«Igloo», γράφει η Λένα Μαυρουδή-Μούλιου

Έπιανε το στυλό να γράψει, έτσι να αδειάσει το μυαλό της κάπως απ’ αυτά που το βάραιναν, μα το χέρι της πάγωνε, παρ’ όλη την γραφική  δραστηριότητα. Δεν το μπορούσε το κρύο η Φωφώ, την αποσυντόνιζε, της πάγωνε εκτός από το σώμα και την ψυχή, πράγμα πολύ χειρότερο. Αυτό το  πάγωμα της ψυχής που μοιάζει σαν να έχει αδειάσει ο εσωτερικός σου κόσμος και ας πατάς γερά στη Γη.

Έκανε λίγες ασκήσεις μήπως και κυκλοφορήσει το αίμα καυτό και ζωντανέψει τα ακροδάκτυλά της, αλλά και αυτό κάπου είχε παγώσει.

Φοβήθηκε. Αυτή η παγωμάρα στην τελική δεν προμήναγε καλά, και ένα από αυτά ήταν ότι δεν θα μπορούσε να γράψει. Η Φωφώ θα πρέπει να ήταν πολύ out of control για να πει ‘’δεν μπορώ να γράψω,’’ ακριβώς όπως δεν μπορεί να πει ‘’δεν αναπνέω, δεν βλέπω, ή δεν ομιλώ.’’

‘’Δεν ομιλώ; Για να δοκιμάσουμε τι γίνεται σε αυτόν τον τομέα’’ μονολόγησε.

Απογοήτευση.

Ένας ακαθόριστος βόμβος μουρμουρίσματος έφτασε μέχρι τ’ αυτιά της.

«Όχι δεν θα πρέπει να είμαι καθόλου καλά’’ συμπέρανε και ήταν καιρός να το κάνει, πριν η κατάσταση γίνει μη αναστρέψιμη. Κινήθηκε με περισσή προσπάθεια προς τον θερμοπομπό της και τον άναψε στο φουλ. Τι περίμενε δηλαδή και δεν τον άναβε τόσην ώρα, να της τον ανάψει ο Φούφουτος, που και αυτός σίγουρα βρισκόταν σε χειμερία νάρκη;

Ένα ευλογημένο κύμα ζεστασιάς απλώθηκε πρώτα στα πόδια και μετά στο κορμί της. Η ψυχή ακόμη τίποτα. Και δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από μια ψυχή παγωμένη. Σαν τι να σου κάνει ένα αερόθερμο; Είναι σαν μία και μόνον ηλιαχτίδα να διατρέχει το κορμί σου… Και να σκεφτεί κανείς ότι ακόμη ήταν αρχή του Χειμώνα.

Η Φωφώ μισούσε αυτές τις ακραίες καιρικές, συνθήκες. Αυτή που ήταν εχθρός των μεσοβέζικων καταστάσεων, που μισούσε ό,τι είχε σχέση με ΜΕΣΑΙΟ, σε αυτήν την περίπτωση, ΑΥΤΟ ήταν που διακαώς ποθούσε: ούτε κρύο, ούτε ζέστη.

Τα παράπονά σου στο Θεό Φωφάκι. Και όταν ζεστάνεις κάπως και τον εσωτερικό σου κόσμο, διώξε από το μυαλό σου και την ανάμνηση ακόμη της παγωνιάς γράφοντας μια από τις ιστορίες σου εκείνες, που κρατούν τις αισθήσεις σε εγρήγορση, σε δράση, έτσι που και μόνο η ελπίδα της προσμονής ότι κάτι καλό θα καταθέσεις στο  χαρτί, θα διώξει τους πάγους από τη θάλασσα του νου. Γίνεται ρε συ Φωφώ η θάλασσα να είναι παγωμένη; Και μιας και τόσο το σώμα σου όσο και η ψυχή βρίσκονται στο στάδιο της ταχείας απόψυξης επωφελήσου με τα καινούρια δεδομένα και πιάσε μολύβια και χαρτιά. Με λίγη ακόμη προσπάθεια το ελπίζεις, ότι πάει να γίνει κάτι το σημαντικό, όχι πως το πρόβλημα θα λυθεί εκ βάθρων αλλά ίσως και συνδράμει  θετικά και να επιδράσει έτσι που η απόψυξη να γίνει σε ανθρώπινα επίπεδα υποφερτά.

