Κατηγορία: Διηγήματα

«Oh mommy blue…», ένα διήγημα της Κατερίνας Ευαγγέλου-Κίσσα

Η κούρσα ήταν λευκή και τετράγωνη, όπως επέβαλε η μόδα εκείνα τα χρόνια. Τα καθίσματα δερμάτινα, χρώματος καφέ ανοιχτό. Καθόταν πίσω αριστερά. Όχι πίσω δεξιά, όπως οι επίσημοι. Πίσω αριστερά, για να μπορεί να βλέπει τη μάνα της διαγώνια στο κάθισμα του συνοδηγού. Τον οδηγό δεν τον θυμάται. Η μορφή εκείνης όμως χαράχτηκε βαθιά της ανεξίτηλα. Για πάντα. Ακόμα κι όταν τα κόκαλά τους θα γίνονταν σκόνη, ακόμα κι αν δεν υπήρχε ζωή μετά το θάνατο, αυτή η εικόνα θα γύρναγε στοιχειωμένη στο σύμπαν στους

Συνεχίστε...

«Το Σώμα», ένα διήγημα της Κατερίνας Ευαγγέλου-Κίσσα

Όπως ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα, ολόγυμνος, ένιωσε να τον επεξεργάζεται αδιάκριτα ένα βλέμμα. Δύο ζεστά χέρια, ντυμένα με λάτεξ γάντια, τον ακουμπούσαν` άλλοτε τον πίεζαν, άλλοτε τον τραβούσαν, σαν να διερευνούσαν κάθε κοιλότητα και πτυχή του σώματός του. Ναι, αυτό έκαναν τα χέρια, άνοιγαν το πεδίο στα εξεταστικά μάτια με το βαθύ αδιάκριτο βλέμμα. Το δυνατό φως του χώρου, που βρισκόταν, δεν είχε καμία σχέση με το ζεστό φάσμα φωτός, που διέχεε ο ήλιος. Αυτό ήταν άσπρο, ψυχρό και ανελέητα άπλετο.

Συνεχίστε...

«Δείπνο αλά Ιταλικά», ένα διήγημα της Κατερίνας Ευαγγέλου-Κίσσα

Το πρώτο του μαγαζί ήταν ένα παλιό επαρχιακό σπίτι, σε μια από τις πιο φτωχές γειτονιές της Νάπολης. Ο Μπρούνο στεκόταν στο απέναντι πεζοδρόμιο και το καμάρωνε έχοντας τα χέρια του στηριγμένα στη μέση του. Το πλατύ του χαμόγελο μαρτυρούσε πως ήταν περήφανος. Τα είχε καταφέρει. Ούτε ο ίδιος όμως δε γνώριζε ακόμα, πως αυτό το μαγαζί έμελε να αποτελέσει σταθμό στο είδος του, όχι μόνο στη χώρα του αλλά και στις μεγαλύτερες πόλεις ολόκληρης της Ευρώπης! Κοίταξε άλλη μια φορά την ξύλινη πινακίδα, που

Συνεχίστε...

«Αρμαγεδδών», ένα διήγημα της Κατερίνας Ευαγγέλου-Κίσσα

-Σου ΄χω πει πως δεν χρειάζεται να έρχεσαι. Είσαι αρκετά μακριά, δε θέλω να κινδυνεύεις για μένα. -Σιγά. Μόλις μια μέρα περπάτημα. Κι εξάλλου από πότε έχεις να φας κρέας; -Αγύριστο κεφάλι. Θα κάτσεις να φάμε, αλλιώς μην ξαναπατήσεις. Θέλω να ξέρω τι κρέας είναι;… -Μπα. Άστο καλύτερα. -Δεν πιστεύω να τόλμησες… Άνθρωπο σου ΄χω πει δεν τρώω! -Για κάνε μου τη χάρη! Για ποιόν με πέρασες; Ένα καλό είπα να κάνω διάολε και θα μου το βγάλεις ξινό! -Καλά, το παίρνω πίσω. Δεν ξέρω πώς μου

Συνεχίστε...

