«Femme fatale», ένα διήγημα της Κατερίνας Ευαγγέλου-Κίσσα

Νύχτα καλοκαιρινή. Ουρανός έναστρος. Νυχτερινοί ήχοι – γκιόνης, κουκουβάγια, νυχτερίδες, κάποιο τριζόνι αραιά και πού. Ελαφρύ αεράκι, αρκετά δροσερό για τον μήνα του. Και το θρόισμα των φύλλων. Αυτός ο μαγικός ήχος, που άλλοτε σε ηρεμεί και σε ταξιδεύει κι άλλοτε σε τρομάζει και σου φέρνει μια δυσάρεστη ανατριχίλα.

Περπατούσε στα ψηλά της τακούνια αργά. Τακ – τακ, τακ – τακ, ο ρυθμικός ήχος έφτανε σχεδόν ηδονικός στα αυτιά της. Σταματούσε κι έκλεινε για λίγο τα μάτια της. Ζύγιζε το λεπτοκαμωμένο κορμί της με περίσσια φιλαρέσκεια πάνω στα πανέμορφα κίτρινα τακούνια της. Σήκωνε το πηγούνι ψηλά προς τον ουρανό και κουνούσε το κεφάλι της νωχελικά πότε δεξιά και πότε αριστερά, αφήνοντας το αεράκι να της χαϊδέψει τα μαλλιά μακριά από το πρόσωπό της. Τον λάτρευε τον αέρα. Λάτρευε ό,τι έφερνε κι ό,τι έπαιρνε… Δροσιά ή κάψα, έρωτες, μυρωδιές, το άρωμά της…

Τέντωσε τα ρουθούνια της και ρούφηξε με απέραντη λαιμαργία τα αρώματα που έφερνε τώρα αυτό το ελαφρύ, καλοκαιρινό αεράκι. Νυχτολούλουδα. Κι αγιόκλημα. Και μια υποψία γαρδένιας… Ναι, σίγουρα ήταν γαρδένια. Άνοιξε τα μάτια, τίναξε τα μακριά μαλλιά της, έσφιξε πάνω της την φιρμάτη κίτρινη ζακετούλα της και ξεκίνησε πάλι την αργή επιστροφή προς το σπίτι, συνεχίζοντας να απολαμβάνει τη νύχτα. Είχε την πολυτέλεια να μπορεί να ζει σε μια πανέμορφη επαρχιακή πόλη, που όλα ήταν τόσο προσιτά ή απρόσιτα, όσο το επέτρεπε αυτή. Μια γυναίκα να περπατά μόνη τόσο αργά δεν ήταν σχεδόν ποτέ επικίνδυνο, όσο κι αν ήταν η ίδια ο μόνος κίνδυνος που μπορεί να κυκλοφορούσε τόσο αργά…

Στο απέναντι πεζοδρόμιο πέρασε βιαστικά μια παρέα άγουρων αγοριών, που της σφύριξαν με επιδοκιμασία. Αλλά ως εκεί. Αν και ξεχείλιζε θηλυκότητα, η σοβαρή της αμφίεση της έδινε έναν αέρα κυρίας «μη μου άπτου». Μαύρη στενή φούστα σε ίσια γραμμή μέχρι κάτω από το γόνατο. Κοντομάνικη μαύρη μπλούζα με ένα άνοιγμα V που κόλαζε και Άγιο. Λεπτό λουστρίν ζωνάκι με κίτρινη αγκράφα. Ίδια τσάντα σε αυστηρή γραμμή. Το χρυσό της ρολόι, περασμένο στο δεξί χέρι, τα μαργαριτάρια στο λαιμό, τα μικρά χρυσά σκουλαρίκια, όλα έδειχναν πως είχε τον τρόπο της, όπως είχε και μια ανυπέρβλητη αίσθηση κομψότητας.

Τους χαμογέλασε. Αν δεν ήταν ήδη χορτασμένη γι΄ απόψε, μπορεί αυτή η νύχτα να τους έμενε αξέχαστη για το υπόλοιπο της ζωής τους. Αλλά όχι απόψε… Απόψε σχεδόν άγγιζε την τελειότητα. Δεν είχανε περάσει δυο ώρες που είχε ψωνίσει έναν γεροδεμένο νεαρό με θλιμμένα μάτια κι είχανε σπάσει το κάθισμα του συνοδηγού στο αμάξι του απ’ το σπρώξιμο. Η ανεπιτήδευτη κάψα του, η ορμή του όταν τη φίλαγε, οι ζεστές του παλάμες όταν την έσφιγγε με θέρμη, τα θλιμμένα του μάτια όταν τον χάιδεψε στο μάγουλο και του είπε «αντίο», την έκαναν να νιώσει σαν πρωταγωνίστρια σε ασπρόμαυρο δράμα.

