«Όταν κοιτάς από ψηλά», γράφει η Νίκη Μπλούτη-Καράτζαλη

‘’Πουλύ με πίκρανες ζουή μακριά θα φύγου ένα προυί

Θ’ ανέβου σ’ ένα αερουπλάνου να δου  του κόσμου απού κει πάνου…’’

Αχχχ! Βάσανα κυρά Στέλλα μου, πολλά βάσανα.  Έχουμι καιρό να τα πούμι. Δε σας πειράζει να τραγουδάου τώρα που δε γράφιτι; Μ’ αρέσει να τραγουδάου όταν κάνου δουλειές, να μου φεύγει του μυαλό, να μη σκέφτουμι. Άμα θέλετι να κάνετι λουγαριασμούς και να συγκεντρουθείτι πείτι μου να σταματήσου. Αυτό του τραγούδι μ’ αρέσει πουλύ. Του ακούου κάθι φουρά που πάου να καθαρίσου του σουβλατζίδικου στη πλατεία. Βάζου ένα σιντί κι ακούου τραγούδια για να περνάει πιο γρήγουρα η ώρα. Του έψαξα στου ίντερνετ στου τηλέφωνου να δου ποιος του λέει κι ύστερα του έμαθα όλου απ’ έξω. Ξέρου κι άλλα ελληνικά πουλλά αλλά αυτό είναι του αγαπημένου μου. Μ’ αρέσει και της Γλυκερίας αυτό που λέει ‘’η ζουή μου ένας κύκλος’’ και του Βέρτη του ‘’άλλους άνθρωπους’’. Τώρα Βέρτη τουν λένε δεν είμαι και σίγουρη, γιατί είναι κι ένας άλλους που μ’ αρέσει ου Βρεττός κι όλου τους μπερδεύου. Έχουνι ίδια ουνόματα.

‘’Όταν κοιτάς απού ψηλά, μοιάζει η γη με ζουγραφιά

Κι εσύ τη πήρες σουβαρά κι εσύ τη πήρες σουβαρά…’’

Αχχχχ… Έτσι είναι. Δε πρέπει να τη παίρνουμι σουβαρά τη ζουή γιατί στου τέλους θα τρελαθούμι. Απού εδώ αρχίζου ε; Θα κάνω πρώτα τα παράθυρα μέσα έξου κι ύστερα θα συνεχίσου με του σαλόνι. Εντάξει; Νερά θέλετι να ρίξου ή να τα πάρω με λεκάνη και βετέξ; Εντάξει δε ρίχνου, όπως θέλετι εσείς.

Τι βάσανα έχου πάλι; Με τη κόρη μου τρέχου πάλι η καημένη. Αυτό του κουρίτσι βγήκι άμυαλου, πήρι να μοιάσει απ’ τουν πατέρου του βλέπετι. Και να πω πως δεν μου τα λέγανι; Μου τα λέγανι κυρά Στέλλα μου αλλά εγώ δεν ήθελα να τα πιστέψου. Η κόρη σου αυτό, η κόρη σου εκείνου… Πρόσεχι την κόρη σου Σοφία, του νου σου στη κόρη σου. Αλλά εγώ, έλεγα με του μυαλό μου πως το ζηλεύουνι του κουρίτσι επειδή είναι όμουρφο κι εργατικό. Πού να του φανταστώ η καημένη πως του ξελουγιάσανι;

Πώς του κατάλαβα ε; Απ’ του φέρσιμό της. Στις αρχές όταν μου του ’πανε δυο τρεις δικοί μας και πουνηρεύτηκα, είπα που λέτι να την παρακολουθήσου, να τη πάρου μια μέρα από πίσου στη δουλειά και να δου με τα ίδια μου τα μάτια άμα συμβαίνει κάτι πουνηρό. Αλλά πού να βρω χρόνου η γυναίκα που τρέχου όλη μέρα; Ξέρετι τι ώρα σηκώνουμαι του προυί; Τεσσεράμισι. Αλήθεια σας λέου. Τεσσεράμισι για να προυλάβου να ετοιμαστού και να πάου πρώτα στου φούρνου να καθαρίσου. Εκεί σε θέλουνι απ’ τα χαράματα στου πόδι. Μετά, κατά στις έξι που τελειώνου, τρέχου με τη ψυχή στου στόμα στου γυμναστήριου.

