«6η ιστορία – Βάγγος», γράφει η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα

Ο Βάγγος ήταν ο ορισμός αυτού που λέμε «σκατόψυχος». Ο διάβολος είχε κάνει καλή δουλειά μαζί του, μα την αλήθεια. Απ’ έξω ένα περιτύλιγμα φαινομενικά αθώο. Ψηλό τον έλεγες σίγουρα. Μάλιστα, έτσι χοντρός που ήταν κιόλας, με κάτι χέρια σαν κουπιά, που για μια σφαλιάρα η παλάμη του χώραγε ολόκληρο κεφάλι, μάλλον έμοιαζε με γίγαντας. Κι όλα του ήταν κόκκινα. Ψαρά κόκκινα μαλλιά. Κόκκινες τρίχες, που έχασκαν απ’ το πάντα ξεκούμπωτο πουκάμισο μέχρι το ύψος της τεράστιας κοιλιάς του κι απ΄ τα πάντα ανασηκωμένα μανίκια του μέχρι το ύψος του αγκώνα. Κόκκινα μάγουλα, με κείνο το λαμπερό χρώμα της υγείας, όχι εκείνο το σκοτωμένο του κρασιού – αν και τα ‘τσουζε τα ποτηράκια του. Πάντα χαμογελαστός κι εύκολος στο να γελάσει, μ΄ ένα γέλιο τόσο τρανταχτό, που πιότερο σε ‘σκιαζε παρά σε ευχαριστούσε.

Κι όμως. Όσο καλοκάγαθος και καλόκαρδος κι αν φάνταζε, τόσο μίζερη ψυχή είχε. Δεν έδινε του αγγέλου του νερό, που λένε. Κι αυτό φαινότανε αν τον κοιτούσες μες στα μάτια. Μικρά και μαύρα, σαν γουρουνιού, γυάλιζαν πάντα πονηρά κι ήταν φορές που θαρρούσες πως βλέπανε και πίσω απ’ την χοντροκομμένη του κεφάλα. Μάτια εμπόρου, που με ένα βλέμμα σου είχε πάρει τα μέτρα για το κοστούμι που θα σου ‘κοβε. Όλους τους καλοδέχονταν και σ’ όλους γλυκομιλούσε. Αρκεί να μην του ζήταγες λεφτά και να μην του καθυστερούσες τα βερεσέδια. Εκεί σε κοίταγε με τέτοιο τρόπο, που ακόμα κι ο χρόνος πάγωνε κι ένιωθες λεπτό το λεπτό να κατρακυλάει κρύο σαν χιόνι στη ραχοκοκαλιά σου…

Ο Βάγγος ήτανε τυρέμπορος. Το μαγαζί του ήταν πάνω στον κεντρικό δρόμο του χωριού, στην αρχή της δημοσιάς. Από πάνω ήταν το σπίτι του. Το τυροκομείο το είχε ψηλά, στις παρυφές του βουνού, διακόσια μέτρα απ’ τον στάβλο του, που έθρεφε γύρω στα πεντακόσια κεφάλια αιγοπρόβατα. Το τυροκομείο το βρήκε απ’ τον πατέρα του, που το ΄χε βρει κι αυτός απ’ τον δικό του. Ο Βάγγος τ’ αυγάτισε όλα, ήτανε πνεύμα δαιμόνιο – όνομα και πράμα. Οπότε, στα σαράντα του χρόνια πια, ήτανε γερά πιασμένος, όχι πως δεν θα ‘τανε άμα είχε μείνει με ό,τι είχε βρει κληρονομιά… Λέγανε πως ο Βάγγος στο κελάρι του είχε θαμμένες λίρες.

Είχε παντρευτεί μικρός, εκεί κοντά στα εικοσιπέντε του, μετά από συνοικέσιο που του κανόνισε ο σχωρεμένος ο πατέρας του. Η νύφη πλούσια, του ‘δωκαν προίκα διακόσια στρέμματα χωράφια ποτιστικά και δυο διαμερίσματα στην πόλη, που τα νοίκιαζε και τα λεφτά τα ‘χωνε κατευθείαν στο λογαριασμό του στην τράπεζα – να δώσει τίποτα και της γυναίκας του ούτε λόγος!  Όχι πως θα τολμούσε και ποτέ να ζητήσει τίποτε η δόλια. Άχρωμη και άοσμη, σχεδόν ανύπαρκτη στο πλάι του.