Της άρεσαν οι μελοδραματισμοί. Ο πόνος. Ο έρωτας. Τα πάντα τα βίωνε με τον τρόπο της. Της άρεσε να βουρκώνει σε αγκαλιές, μα να κλαίει μόνη της. Να φιλάει με πάθος, σαν να αποχαιρετούσε τον εραστή της χωρίς γυρισμό σε κάποιον πόλεμο. Σαν να μην είχαν αύριο. Όπως και δεν είχαν, η αλήθεια είναι. Όλους τους τους ζούσε και τους γλένταγε μόνο για ένα βράδυ. Και μετά χανόταν. Κι αν το έφερνε η ατυχία και τους ξανασυναντούσε, καμωνότανε την άγνωστη και την ξαφνιασμένη τόσο επιτυχημένα, σχεδόν θεατρικά, που και οι ίδιοι στο τέλος αμφέβαλαν αν όντως την είχαν κατακτήσει αυτή τη γυναίκα ή αν τελικά ήταν μια μορφή βγαλμένη μέσα από κάποια υπέροχη ονείρωξη.

Κι αυτό ήθελε να ήταν εξάλλου. Μία ονείρωξη. Μια φαντασίωση. Ένας πόθος. Μια μοιραία γυναίκα. Κι έτσι ζούσε. Αγαπούσε με πάθος κάθε άντρα που αγκάλιαζε. Του δινόταν λες κι ήταν αυτός ο ένας, ο μοναδικός της ζωής της, αυτός που θα τη σημάδευε για πάντα. Κι έπειτα έλεγε «αντίο» κι έφευγε κι άφηνε εκείνη τα σημάδια της, δίχως ίχνος μεταμέλειας, άφηνε πίσω της λαχτάρα, προσμονή, πόθο, πολλές φορές κι αγάπη. Άφηνε πίσω της ένα αναπάντητο, παραπονεμένο ή θυμωμένο, «γιατί;».

Αυτό ήταν που την έθρεφε, το παιχνίδι της δήθεν κατάκτησής της. Έριχνε τα δίχτυα της, ετοίμαζε το έδαφος και μετά αντιστεκόταν στο να ενδώσει, μέχρι που έφτανε ο πόθος τους στο μέγιστο. Κι όταν τους παράταγε μετά από ώρες λατρείας στο κορμί της, κατέρριπτε κάθε τους ψευδαίσθηση, πως τάχαμου εκείνοι ήταν οι κυνηγοί και οι κατακτητές. Κι αν κάποιοι είχαν σχέδια να περάσουν καλά κι έπειτα να φύγουνε σαν «κύριοι», έμεναν πίσω άδειοι με το θυμό τους που μια γυναίκα τους γέλασε, τους χρησιμοποίησε, τους παράτησε τελικά.

Μα ήτανε και κείνοι οι άντρες, οι ντόμπροι, που την αγάπαγαν με ένα βλέμμα, που θέλανε τρυφερά όσο και παθιασμένα να την κρατήσουν, να την προστατέψουν από αόρατους εχθρούς και φόβους. Μ’ αυτούς πονούσε κι έκλαιγε. Μα δεν μετάνιωνε. Έτσι θα σκλήραιναν και θα γινόντουσαν άντρες στ’ αλήθεια. Και μέσα τους βαθιά θα είχαν πάντα εκείνη. Μόνο εκείνη.