«Δομήνικος», ένα διήγημα της Κατερίνας Ευαγγέλου-Κίσσα

Βενετία, 1567. Το εργαστήριο του δον Τιτσιάνο Βετσέλλιο [1] έσφυζε από ζωή. Κοσμοσυρροή κανονική. Μαθητευόμενοι, αλλά κι επίδοξοι αγοραστές, πηγαινοέρχονταν με διαφορετικούς ρυθμούς μέσα στις αίθουσες, αλλά και έξω στη μικρή αυλή της εισόδου. Μουσαμάδες όλων των μεγεθών ακουμπούσαν σε κάθε τοίχο. Άλλοι ήταν ήδη περασμένοι σε τελάρα κι άλλοι ήταν τυλιγμένοι σε ρολά, έτοιμοι για επεξεργασία. Η μυρωδιά των χρωμάτων πότιζε όλη την ατμόσφαιρα καθώς ξεχύνονταν από τα ανοιχτά τενεκέδια, που υπήρχαν

Συνεχίστε...

«Ο πλαστός και η Δεσποινίδα Τζούλη», ένα διήγημα της Κατερίνας Ευαγγέλου-Κίσσα

-Έλα, πες αλήθεια! γουρλώνει με έκπληξη τα μάτια της η Τούλα. -Που να μη σώσει σου λέω! τη διαβεβαιώνει με αγανάκτηση η Τζούλη. Δεν αντέχω, δηλαδή… ώρες ώρες σκέφτομαι να του πω να πάει στον αγύριστο κι αυτός κι η μάνα του! Αν δεν είχα την μικρή, να το ξέρεις, θα τους κούναγα μαντήλι τώρα! Ναι Τούλα μου, θα τους έλεγα bye! συνέχισε καταλήγοντας στο αγγλικό τραγουδιστά. Φίλες απ’ το Δημοτικό η Τούλα και η Τζούλη. Τώρα κι οι δυο τους κουβαλάνε από τριάντα τέσσερα χρόνια στην πλάτη τους. Με

Συνεχίστε...

«Βαρύσκιωτος – Η επιστροφή», ένα διήγημα της Κατερίνας Ευαγγέλου-Κίσσα

Χειμώνας και πάλι. Πάνε πέντε χρόνια απ’ το φευγιό του. Ούτε ένα γεια δεν της μήνυσε, έστω με κάποιον άλλον, κι απλά έφυγε. Κι έκτοτε ούτε μια φορά δε γύρισε. Νέα του δεν είχε αλλά έφτιανε ιστορίες με το νου της. Πότε ήταν στην Αμέρικα. Πότε στη Λόντρα. Πότε τον είχε χτυπήσει το σκορβούτο γιατί είχαν καιρό να δέσουν. Και πάντα τον φαντάζονταν να στέκει περήφανος μέσα στο παλτό του το σταυροκουμπωτό και να φοράει καπέλο σαν τους καπεταναίους - κι ας δούλευε στις μηχανές κάτω στ’ αμπάρια. Τον

Συνεχίστε...

«Βαρύσκιωτος», ένα διήγημα της Κατερίνας Ευαγγέλου-Κίσσα

Το σπίτι της ήταν μόλις πέντε μέτρα απ’ το παλιό Δασαρχείο. Δίπλα μια πλατεϊτσα, που είχε φιλοξενήσει όλα της τα παιχνίδια μέχρι να τρανέψει και να βγάλει το εξατάξιο. Κι από κάτω ακριβώς το ποτάμι. Πλατύ, δεν είχε δέντρα για σκέπασμα, μονάχα άσπρες πέτρες. Απ’ εκείνες τις πέτρες είχανε φτιάξει το Μύλο του Διαμάντη. Το σπίτι της τώρα. Κληρονομιά από τη γιαγιά της τη Χριστίτσα, αλαφρύ το χώμα που τη σκεπάζει. Διώροφο, λιτό, στην κλασσική γραμμή των αρχοντικών της Θεσσαλίας, με στιβαρές γωνίες

Συνεχίστε...

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music