Τι είπατι; Όχι να γυμναστού καλέ… Μπα σι καλό σας. Μου περισσεύει εμένα χρόνους για τέτοια πράματα; Να καθαρίσου πάου τρεις φουρές τη βδουμάδα. Και μετά κατά στις ουκτώ, βουρ για τα σπίτια. Δεν προλαβαίνου ούτι να κατουρήσω απ’ τη πουλλή δουλειά.  Έχου τέσσιρα σπίτια μόνιμα. Είναι μεγάλες κυρίες και πάου να κάνου τα καθημιρινά τους. Ψώνια στην αγουρά, μαγείριμα, κάνα πλυντήριου, τέτοιες δουλειές. Πού να βρου χρόνου κυρά Στέλλα μου να πάρου από πίσου τη μικρή όπους λουγάριαζα; Ξεχνιόμουνα και με τη δουλειά κι τ’ άφηνα στη μοίρα του τού κουρίτσι. Είχα γνουρίσει στου μεταξύ του φίλου της που ’χανι δεσμό κάτι μήνες και μου άρεσι του παιδί. Ήτανε σεμνό παλικάρι, χατίρι δεν της χάλαγι πουτέ. Παναγιώτη του λένε, είναι δικό σας εδώ, Έλληνας. Έτσι τη πάτησα. Θα την έχουνε δει, έλεγα με του νου μου, με τουν Παναγιώτη κι θα ζηλεύουνι που τα ’μπλεξε με Έλληνα. Άστους να λένι…

Εδώ θέλετι να καθαρίσου; Να τραβήξου καναπέ; Εντάξει. Σας ρωτάου γιατί μερικές είναι περίεργις, τα θέλουν με του τρόπου τους.

‘’Μοιάζουν τα σπίτια με σπιρτόκουτα μοιάζουν μυρμήγκια οι ανθρώποι

Του μεγαλύτερου ανάκτουρου μοιάζει μ’ ένα μικρούλη τόπι…’’

Ωραία τα λέει αυτό το τραγούδι ε; Έχετε ταξιδέψει με αερουπλάνου κυρά Στέλλα μου; Εγώ δυο φουρές πέταξα για την Αλβανία, του καιρό που αρρώστησε ου πατέρας μου κι έπρεπε να πάου για να τουν προυλάβου. Αλλιώς σιγά μην έδινα τόσα λεφτά για να δου του κόσμου απού ψηλά, που λέει και του τραγούδι.

Πώς είπατι; Πώς μιλάου τόσου καλά Ελληνικά; Χα, χα, χα… Ναι μου το ’χουνε πει κι άλλοι αυτό. Μουνάχα απ’ την προυφουρά μου καταλαβαίνουν πως είμαι ξένη. Εγκώ κυρά Στέλλα μου περισσότερα χρόνια ζου εδώ παρά στη χώρα μου. Αλήθεια σας λέου καλέ. Δεν είχα κλείσει τα είκουσι όταν ήρθαμι με τουν άντρα μου φρεσκουπαντρεμένοι. Τα παιδιά μου εδώ γεννήθηκανι και τα δυο. Αφού καμμιά φουρά μπερδεύουμι και δε μπουρώ να θυμηθώ πώς λέμι κάποια λέξη στη δική μας γλώσσα. Ευτυχώς που μιλάου στου τηλέφωνου τακτικά με τη κουνιάδα μου και τη μάνα μου και δεν τα ξεχνάου τα δικά μας. Μαθαίνου εύκολα εγώ. Στις ηλικιωμένες κυρίες που πάου τους ζητάου να μου μάθουνι παροιμίες, εδώ δικές σας. Να προυχθές μια κυρία μου ‘πε αυτή που λέει, ‘’όπου φτουχός κι η μοίρα του’’ και μου άρεσι πουλύ, γιατί μου ταιριάζει κιόλας. Οι παροιμίες είναι διδακτικές. Καλά δε του είπα; Του λέτι κι εσείς εδώ.

