«Χάιδω και Σωτηράκης – Οι αρρεβώνες (μέρος πρώτο)», γράφει η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα

-Τι έχ’ς Χαϊδούλα μ’ κι είσι έτσ’ α μουτρωμέν’; ρώτησε η μάνα της τη Χάιδω όταν την είδε που μπήκε στην κουζίνα και είχε τα μούτρα κατεβασμένα ως το πάτωμα.

-Τι να ‘χου μωρ’ μάνα… Τίποτις. Τι καλό φτιάν’ς σήμερις:

Η κυρά-Λένη σταμάτησε το μαγείρεμα αμέσως. Σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά της, πιο πολύ για να κερδίσει χρόνο να μελετήσει καλά τη στάση της Χάιδως παρά πως το είχαν ανάγκη.

-Ιμένα διν μι γιλάς… Τι σε στενοχώρεψε; τη ρώτησε στο τέλος και την τράβηξε απ’ το χέρι να πάει κοντά της για να την κοιτάει ίσα στα μάτια.

Ξεφύσηξε η Χάιδω. Ύστερα σήκωσε τα μάτια της και κοίταξε την μάνα της. Ανταριασμένο το βλέμμα της, η κυρά-Λένη δεν έβγαζε άκρη αν ήταν στενάχωρο ή αν ήταν νευριασμένο.

-Μ’ έστειλε γράμμα ο Σωτηράκης. Μ’ απάντ’σε δηλαδής σε κείνο που του ‘χα στείλιει ιγώ τ’ς προάλλις που ‘χι αρρωουστήσ’ η Μαριγούλα σ’…

-Έκατσις κι έγραψις γράμμα στουν άνθρωπου μαρή επειδής αρρώστ’τσε του ζωντανό; Είσι μι τα καλά σ’;

-Ε, να μωρ’ μάνα, θέλ’τσα λίγου να τουν ζουρίσου για να ταχύν’ τουν αρρεβώνα…, είπε η Χάιδω κι ύστερα έγινε κατακόκκινη σαν τα παντζάρια απ’ την ντροπή της.

-Τι έκανις λέει; Ωχ Παναϊα μο! Γιατί μαρή; Σε ‘δωκι δικαίουμα ου άνθρωπους πως θα σι γιλάσι και θέλ’τσες να τουν ζουρί’ις; Ντροπή σ’! Μη κι του μάθ’ ου πατέρα σ’ χάθ’καμαν μητά!

-Ε, θα του μάθ’, διν θα του μάθ’; Αφού θα ‘ρθουνι ιδώ όλ’ τ’ς μαζί τα Φώτα…

Η κυρά-Λένη έκλεισε με την παλάμη της το στόμα της και γούρλωσε τα μάτια. Κι έπειτα:

-Έρχουντι να μας ζητήξουν τουν λόγου για τις χαζουμάρις απ’ παέν’ς κι κάν’ς; Διαλάνι τουν λόγου ‘π’ έδωκαν;…

-Ούοχι μωρ’ μάνα… Θα ‘ρθουνι για τις αρρεβώνις, να αλλάξουμι δαχτ’λίδια…

Η κυρά-Λένη πήρε βαθιά ανάσα και σωριάστηκε σε μια καρέκλα. Είχε πάει η ψυχή της στην κούλουρη! Φαντάσου τι σούσουρο θα γινότανε αν έκαναν οι Καρανασαίοι και διαλούσαν τον λόγο! Κουδούνια θα τους κρεμάγανε!

-Χάιδου. Χάιδου είσι πουλύ τυχιρή. Μπράβο τ’ του γαμπρού μ’ που το ‘νι μυαλουμένου του παιδί και τα ζύγιασι τα πράματα. Πρέπ’ να σ’ αγαπάει πουλύ για να την σ’κώσ’ τέτοια προσβουλή! Καημένη μ’. Κάτσι να ‘ρθουνι μι του καλό κι θα πέισ’ς στα γόνατα να ζητήξεις συγνώμ’ απ’ τα συμπεθέρια κι απ’ τουν Σωτηράκη!

-Μα βρι μάνα κάτσι να σι διαβάσου πως μι μιλάει στου γράμμα! Ιγώ… ιγώ…

-Ισύ θα φας δυο ανάποδις να μάθ’ς άλλ’ φουρά να προυσέχ’ς τι παέν’ς κι κάν’ς! Ουρίστι μας! Απ’ θα βγεις κι απού παν’! Τίποτις διν θέλου να μ’ διαβάσ’ς! ‘Αιντε μι σε βουτήσου απ’ τ’ς κουσίδες κι σι φέρου δυο γυρουβουλιές! Πότι είπις πως θα ‘ρθουνι, αυτό μοναχά θέλου να μ’ πεις.

