική και τους άξιους καλλιτέχνες από τη μια και η αντιπάθειά μου για τις αντιγραφές από την άλλη, συν το γεγονός της σκόπιμης εξαπάτησης που αποσκοπούσε στο παράνομο κέρδος, με έκανε έξαλλο και με όπλιζε με θάρρος να αντιμετωπίσω τον απατεώνα ‘’ειδικό’’.

 Του τηλεφωνώ λοιπόν και χωρίς περιστροφές του λέω:

«Θα ήθελα κύριε Μπελένη, έναν Ρενουάρ, όχι από τα πολύ γνωστά του έργα, που να συνοδεύεται με γνήσια αποδεικτικά με υπογραφές και βούλες, και σε τιμή προσιτή».

«Τι είναι αυτά που μου λες βρε άνθρωπε;

Να κάνω δηλαδή μιαν απάτη και μάλιστα σε τιμή προσιτή; Αυτό μου λες;»

«Κοίτα, Αν είναι η τιμή το εμπόδιο, μη σε νοιάζει. Ο πελάτης πληρώνει καλά λεφτά. Όπως έκανε και ο βιομήχανος με τον Παρθένη που του πάσαρες για γνήσιο χωρίς να διστάσεις. Προς τι οι δυσκολίες τώρα;

Λοιπόν;

Τι λες;»

«ΠΟΙΟΣ είσαι που να σε πάρει; Γιατί δεν έρχεσαι από τη Γκαλερί μου να τα πούμε από κοντά;»

«Έλα εσύ από το δικό μου χώρο», του είπα και του έδωσα τη διεύθυνση του Μουσείου .

Εκείνο το ίδιο απόγευμα ήρθε ο Μπελένης, ο εν λόγω απατεώνας δηλαδή.

Είπε, είπε, και τι δεν είπε για να δικαιολογηθεί, να με παρακαλέσει, να με καλοπιάσει, να με δωροδοκήσει, να με φοβερίσει και έφυγε, με μια αδιόρατη απειλή στην άκρη του στόματος και στο βλέμμα του.

Δυο μέρες μετά, γίνεται μία διάρρηξη στο Μουσείο μου πράγμα που δεν είχε ποτέ ξανασυμβεί.

Δύο προσωπογραφίες είχαν βγει από τις περίτεχνες κορνίζες τους και έχασκαν ανατριχιαστικά άδειες έτσι όπως βρίσκονταν κρεμασμένες στους τοίχους.

Κάλεσα την αστυνομία μα οι κλέφτες δεν βρέθηκαν.

Φυσικό ήταν το μυαλό μου να πάει στο Μπελένη. Δεν μπορούσα όμως να τον κατηγορήσω χωρίς αποδείξεις Μόνο με υποψίες δεν στοιχειοθετείται κατηγορία.

 Καπάκι έρχεται και μία συστημένη επιστολή που έγραφε μόνο μια φράση, που την θυμάμαι σαν τώρα.:

«Και πού είσαι ακόμη…..»

Τότε, βεβαιώθηκα ότι ήταν αυτός.

Τη μετέπειτα εβδομάδα, καινούριο γράμμα.

«Οι μέρες σου μετρημένες».

Α, τα πράγματα αγρίευαν.

Ξανά στην Ασφάλεια εγώ, με τις υποψίες μου πλέον να τις λέω, ειδοποιώντας και τον φίλο βιομήχανο, λέγοντάς του ότι δεν μπορώ να αγνοήσω τις απειλές.

 Μόνος του μου είχε επιστήσει την προσοχή και τα περί μαφίας. Να μην προστατεύσω τη ζωή μου; Πώς μπορούσα να σιωπήσω όπως μου το είχε ζητήσει εκείνη την Κυριακή που ανακάλυψα την απάτη;

Δεν μπορούσα βέβαια να αποδείξω ότι το κάθαρμα αυτό κρυβόταν πίσω από τις απειλές. Αυτό ήταν έργο της Αστυνομίας. Ο απατεώνας άλλωστε θα είχε πάρει τις προφυλάξεις του. Δεν φαινόταν ούτε πρωτάρης ούτε ερασιτέχνης.

Είχα όμως καθώς φαίνεται την τύχη με το μέρος μου και της είμαι… υπόχρεος.

Γιατί, τρεις μήνες μετά, τον έπιασαν τον Μπελένη για μια άλλη άσχετη απάτη και στην ανάκριση αναγκάστηκε να ομολογήσει και εκείνην που έγινε σε βάρος του φίλου μου του βιομήχανου, καθώς και τις απειλές σε μένα.

Ησύχασα κύριε Δημήτρη μου και μίσησα ακόμη περισσότερο τις reproductions.

Γιατί, αν αυτές γίνονται για να ευφραίνονται και μόνο, οι οφθαλμοί από τα έργα αθάνατων ζωγράφων, θα μπορούσε να τα βγάλει φωτογραφία κανείς και να τα καμαρώνει ακόμα και στο κινητό του!

Μα έως ότου πεθάνω θα αναρωτιέμαι πώς ένας ζωγράφος με τόσο ταλέντο αφήνει τον εαυτό του να αναλώνεται σε αντιγραφές αφού θα μπορούσε να μεγαλουργήσει.

Θα μου πεις ότι ο πελάτης φιλότεχνος πλούσιος δίνει χρήμα και απαιτεί τρανταχτές υπογραφές. Μα πρέπει να σκεφτεί ότι και τα τρανταχτά ονόματα υπήρξαν κάποτε άσημοι και πέθαναν φτωχοί και άγνωστοι.

 Όπως υπάρχουν διάσημοι ζωγράφοι που και μια μουτζούρα να βάλουν σε έναν καμβά μπορεί να θεωρηθεί αριστούργημα και στον πλειστηριασμό του Sothby’s στο Λονδίνο να πωληθεί σε αστρονομικό ποσό».

«Κύριε Χρήστο μου ευχαριστώ για όσα με δίδαξες. Θα τα λάβω σοβαρά υπ’ όψιν», είπε ο Δημήτρης και τον αποχαιρέτησε με περίεργα συναισθήματα.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music