Της άρεσε ο έρωτας. Τα πάντα ήταν έρωτας. Όλα όσα αγαπούσε ήταν τελικά έρωτας. Της άρεσε να ζει στιγμές. Μια ζωή δεν της έφτανε. Δεν της έκανε. Γιατί η ζωή είχε λίγες στιγμές ευτυχίας υφασμένες σε μια ευθεία. Κι εκείνη σιχαινόταν τις ευθείες. Οπότε διάλεξε και ζούσε στιγμές, πολλές, πολλές στιγμές. Κι έτσι της έσπαγε τον τσαμπουκά της ζωής, τη μοίραζε σε μερίδες. Άλλες είχανε πόνο, κάποιες είχανε γέλιο, όλες τους όμως ήταν δικές της, συνέθεταν την δική της ευτυχία, πάντα ευτυχία. Κι έτσι ήταν πάντα έτοιμη να φύγει. Να φύγει μακριά από μια πίκρα, από έναν έρωτα, απ’ τη ζωή…

Τακ – τακ, τακ – τακ, περπατούσε και χαμογέλασε ασυναίσθητα όταν είδε στην περιποιημένη αυλή μιας μονοκατοικίας μια μεγάλη γλάστρα με τόσες πολλές ανθισμένες γαρδένιες, που θαρρούσες και θα ‘σπαζε τα κλωνιά της όλα σ’ ένα φύσημα του ανέμου, σε μιαν ανάσα. Δεν χαμογέλασε για τη γαρδένια. Αυτόν που έμενε εκεί τον ήξερε. Τον είχε πάρει στο πλυσταριό της αυλής ένα βράδυ. Στα μουγκά, μην τους ξεφύγει ο πόθος με κραυγές και φτάσει στη γυναίκα του, που κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου. Μπήκε μέσα αγέρωχη, χωρίς να φυλαχτεί μην την δούνε, έκοψε μια γαρδένια και τη φύτεψε στο στήθος της, στη χαραμάδα που θώπευαν με τα μάτια τους όλοι, ακριβώς στη μέση.

Εκείνη κανείς δεν την περίμενε στο σπίτι. Μόνη κοιμόταν πάντα. Το κρεβάτι της δεν είχε γνωρίσει αντρίκιο σώμα, ήταν πιο αγνό και παρθένο από πολλές που ήξερε, εξαιρούσε τον εαυτό της. Αγνή και παρθένα την ένιωθε τη δικιά της την ψυχή, άγιο το σώμα της κι αλέρωτο. Αφού δεν την είχε αγγίξει εκείνος ο ένας που κάποτε αγάπησε, τίποτε δεν την είχε αγγίξει. Και τίποτε δε θα άφηνε να την αγγίξει πια. Τις διάλεγε τις μάχες της και τις στιγμές της. Απλά περνούσε κι άφηνε το σημάδι της. Για να μην αγαπήσει ποτέ ξανά. Για να την αγαπάνε πάντα.

Όχι, δεν πάλευε να γεμίσει τη μοναξιά της ή το κενό της ανεκπλήρωτης αγάπης της. Απλά ζούσε. Μέρα τη μέρα. Ώρα την ώρα. Στιγμή τη στιγμή. Ζούσε με πάθος, προσπαθώντας να κατανοεί και να γεύεται το κάθε τι, που συναντούσε στο διάβα της. Να μην κοπεί το νήμα της κάποια στιγμή και φύγει και δεν αφήσει πίσω της τίποτε, σαν να μην είχε περάσει ποτέ από αυτόν τον μάταιο κόσμο. Ήθελε να αφήσει το σημάδι της. Πολλές φορές. Να γίνει μύθος, να μείνει στο πάντα κι όχι στο ποτέ.

Τακ – τακ, τακ – τακ, τα ψηλά της τακούνια σημαίνανε τα βήματά της, μέσα στη νύχτα, μέσα στις σκέψεις, μέσα στα όνειρα. Στάθηκε μπροστά στην καγκελόπορτα του σπιτιού της. Γαντζώθηκε απ’ τα κάγκελα κι έδρεψε δυο τριαντάφυλλα απ’ την αψίδα, τα κοφτερά αγκάθια τους μάτωσαν τις τρυφερές τις χούφτες. Μα δεν την ένοιαξε. Εκείνη ήταν απ’ έξω. Ήταν μόνη. Ήταν ελεύθερη. Ήταν μια μοιραία γυναίκα. Χαμογέλασε.


[Πρώτη δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό «Εμβόλιμον», τεύχος Φθινόπωρο 2014 – Χειμώνας 2015. Διευθυντής του περιοδικού ο ποιητής Γιώργος Χ. Θεοχάρης.]

Ίσως σας αρέσει και

1 σχόλιο

  • Aχιλλέας Τριαντόγλου
    9 Μαρτίου 2017 at 20:02

    Κοφτερό και τρυφερό συνάμα!

Γράψτε απάντηση στο Aχιλλέας Τριαντόγλου Ακύρωση απάντησης

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music