«Βρισκόμουν» διηγείται η Φωφώ, «στο Βόρειο Πόλο. Είχα να δω άλλο χρώμα εκτός του λευκού εδώ και μέρες. Ο ουρανός, ένα λευκό σεντόνι σαν αντανάκλαση τού πάχους αρκετών μέτρων χιονισμένου και παγωμένου  τοπίου. Ακόμη και το μπλε του ωκεανού, κάτασπρο και αυτό και παγωμένο σε σημείο να μπορείς να διασχίσεις τη θάλασσα πεζή. Το φαντάζεστε; Να τρέχεις πάνω της είτε με το έλκηθρο, είτε με τα πατίνια σου; Αυτό μόνο σε κάτι παραμύθια το είχα ακουστά, μα σαν εμπειρία ζώσα, περίπου απίστευτο, καπάκι να μπορείς και να ζεις σε θερμοκρασίες -60ο τη στιγμή που ο  καταψύκτης σου παγώνει τα τρόφιμά σου στους -20ο.

Πολλές φορές είχα την αίσθηση, ότι να, εκεί που ομιλώ, θα νιώσω τη γλώσσα μου να ξυλιάζει και τον εαυτό μου όλο να παραδίδεται σε μια ανυπαρξία που λίγο θα διέφερε από το θάνατο. Το σώμα μου είχε ήδη παραδοθεί και το μυαλό μου ήταν εκείνο που με κρατούσε ακόμη στον κόσμο των ζωντανών. Έβλεπα τους Εσκιμώους να κινούνται με άνεση και ευεξία ντυμένοι και αυτοί βέβαια σαν εμένα σαν αστακοί και απορούσα. Μα γιατί; Τηρουμένων των αναλογιών το ίδιο δεν συμβαίνει με τους Βεδουίνους, που με την ίδια άνεση κινούνται στην καυτή έρημο με +60ο; Απλό θέμα προσαρμογής του ανθρώπινου οργανισμού. Και στο κάτω κάτω τι περίμενα δηλαδή; Να απολαμβάνω τις ευλογημένες κλιματολογικές συνθήκες της Μεσογειακής ΧΩΡΑΣ  ΜΟΥ; Δεν ήξερα το τι θα αντιμετώπιζα εδώ που ήρθα για να ξεχάσω υποτίθεται την συναισθηματική μου τραγωδία έπειτα από το χωρισμό μου με αυτό που έλεγα και πίστευα σαν ΑΓΑΠΗ; Κάκιστη η επιλογή μου… Δεν ήξερα, μα δε ρώταγα; Καλά να πάθω. Οι κουτουράδες που παίρνονται εν θερμώ, πληρώνονται με κατάψυξη σίγουρα, καλή ώρα σαν τώρα…

Παραδομένη καθώς ήμουνα στις μαύρες μου σκέψεις, βλέπω τον κύριο Osram τον ιδιοκτήτη του igloo που με φιλοξενούσε, ζωσμένο με τα σύνεργα του ψαρέματος και Αποτρελάθηκα. Μα τι κάνει ο άνθρωπος; Πού πάει να ψαρέψει, ψάρια θέλει να πιάσει ή καμιά πολική αρκούδα; Μα εγώ θυμάμαι καλά. Ψάρι παρήγγειλα για το γεύμα μου που όπως είχα πληροφορηθεί, τέτοια νοστιμιά θα μου έμενε αξέχαστη. Μα το νόμιζα κατεψυγμένο και όχι  από το αγκίστρι και στο τηγάνι, όπως μου υποσχόταν τώρα…

Ευγενικά με ρώτησε αν ήθελα να μοιραστώ την εμπειρία τού ψαρέματος και ευτυχώς που δέχτηκα, και δεν αποποιήθηκα την πρόταση, (από μια εκ φύσεως διστακτικότητα που ήταν ίδιον του χαρακτήρα μου, για περίεργες εμπειρίες) γιατί θα μου μείνει αλησμόνητη η όλη φάση. Και αυτό όχι μόνον γιατί ικανοποιήθηκε η περιέργειά μου αλλά και η διάψευσή μου για το ακατόρθωτο του εγχειρήματος.

Να γιατί ο άνθρωπος δεν πρέπει να λέει τέτοιες ακρότητες. Τι θα πει ΑΚΑΤΟΡΘΩΤΟ γι’ αυτόν; Υπάρχει κάτι που να του αντισταθεί; Όχι.