Η Θεανώ, έτσι την λέγανε, ήταν ασχημούτσικη, στεγνή κι αδύνατη σαν το σκουπόξυλο, η θηλυκότητα πέρασε μα δεν την άγγιξε. Μαυρομάλλα, μαυρομάτα, μ’ ένα ίχνος από μουστάκι στο πάνω της χείλι και φρύδια παχιά σαν θάμνους. Τον ρόλο της τον είχε διδαχτεί από τα γεννοφάσκια της.  Δεν αντιμίλαγε, δεν απαιτούσε. Μόνο έσκυβε το κεφάλι και κοίταγε το νοικοκυριό της. Το ‘ξερε καλά πως ο άντρας ήταν κι αφέντης. Κι έπειτα, τόσα χρόνια παντρεμένοι δεν είχε καταφέρει να του χαρίσει παιδιά του Βάγγου. Κι όχι πως την ένοιαζε που δεν είχε που να αφήσει το βιός του όταν θα πέθαινε ο «αφέντης», μα να, αυτός ο καημός την έτρωγε, που δεν είχε νιώσει κι αυτή το παιδικό το χάδι, δεν είχε ακούσει την γλυκιά αυτή την λέξη «μάνα». Κι έτσι, ακόμα κι όταν ο Βάγγος την φώναζε στέρφα κι άχρηστη, έσκυβε το κεφάλι και του ΄ριχνε δίκιο. Κι έκλαιγε μοναχή της για τη μοναξιά της, που δεν είχε πουθενά να στρέψει για λίγη τρυφεράδα και κείνη, τάχαμου και δεν ήταν άνθρωπος, δηλαδή, επειδή η μήτρα της δεν ήταν εύφορη…

Του Βάγγου, απ’ την άλλη, ήταν γνωστό πως του γυαλίζανε οι μικρούλες. Μια απ’ αυτές, ένα φτωχοκόριτσο χωρίς στον ήλιο μοίρα, τον είχε τρελλάνει. Την έβλεπε και του ‘τρεχαν τα σάλια. Κι έτσι, της το ‘φερε από δω, της το ‘φερε από κει, τελικά με τα πολλά κι αφού της είχε τάξει τον ουρανό με τ’ άστρα, την κατάφερε. Της πήρε την παρθενιά, δεκαεπτά χρονώ λουλούδι, βογκώντας κι ιδρώνοντας πάνω της σα γουρούνι, στριμώχνοντάς  τη στα όρθια πίσω απ’ το ψυγείο που φύλαγε τη φέτα. Μετά την κράταγε με λίγο φαϊ και κάνα ψιλό, αφού κατάφερε και της σκάρωσε δυο μούλικα, που ο κόσμος το ‘χε τούμπανο κι αυτός κρυφό καμάρι πως ήτανε δικά του.

Στην αρχή είχε βουίξει το χωριό για την παράνομη σχέση. Η Θεανώ, όμως, καμωνότανε πως δεν άκουγε. Ήξερε δα πόσο μπερμπάντης ήταν ο άντρας της, μα τι να ‘λεγε; Άντρας ήτανε κι έκανε το κέφι του. Εξάλλου, έτσι ήτανε οι άντρες όλοι, σημασία είχε που γύρναγε σε κείνη και κοιμότανε τα βράδια σπίτι τους. Όταν άρχισε η πιτσιρίκα τα σούρτα – φέρτα στο μαγαζί  με την κοιλιά στο στόμα, η Θεανώ νόμισε πως θα πέθαινε απ’ την ντροπή. Νόμιζε πως όλοι την κοίταγαν και την κατέκριναν, που η μικρή κατάφερε ότι εκείνη δεν μπόρεσε τόσα χρόνια… Κάηκε η καρδιά της. Κι ύστερα έβαλε με το νου της μήπως ο άντρας της την παράταγε, αφού με την ερωμένη του είχε σωστή οικογένεια με δυο παιδιά και χάθηκε η γη κάτω απ’ τα πόδια της. Πολλές φορές ευχήθηκε να μη ζήσει το κορίτσι, ούτε αυτή ούτε τα μπάσταρδα που θα ‘φερνε στον κόσμο. Μα σαν γεννήθηκαν και τα είδε, έτσι κοκκινομάλικα, που τίποτα δεν του ‘χανε αφήσει του πατέρα τους, αντί να θυμώσει και να ζητήσει εκδίκηση, εκείνη έγινε χώμα. Έβλεπε στα μουτράκια τους τα παιδιά που δεν είχε αποκτήσει… Κι όταν κατάλαβε πως ο άχρηστος ο άντρας της αντί να τα φροντίζει –ανάθεμα τα λεφτά του– , τ’ άφηνε πεινασμένα και ρακένδυτα, όταν είδε την μάνα τους με τα μάγουλα ρουφηγμένα μέσα από την πείνα και την εξάντληση, να την κοιτάει με βλέμμα ένοχο μα τόσο παραπονεμένο, σπάραξε το μέσα της. Και φρόντιζε κρυφά να της πηγαίνει φαγητό και ρούχα για τα μικρά. Κι έκλαιγε η κοπέλα βουβά και της φίλαγε τα χέρια.

-Πώς θα στο ξεχρεώσω τέτοιο χρέος κυρά μου; Τη ρώτησε μια φορά.