Τι έγινι με την κόρη μου, ε; Θα σας τα που καλέ με τη σειρά. Του κορίτσι  του είχε ξεμυαλίσει ένας δικός μας Αλβανός που ‘χανι γνωριστεί στου φέις μπούκ. Του ξέρετι του φέις μπούκ; Ναι, στου ίντερνετ καλέ. Εκεί να δείτι τι γίνετι! Της μουρλής! Εμ, πώς να μην ξεμυαλιστούνι τα κουρίτσια; Είχα δει μια φουτουγραφία του εγώ και την είχα ρωτήσει ποιος είναι αυτός και πού τουν ξέρει, αλλά αυτή η πουνηρή, μου τα σκέπασι με μια δικαιουλουγία, πως είναι τάχα μου φίλος του αδερφού της, του γιου μου δηλαδή, και του πίστεψα εγώ, τρουμάρα μου. Αυτός που λέτι, είναι μεγάλους και δεν είχε άδεια παραμουνής στην Ελλάδα, έπρεπι δηλαδή να παντρευτεί με κάποια που έχει άδεια για να καταφέρει να μείνει εδώ. Και διάλεξε τη κόρη μου ου ανισόρρουπους κυρά Στέλλα μου. Είδε του κορίτσι φτουχό και άμυαλου και του πλησίασι και με του λέγι λέγι, του έριξε. Και να πεις πως δεν τη συμβούλευα; Πρόσεχι, της έλεγα κάθε βράδυ, του νου σου στους αλήτις που σε γυροφέρνουνι, του νου σου, δε φουράνε ταμπέλα οι αλήτες, πρόσεχι. Όλου τέτοια της έλεγα συνέχεια γιατί του φουβόμουνα του κακό. Ποια μάνα δε του φουβάτι κυρά Στέλλα μου; Δίκιου δεν έχου;

Άζαξ να βάλου στου πανί για να περάσου την τηλεόραση; Όχι ε; Σκέτου, σκέτου. Ό,τι πείτι εσείς. Γι’ αυτό σας ρωτάου. Η κάθε νοικουκυρά έχει του τρόπου της.

‘’Κι όλοι αυτοί που σε πικράνανι απού ψηλά αν τους κοιτάξεις

Θα σου φανούν τόσου ασήμαντοι που στη στιγμή θα τους ξεχάσεις…’’

Αχχχ! Εμένα κι άμα μ’ έχουνι πικράνει!

Άρχισε που λέτι η δικιά μου να μου βγάζει μια γλώσσα να! Αγνώριστη σας λέω. Εγώ τη ρώταγα για τουν Παναγιώτη και πώς τα πάνε, γιατί του συμπαθούσα του παιδί και του εμπιστευόμουνα, κι αυτή μου έλεγι να την παρατήσω κι εγώ κι ου Παναγιώτης, ότι τουν βαρέθηκε κι άλλα τέτοια. Εγώ να προσπαθού να καταλάβου τι γίνετι, να την κουβεντιάζου τα βράδια μήπως και της πάρου κάνα λόγου, αλλά αυτή είχε ξεμυαλιστεί για τα καλά με τουν άλλον κι ούτε που μου ’δινε σημασία. Ένα πρωουί φεύγουντας απ’ του γυμναστήριο πέτυχα στου δρόμου τουν Παναγιώτη και ζήτησι να μου μιλήσει του παιδί. Μου είπε ό,τι γνώριζι στα γρήγουρα, εκεί στου πεζουδρόμιου. Τους είχε δει κι αυτός μαζί μια δυο φουρές κι αυτή η άμυαλη έκανι κιόλας πως δε τουν γνώριζε μπροστά στον άλλουν. Μετά, ούτε του τηλέφωνου σήκουνι όταν την έπαιρνι ούτε τίπουτα. Να προυσέχεις, μου είπε, του νου σου στου κορίτσι, πουλύ μαφιόζος μου φάνηκε αυτός ο Αλβανός, του νου σου.

Τέλειουσα απού δω κυρά Στέλλα μου. Εντάξει όλα απ’ του σαλόνι. Να κάνου βιβλιουθήκη τώρα και να βάλου σκούπα μετά; Εντάξει, ένα λεπτό να πάρου μια καρέκλα για να φτάνου τα ράφια που ’ναι ψηλά. Βλέπιτι πήρα απ’ τη μάνα μου κι είμαι κουντούλα, αλλά στη δουλειά δε με φτάνει καμία… Δε συμφουνείτι; Δεν έχετι κάνα παράπουνου απού μένα; Ε βέβαια, καλά του λέτι, άμα είχατι δε θα με ξαναπέρνατι. Χαχαχα… Να ’στε καλά κυρά Στέλλα μου, ούτε κι εγώ έχου παράπουνου απού σας κανένα. Είστι πουλή κυρία σε όλα σας!