Βλέπω τον κ. Όσραμ να ανοίγει μία τρύπα στον πάγο, διαμέτρου ίση με ένα κανονικό πιάτο φαγητού. Μία τρύπα ομοιογενή θαρρείς και την άνοιξε με διαβήτη βρε παιδί μου. Στο άνοιγμα, βύθισε το ψαροκάλαμό του που δεν πρόλαβε να το βυθίσει και αμέσως το τράβηξε έξω. Στην άκρη του  σπαρταρούσε ένα τεράστιο λαβράκι, μάλλον, ή εν πάση περιπτώσει κάτι που του έμοιαζε. Με γρήγορες κινήσεις το έβγαλε από το αγκίστρι, ξαναόπλισε το  καλάμι με δόλωμα και έκανε το ίδιο με πριν. Και το ψάρι που βιαζόταν να μπει στο τηγάνι και να το φάω ήταν εκεί. Τέτοια αυτοθυσία το καημένο το θαλασσινό. Να γιατί βεβαιώθηκα ότι ψάρι κατεψυγμένο Ευρυδίκης δεν θα έτρωγα στο Βόρειο Πόλο. Δεν ήμουν σε καμιά ταβέρνα πολυτελείας του Σαρωνικού, εδώ τα ψάρια ήταν όντως σπαρταριστά και της ώρας.

Και ξαφνικά, βλέπω από μακριά, μια τεράστια αρκούδα με το αρκουδάκι της να πλησιάζει.

‘’Και σαν τι κάνουμε τώρα αγαπητέ σπιτονοικοκύρη μου;’’ τον ρωτώ έντρομη.

‘’Μη φοβάσαι κυρά μου. Είναι η… εφορία της περιοχής. Θέλει το μερτικό της. Και σαν από συμφωνία μαζί της αφού εγώ τελειώσω με το ψάρεμα θα αφήσω την τρύπα ανοικτή και αυτή με την χερούκλα της θ’ αρχίσει να ψαρεύει γι’ αυτήν και το μικρό της. Όσο τηρούμε την άγραφη αυτή συμφωνία δεν κινδυνεύουμε να μας επιτεθεί. Μάλλον προτιμάει τα ολόφρεσκα ψάρια από το ανθρώπινο κρέας, είναι εκλεκτική η λευκή αρκούδα βλέπεις. Μετά, το άνοιγμα θα κλείσει μόνο του, η πληγή του πάγου επουλώνεται τάχιστα, από τις σπάνιες πληγές που καταφέρνουν κάτι τέτοιο.

Και εμείς, την επόμενη φορά, θα ανοίξουμε τρύπα αλλού, νομοτέλεια και αυτή. Και η θάλασσα απέραντη, προσφέρεται για πολλές τρύπες στο νερό(!), όσες και οι μέρες της ζωής μας, μπορώ να πω’’.

Κατευχαριστημένη με τη σκηνή που έζησα, ακολούθησα τον κ Όσραμ και τα μαλλιαρά σκυλιά του πίσω στο ξενοδοχείο μου (!) και ζήτησα ένα κονιάκ, όχι επτά, αλλά εκατόν επτά αστέρων μπας και βάλω το αίμα μου σε κυκλοφορία. Τι κακό και το δικό μου. Πότε υποτονικό το σώμα, πότε το μυαλό. Πότε θα έρθει η ευλογημένη στιγμή που αυτά τα δυο μου θα βρεθούν  σε αγαστή συνεργασία! Προς το παρόν νόμιζα ότι αυτό δεν θα συμβεί ποτέ. Σε όλα όμως συνηθίζει ο άνθρωπος και στα πιο ακραία φαινόμενα. Σου είναι ένα σκληρόπετσο θεριό αυτός, όμοιο του οποίου δεν έχει να επιδείξει η φύση για άλλο έμβιο ον της. Πώς μπορεί ένας οργανισμός που είναι ίδιος για όλους, να εγκλιματίζεται σε τέτοια περιβάλλοντα και καπάκι να του αρέσουν κι από πάνω; Στοίχημα ότι ο Εσκιμώος του igloo μου δεν θα άλλαζε αυτήν του την παγοκαλύβα αν όχι με τα ανάκτορα του Μπάκινγχαμ με το τεσσάρι διαμέρισμα της πολυκατοικίας μου, ακόμη και αν λειτουργούν τα καλοριφέρ του, σε καμία περίπτωση.

Και εγώ το Φωφάκι φρόντισα να συντομεύω τις παγοδιακοπές μου στο άλλο άκρο της γης, πριν αφήσω το κοκαλάκι μου, σε καμιά από αυτές τις τρύπες, που ανοίγει ο κ. Όσραμ.

«Ουφ, πάψε τη γκρίνια. Δική σου ήταν η επιλογή αυτών των περίεργων διακοπών. Αν άνοιγες τον καταψύκτη σου και καθόσουν εκεί μέσα και πάλι πιο ζεστά δεν θα ήταν;…

Κάποια στιγμή θα συνέλθεις απ’ όλα. Μόνη σου δεν το είπες πριν λίγο, ότι σε όλα συνηθίζει κανείς;»

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Πρόσφατα σχόλια

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music