-Πέρα τα Φώτα…, είπε η Χάιδω κι από μέσα της παρακάλαγε να άνοιγε η γη να την καταπιεί παρά που ρεζιλεύτηκε έτσι στην μάνα της, στον Σωτηράκη της, στα πεθερικά της.

-«Καταραμένα στόματα, ευλογημένα χέρια», έτσι μ’ έλιγι η γιαγιά μ’, Θεός σ’χωρέσ’ την ψυχούλα τ’ς. Τέρμα οι κουβέντις Χάιδου, έχουμι έναν αρρεβώνα να ετοιμάσουμι.

Και ξεκίνησε ένας οργασμός δραστηριοτήτων άνευ προηγουμένου για το μικρό χωριουδάκι της Αργιθέας. Αυλές ασβεστώθηκαν. Όλες οι αυλές, όλου του χωριού! Και της εκκλησίας συμπεριλαμβανομένης! Αλίμονο αν κάποιος δεν πάστρευε το σπίτι του για αυτό το γεγονός. Η οικογένεια του Στέφου και της Λένης Κοτιά, πάντα ήταν μπροστά σε όλα, πάντα φροντίζανε για το χωριό. Οπότε, ο γάμος της Χάιδως ήτανε μεγάλο γεγονός. Και την εκκλησία πάστρεψαν και το Κοινοτικό Γραφείο ακόμα, απ’ άκρη σ’ άκρη! Κι ολούθε στόλιζαν με πήλινες γλάστρες βαμμένες με κόκκινη λαδομπογιά, όπως κάνανε την Λαμπρή, μόνο που τώρα φυτεμένα μέσα είχανε αμάραντα αντίς για βασιλικούδια.

Τρέξανε οι κυράδες να προσφέρουνε βοήθεια. Κάνανε τ’ αρχοντικό του Κοτιά φύλλο και φτερό. Κι ας ήτανε μέσα στο καταχείμωνο. Γυαλίσανε τ’ ασημικά. Αλλάξανε τις κουρτίνες, αφού τις έπλυναν και τις περάσανε κόλλα. Σαπουνίσανε τα γυαλιά από τις λάμπες πετρελαίου. Καλοσιδέρωσαν για να φρεσκάρουνε όλα τα πετσετάκια. Μέχρι και τους στάβλους καθαρίσανε, λες κι είχαν κάνα καημό τα συμπεθέρια να επισκεφτούνε τα πράματα! [1]

Κι έπειτα, πιάσανε να ετοιμάσουνε το δωμάτιο με τα προικιά της Χάιδως. Μα σαν ξεκίνησαν κατάλαβαν πως κι όλο το σπίτι αν άνοιγαν, δεν έφτανε για να τ’ απλώσουνε. Κι έτσι αποφάσισαν οι γυναίκες να στήσουν την έκθεση στην αίθουσα συνεδριάσεων που είχε το Κοινοτικό Γραφείο. Μάλιστα! Γιατί ήταν και μεγάλη και τους παραχώρησε και το κλειδί ο Πρόεδρος για να μπορούν να σφαλίζουν και την αίθουσα ως την μεγάλη μέρα.

Έτσι ήταν το έθιμο. Τα προικιά της νύφης απλωνόντουσαν σε έκθεση μια ολόκληρη βδομάδα πριν τους αρραβώνες, να περάσει όποιος θέλει να ευχηθεί και να θαυμάσει την προκοπή της κοπέλας και της οικογένειάς της. Κι όποιος ήθελε, μαζί με τις ευχές για καλά στέφανα έφερνε και δώρο. Μα γλυκό του κουταλιού, μα ένα μπακίρι για την κουζίνα, μα ένα ασπροκεντήδι, μια βελέντζα. Και λίρες, εννοείται, για τους πιο ευκατάστατους. Μπαίνανε όλα τα προικιά με τη σειρά ανά είδος, βαλμένα με τάξη και γούστο, σαν να τα ετοίμαζαν προς πώληση και θέλανε να δελεάσουν τους αγοραστές. Και τα μάλλινα σεντόνια, τα φλοκοτά, οι βελέντζες, οι μαξιλάρες, τα ριχτάρια, σε μπαούλα δερμάτινα, ανοιχτά από πάνω για να φαίνονται τα μέσα τους. Δώδεκα μπαούλα και τρεις ντιβανοκασέλες κουβαλήσανε στο Κοινοτικό Γραφείο τα παλληκάρια του χωριού, με μπροστάρηδες τ’ αδέρφια της Χάιδως! Τους κοπήκανε τα νεφρά απ’ το βάρος. Χώρια τα λοιπά, που τα κουβαλήσανε με τα κοφίνια για να τα στολίσουν στην έκθεση. Εκατόν δώδεκα κοφίνια τον αριθμό! Μάλιστα! Κι όταν με το καλό γινόντουσαν οι αρραβώνες, τότε όλα τα προικιά θα τα φορτώνανε σε μουλάρια για να τα πάνε για έκθεση στο χωριό του γαμπρού. Μαζί με τα δώρα που θα είχε ο γαμπρός, που κι αυτά θα τα έβαζε στην έκθεση.