‘’Αγαπημένη μου μη κλαις πάμι μαζί ψηλά αν θες

Να δεις τη γη απ’ τη σελήνη ένα φεγγάρι είναι και κείνη…’’

Αααα, τώρα του θυμήθηκα. Χατζή τουν λένι. Τουν τραγουδιστή καλέ, που λέει του τραγούδι. Τουν ξέριτι ε; Εμ εσείς δε θα τουν ξέριτι που διαβάζετι τόσα βιβλία! Αχ πόσου σας ζηλεύου κυρά Στέλλα μου κι εμένα μ’ άρεσε πουλύ του διάβασμα και τα πήγαινα καλά με τα γράμματα αλλά η μάνα μου με σταμάτησε να πάου να δουλέψου για να τα βγάλουμι πέρα. Ήμασταν πουλλά στόματα, πώς να μας χουρτάσουν δυο χεράκια; Πιάτα έπλενι η καψερή και σφουγγάριζι σκάλες για να μας μεγαλώσει. Ο πατέρας μου όλου αρρώσταινι είχι κάτι στα νεφρά του κι όλου πέρα δώθι στα νουσουκουμεία τουν πηγαίναμι.

Πώς; Α, τι έγινε με τη κόρη μου; Δηλητήριου έγινα, που λέτι, μετά απ’ όσα μου είπε του παλικάρι. Όλη μέρα δεν μπουρούσα να δουλέψω. Όλου παρατηρήσεις μού κάνανι οι γυναίκες. Και με του δίκιου τους βέβαια, πού να ξέρανι τι τραβάου; Ρίχνουμε ένα καβγά του βράδυ στου σπίτι με του κορίτσι, άλλου πράμα. Μας άκουσι όλη η γειτουνιά. Μια κουβέντα εγώ, δέκα αυτή κυρά Στέλλα μου. Εκεί κατάλαβα πως δεν ήταν του παιδί μου αυτό, πως μου το είχανι ξελουγιάσει, μάγια σας λέω του έκανε ο μαφιόζος ο Αλβανός. Πιστεύετι στα μάγια; Όχι; Ούτε κι εγώ πίστευα, μέχρι που με βρήκαν όλα τούτα. Τέλους πάντουν. Την άλλη μέρα, λοιπόν, όταν  γύρισα σπίτι είχι εξαφανιστεί του κορίτσι. Είχι μαζέψει δυο τρια πράματα και άφαντη. Τι έκανα; Πώς δεν έπαθα εγκεφαλικό κυρά Στέλλα μου! Πού να τρέξου και ποιον να εμπιστευτώ ξένη γυναίκα; Μόνες μας μέναμε. Ου άντρας μου μένει με του γιο μου στου χουριό, όπως σας έχου πει, κι ούτε που νοιάζετι για μας. Ου γιος κι αυτός φευγάτους, του βάζει λόγια συνέχεια ου πατέρας του για μένα κι ούτι που να μας δει εμένα και την αδερφή του. Αφήστε τα τι πέρασα! Θα σας που την άλλη φορά για του γιο μου, για να δείτε τι τραβάου η καημένη.

Καλέ πόσα βιβλία έχετι; Μπράβο! Τα έχετι διαβάσει όλ’ αυτά; Μουνάχα για ξεσκόνισμα θες ουλόκληρη μέρα! Καλά δεν τα κάνου; Όπως τα είχατι τα βάζου, για να μην τα ψάχνετι και με σιχτιρίζιτι μετά. Και με του δίκιο σας βέβαια.

Τι έκανα τελικά, ε; Τίπουτα δεν μπόρεσα να κάνου κυρά Στέλλα μου, γιατί του κορίτσι είχε φύγει μαζί του για Αλβανία. Κλεφτήκανι δηλαδή, του πήρι να πάνι να παντρευτούνι στην Αλβανία κρυφά απ’ όλους μας. Αυτός γνώριζι πως εμείς είμαστι χώρια με τουν πατέρα του και γι’ αυτό του έβαλι απ’ την αρχή στου μάτι. Σαράντα χρονών άντρας σας λέου, τρια χρόνια μικρότερος απού μένα και είκοσι μεγαλύτερους απ’ του κορίτσι. Ου ανώμαλους! Με πήρι τηλέφωνου τελικά του κορίτσι του άλλου βράδυ απ’ του κινητό του και μου ζήταγε βουήθεια. Μου ‘κουψι τη καρδιά κυρά Στέλλα μου, τι να σας λέου! ΄’Μαμά έλα να με πάρεις. Πώς του έκανα εγώ αυτό; Βουήθεια μαμά…’’ Σα να ξύπνησι απού εφιάλτη ακουγότανε, σα να ήτανε κοιμισμένου και να ξύπνησι απότουμα. Γι’ αυτό σας λέου πως του κάνανε μάγια. Μου το είπι κι η κουνιάδα μου αυτό, που ασχολείτι με τέτοια.