-Τίποτα δε χρειάζεται να ξεχρεώσεις, εγώ για τα παιδιά το κάνω, τι φταίψανε αυτά… Της απάντησε η Θεανώ.

-Τόσο κακό σου έκανα και συ… και συ… Δεν μπόρεσε να την ολοκληρώσει τη φράση της κι αναλύθηκε σ’ αναφιλητά κι έπεσε στα γόνατα και φίλαγε την άκρη της φούστας τής Θεανώς.

-Τι! Για τ’ όνομα του Θεού! Σήκω και σε κοιτάνε τα παιδιά! Κανένα κακό δεν μ’ έκανες! Ίσα – ίσα, τώρα έχουμε αυτά τα βλαστάρια, πριν νομίζεις πως είχα τίποτις με τον ακατανόμαστο; Της είπε η Θεανώ συγκινημένη και κρατώντας την από τα μπράτσα την σήκωσε κι έπειτα τη φίλησε στο μέτωπο.

Κι έπειτα αγκαλιάστηκαν και κλάψανε, κλάψανε με την ψυχή τους. Κι από κείνη την ώρα κι ύστερα ήταν σαν να είχαν κάνει μια μυστική συμφωνία οι δυο γυναίκες. Η μικρή δεν ξαναπάτησε στον τυρέμπορα κι η Θεανώ όλο χανότανε τ’ απογεύματα. Φρόντισε η Θεανώ και τους βόλεψε σ’ ένα αγροτόσπιτο στα κτήματα του πατέρα της και πήγαινε κάθε μέρα και τους έβλεπε. Και άρχισε να ψάχνεται ο Βάγγος για «που στο διάλα τα πήγε τα μπάσταρδα το πουτανάκι!». Μα δεν έσκασε και για πολύ, δεν ήταν για στενοχώριες η φτιασιά του. Κι όσο για το που πήγαινε και χάνονταν κάθε απόγευμα η Θεανώ… δεκάρα δεν έδινε. Καλύτερα που είχε βρει κάτι ν’ ασχολείται, να μην την έχει μέσα στα πόδια του με την φάτσα της τη λυπημένη όλη την ώρα! «Το καλό που σου θέλω, μόνο, μη και τραβιέσαι με κανέναν!», της είπε κάποια φορά, για να συνεχίσει «Μα τώρα που σε κοιτάζω θυμήθηκα πώς ένας πιάστηκε κορόιδο και σε φορτώθηκε, σιγά μη γυρίσει και σε κοιτάξει εσένα κανένας, κακομοίρα!». Μα την Θεανώ καθόλου δεν την ένοιαξαν οι προσβολές του. Της έφτανε που έβλεπε τα παιδιά να αφρατεύουν και να ροδίζουν τα μαγουλάκια τους. Της έφτανε και της περίσσευε που την φωνάζανε «θεία» και την πνίγανε στις αγκαλιές κάθε που την βλέπανε. Της έφτανε που γέλαγαν κι οι τέσσερίς τους σαν να μην είχαν γνωρίσει ποτέ έγνοια…

Λέγανε πως ο Βάγγος στο κελάρι του είχε θαμμένες λίρες. Μια μέρα, στο πανηγύρι της Αγιά Μαρίνας, έφαγε μισό αρνί και δυο σούφλες κοκορέτσι στην καθισιά του. Ήπιε κι όσο κρασί έβγαλε ο κάμπος εκείνη τη χρονιά. Κι εκεί που έκανε τα χοντρά τα χωρατά του και γέλαγε με το στόμα του να χάσκει ανοιχτό, μπλάβιασε κι έμεινε στον τόπο. Έσκασε απ’ το φαί. Η Θεανώ, χήρα του πια με δόξα και τιμή, πονόψυχη γυναικούλα, πήρε τα παιδιά σιμά της μαζί με τη μάνα τους, ποιος να το πίστευε… Και το κελάρι τελικά είχε λίρες. Ζωή χαρισάμενη ζήσανε.

Ίσως σας αρέσει και

2 Σχόλια

  • Λένα Μαυρουδή Μούλιου
    15 Ιουνίου 2016 at 00:53

    AX ΚΑΤΡΊΝΑ ΜΟΥ πώς τα καταφέρνεις και με κάνεις να γελάω ακόμη και τη στιγμή που κανονικά θα έπρεπε αν όχι να κλαίω τουλάχιστον να είμαι κατσούφα με τα καμώματα του ήρωά σου Αλλά όταν διαβάζω ότι» κατάπιε όλο το κρασί που έβγαλε ο κάμπος εκείνη τη χρονιά» άντε και μη πεθάνω στο γέλιο . να΄σαι καλά κορίτσι μου. Αυτό σού λέω μόνο

    • Κατερίνα Ευαγγέλου - Κίσσα
      17 Ιουνίου 2016 at 17:52

      Ευχαριστώ πολύ για τις ευχές και τα καλά σου λόγια Λένα!

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music