‘’Όταν κοιτάς απού ψηλά μοιάζει ο κόσμους ζουγραφιά

Και συ τουν πήρις σουβαρά και συ τουν πήρις σουβαρά…’’

Εμ, έτσι είναι όπως του λέει, απού ψηλά ζουγραφιά φαίνουντι όλα, αλλά εδώ κάτου τι γίνετι;  Καλέ, να τα κατεβάσου καλύτερα αυτά τα μεγάλα από τούτη τη πλευρά και να τα ξαναβάλου ένα ένα; Αλλιώς δε θα φύγει η σκόνη. Τι λέτι; Όχι δεν αργού. Να, θα δείτι, δέκα λεπτάκια θα μου πάρει.

Τι έγινι μετά; Έχετι αγουνία κι εσείς ε; Μετά που λέτι, ου Παναγιώτης –να ‘ναι καλά του παιδί—ου παλιός ου φίλους της που σας έλεγα, με έπαιρνι συνέχεια για να μάθει νέα μας. Μεγάλου ενδιαφέρον έδειξε κι ακόμα δείχνει δηλαδή. Θα σας που και γι’ αυτόν στου τέλους. Μες στην τρέλα μου να βρω μια λύση για του κορίτσι, θυμήθηκα την κουνιάδα μου που μένει ακόμα απάνου στην Αλβανία. Έχουμι καλές σχέσεις, ευτυχώς δεν του ’μοιασι του ρέμπελου του αδερφού της… Την παίρνου που λέτι κυρά Στέλλα μου τηλέφωνου και της λέου το και το, σώσι με Αρμέλα, σώσι του κορίτσι μου.

Τι είπατι; Δεν άκουσα. Χα, χα,χα… Ναι, έχουμι ωραία ουνόματα εμείς. Αρμέλα, Αλμπέρτου, Σουέλα… Πουλύ ωραία! Καλέ, τώρα που είπα Σουέλα, τη θυμάστι τη κουπέλα; Ερχότανι εδώ πριν απού μένα, δε θα πάνι έξι εφτά χρόνια ε; Είμαστι καλές φίλες, σας του έχου πει; Τι κάνει; Τι να κάνει η κακουμοίρα κυρά Στέλλα μου; Χώρισι κι αυτή και τρέχει να βρει μερουκάματου, έχει δυο μικρά παιδιά και τα μεγαλώνει μουνάχη της. Τα καλά τα δικά μου. Αχ, όλα εμείς οι γυναίκις τα τραβάμι! Ρέμπελους κι ου δικός της, πιώμα και ξύλου κάθε μέρα. Ζουή είν’ αυτή;

Καθίστι ένα λεπτό να κατέβου απ’ την καρέκλα μη φάου τα μούτρα μου και θα συνεχίσου. Όχι τίπουτ’ άλλου, αλλά αν σακατευτώ, πώς θα πηγαίνου για δουλειά μετά; Αυτά τα χέρια με ζούνι τόσα χρόνια, μ’ αυτά μεγάλουσα τα παιδιά μου. Τι νομίζετι, πως είχα καμιά βουήθεια απ’ τουν άσωτου τουν άντρα μου; Αυτός ούτι στου χειρουργείου που έκανα στα πόδια μου δεν ήρθι να με δει. Απού τότι που γνώρισι την άλλη, δεκάρα δε δίνει για μένα και του κουρίτσι μας. Άσι που με τρέχει και στα δικαστήρια για να μου φάει του σπίτι στην Αλβανία. Αλήθεια σας λέου, θέλει να πάει να ζήσει με τη γκόμενα στου σπίτι του δικό μου και των παιδιών μας. Ανάκτουρου τριώρουφου έχου φτιάξει με τα μερουκάματα απάνου κυρά Στέλλα μου. Με τα χεράκια μου όλα. Αυτός μια ζουή μια μέρα δούλευε και είκουσι καθόταν! Τεμπέλης με ταμπέλα σας λέου!  Τέλειουσα τα ψηλά ράφια, τα κάτου τα φτάνου εντάξει.

Πίσου στην κουβέντα μας τώρα. Έτρεξι η κουνιάδα μου αμέσους, που λέτι, να του βρει του κορίτσι, του είχα ειδοποιήσει εγώ να πάρει τηλέφωνου τη θεια του κι έτσι έκανε, όταν αυτός έλειπι του προυί. Του σώσαμι του κορίτσι με τα πουλλά, ας είναι καλά η κουνιάδα μου. Γύρισι πίσου και στρώθηκι ξανά στη δουλειά. Γύρισι άλλους άνθρωπους κυρά Στέλλα μου, τι να σας λέου, όπως ήτανι παλιά. Μάγια, μάγια του έκανε ου αλήτης! Κάτι θα του ’ριχνι κρυφά στου πουτό, μου ‘πε η κουνιάδα μου που ξέρει απ’ αυτά, και του υπνώτιζι, γι’ αυτό μου έβγαζι μια γλώσσα ίσα με του μπόι της τότε που τσακουνόμασταν.

‘’Μοιάζουν οι πύργοι με κουκλόσπιτα και τα κανόνια με παιχνίδια

Απού ψηλά δε ξεχουρίζουνι οι ομουρφιές και τα στουλίδια…’’

Ναι καλέ… Όλου του ξέρου. Κάθισα και του έγραψα απ’ του ίντερνετ δε σας του είπα; Άσε που του βάζου κάθι μέρα στου σουβλατζίδικου. Όλου αυτό ακούω όταν είμαι σκασμένη.


Ακούστε το τραγούδι ‘Όταν κοιτάς από ψηλά’


Ο Παναγιώτης, ε; Τι να κάνει του παιδί; Όταν του παράτησι η δικιά μου τα ξανάφτιαξι με την πρώην του, τουν είχε από κοντά αυτή γιατί του μετάνιωσι που τουν χώρισι. Και τώρα η δικιά μου η προυκουμένη έμεινε μουνάχη της.  Αλλά καλά να πάθει, πρέπει να μάθει απ’ τα λάθη της για να μην τα ξανακάνει. Άσε που πιστεύου πως αυτός για τη δικιά μου καίγετι, όλου με παίρνει τηλέφωνου και με ρουτάει τι κάνει, αλλά δεν της τα μαρτυράου για να μην του πάρει πάνω της. Όχι να του παινευτώ, αλλά είναι κούκλα, αλήθεια σας λέου. Καθίστι να σας δείξου μια φωτογραφία της απού του φέις μπούκ, να δείτι πως έχου δίκιο. Ένα λεπτό να βρω μια καλή, γιατί όλου με του ένα μάτι βγάζει και με τη γλώσσα έξου – είναι μόδα λέει, του κάνουνι πολλές. Ορίστι! Κούκλα δεν είναι; Συμφουνείτι, ε; Καλά δεν κάνου κυρά Στέλλα μου, τι λέτι κι εσείς; Την αφήνου να σιγουβράζει στου ζουμί της, να καταλάβει τι είχε και τι έχασι για να του εκτιμήσει. Μετά βλέπουμι… Ου Παναγιώτης, απ’ ότι μου είπι την τελευταία φουρά που μιλήσαμι στου τηλέφωνου, θα τη χουρίσει την άλλη, δεν την αγαπάει, για γούστου την κρατάει, να κάνει τη δικιά μου να ζηλέψει ντε… Καταλάβατι;

Αυτό να του βάλου ψηλά κυρά Στέλλα να μη σας ενοχλεί; Ναι προσέχου, μα τι λέτι τώρα, πώς θα το σπάσου; Εγώ δουλεύου είκοσι χρόνια και βάλι σε σπίτια και δεν έχου σπάσει πουτέ τίπουτα. Είμαι πουλύ προυσεκτική. Ορίστι! Είδατι που σας έλεγα; Καλύτερα δε φαίνετι απού ψηλά; Τι είναι αυτό είπατι; Βραβείου; Μπράβου! Καλέ τι λέτι; Γράφιτι και  βιβλία και δεν του γνώριζα τόσου καιρό; Σας έβλεπα που γράφετι αλλά νόμιζα πως κάνετι άλλα πράματα. Δε μου πήγι του μυαλό στα βιβλία. Μπράβου σας! Εμ γι’ αυτό δείχνετι τόσου ενδιαφέρουν για τις ιστουρίες μου, τώρα κατάλαβα. Να σας πω εγώ ιστουρίες κυρά Στέλλα μου για τη ζουή μου, δέκα βιβλία θα γράψετι! Κι όλα αληθινά, ε; Την επόμενη φουρά που θα ’ρθου θα τα πιάσουμι απ’ την αρχή, από τότι που παντρεύτηκα. Μαύρη να ’τανι η ώρα που μ’ έδουσι η μάνα μου σε κείνουν του ρέμπελου. Τι να σας λέω κυρά Στέλλα μου; Χαϊβάνι ήμουνα καλέ, ήμουνα δεν ήμουνα δεκάξι. Αυτή με πήρι στου λαιμό της. Μυαλό κουκούτσι η γυναίκα!  Ξέρετι τι σημαίνει αυτό; Του λέτι κι εσείς εδώ. Τέλους πάντουν. Ας είναι καλά εκεί που είναι γιατί έχει και ζάχαρου τώρα κι όλου τρέχει κι αυτή στα νουσουκουμεία…

Αχχχ… Πουλύ του ευχαριστήθηκα του καθάρισμα σήμερα. Με τη κουβεντούλα μας και με του τραγούδι πέρασι γρήγουρα η ώρα. Ένα καλό σφουγγάρισμα τώρα κι όλα έτοιμα! Να σας αφήσου στην ησυχία σας να συγκεντρωθείτι κι εσείς στη δουλειά σας.

‘’Κι ότι σε πλήγουσι ή σε θάμπουσι απού ψηλά αν του κοιτάξεις

Θα σου φανεί τόσου ασήμαντου που στη στιγμή θα του ξεχάσεις…’’

Αχχχ… έτσι είναι. Απού ψηλά όλα ασήμαντα φαίνουντι αλλά δυστυχώς δε μένουμι εκεί ψηλά μένουμι εδώ κάτου. Την επόμενη φουρά κυρά Στέλλα μου θα σας πω για τουν άντρα μου και για τουν γιό μου. Εκεί να δείτι τι έχου περάσει και περνάου ακόμα δηλαδή. Θα σας πω όμως και για του νέου μου αμόρε… Ευτυχώς βρέθηκι κι ένας άνθρωπους καλός και για μένα. Τι να κάνου κυρά Στέλλα μου, νέα γυναίκα είμαι κι εγώ. Μουνάχη μου θα καθόμουνα; Είναι πουλύ καλός, στα μάτια με κοιτάει! Έλληνας ναι, χωρισμένους κι αυτός. Τα πάμι πουλύ καλά μέχρι τώρα. Έχει μια καφετέρια και πάει καλά. Να φανταστείτι όπου δουλεύου με παίρνει τηλέφωνου για να μου φέρει του καφεδάκι μου με του μηχανάκι του. Και σήμερα πριν μπω στου σπίτι σας μου ’φερε τουν καφέ απέξου. Φρέντου καπουτσίνου σε πλαστικό κι ένα κουμμάτι κέικ που του σερβίρει με τους καφέδες. Με προυσέχει πουλύ. Δέκα τηλέφωνα τη μέρα με παίρνει να δει αν είμαι καλά. Τι άλλου θέλου, ε;  Αχχχ… Τίπουτα δε θέλου η καημένη. Να μ’ αφήσει μουνάχα ήσυχη αυτός ου άσωτους ου άντρας μου, γιατί φουβάμι πως αν μάθει πως έχου άλλουν θα ‘χου προυβλήματα πουλλά. Έτσι είναι οι άντρες. Όταν σ’ έχουνι δε σ’ εκτιμάνι, άμα δούνι όμως πως βρήκες άλλουν τότι γίνουντι θηρία να σε φάνι… Τέλους πάντουν. Πάου για τουν κουβά και τη σφουγγαρίστρα τώρα. Μη σας καθυστερού κι εσάς.

‘’Πουλύ με πίκρανες ζουή μακριά θα φύγου ένα προυί

Θ’ ανέβου σ’ ένα αερουπλάνου να δω του κόσμου από κει πάνου…’’

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music