Τα δώρα τα ανέλαβε, φυσικά, η κυρά-Λένη. Για την συμπεθέρα της πήγε κι αγόρασε ένα τόπι ύφασμα διπλόφαρδο, από πανάκριβο μετάξι ανατολής, σε χρώματα σκούρα, της γης και μαζί δέκα πήχες βασιλικές από χοντρό ολόμαλλο καμηλό σε χρώμα καφέ σκούρο, για να ράψει παλτό από πάνω. Για τον συμπέθερό της διάλεξε  μια εικόνα της Παναγίας της Σπηλαιώτισσας, όλη ντυμένη με ασήμι. Για τον γαμπρό της διάλεξε μαζί με τον Στέφο της και του πήρανε ένα ολόχρυσο ρολόϊ τσέπης σκαλιστό, κατευθείαν από την Ελβετία τους είπε ο κοσμηματοπώλης. Και μαζί ένα ζευγάρι ολόχρυσα μανικετόκουμπα ασορτί και μια καρφίτσα για τη γραβάτα.

«Έτσ’, για να καταλάβουνι απού τι οικουγένεια κρατάει του κουρίτσ’ που παίρνουνι!» καμάρωνε η κυρά-Λένη καθώς τα κοίταζε και τα ξανακοίταζε μαζί με τη Χάιδω, όταν τα ταχτοποίησαν σπίτι για την μεγάλη μέρα.

Καθώς πλησίαζαν οι μέρες για τα Φώτα, με ευλάβεια περισσή αυτή τη χρονιά γιορτάσανε τα Χριστούγεννα. Δεν λείψανε από καμιά λειτουργία. Και νήστεψαν οικογενειακώς. Και εξομολογήθηκαν στον παπα-Θόδωρο. Και μετάλαβαν όλοι τους. Κι επειδή έτσι κάνανε κάθε χρόνο, καθώς ήτανε χριστιανοί ορθόδοξοι, αλλά και για την υγεία των παιδιών τους στο νέο τους ξεκίνημα, αυτή τη χρονιά.

Το μόνο που άφησε η κυρά-Λένη για το τέλος, ήτανε η παρασκευή των γλυκών, που θα τα φτιάχνανε οι γειτόνισσες. Δίπλες, λαλαγγίτες και μπεζέδες. Και ο μεγάλος της ο γιος είχε αναλάβει να έχει έτοιμα τέσσερα αρνιά και τέσσερις μεγάλες σούφλες κοκορέτσι. Κι η κόρη της η μεγάλη, μαζί με τις πρωτοξαδέρφες, θα έφτιαχνε τις πίτες και τέσσερα ταψιά μπακλαβά, που σαν την Τασία όλοι είχαν να λένε πως κανένας δεν τον πετύχαινε. Βλέπεις είχανε να φιλέψουνε στους αρραβώνες ολόκληρο χωριό! Το κρασί δικό τους, απ’ τα αμπέλια τους.

Αλλά κι από την πλευρά του Σωτηράκη, παρόλη την γκρίνια της κυρά-Ματούλας, δεν πήγαν πίσω από ετοιμασίες. Ένα σετ μάλλινο στον αργαλειό με δυό διαδρόμους και ένα χαλί, για την κρεβατοκάμαρα της συμπεθέρας, παρέα με ίδιο κουβερλί, μπάντα για τον τοίχο και τέσσερις μαξιλάρες. Η παράσταση ήταν μια βοσκοπούλα που έγνεθε μαλλί καθώς βοσκούσε τα πρόβατα. Η λεπτομέρεια ήταν τόσο μεγάλη και τα χρώματα τόσο ζωντανά, που θαρρούσες πως θα σηκωνόταν η βοσκοπούλα και θα σου μιλούσε!

Για τον συμπέθερο διαλέξανε μια θηλυκιά φοράδα, ήρεμη σαν πρόβατο και μικρή σε ηλικία. Πανέμορφο το ζωντανό, κράταγε από άλογο κούρσας αραβικό, το παραγγείλανε απ’ τη Λαζαρίνα που είχε παράδοση στα άλογα. Του φόρεσαν και μια δερμάτινη σέλα, ειδική παραγγελία απ’ τους δερματάδες της Καστοριάς.

Και για τη νύφη πήρανε σταυρό μαλαματένιο, με ολόχρυση καδένα, σε γραμμή βυζαντινή. Μαζί δυο ίδια βραχιόλια και μια ζώνη με ολοστρόγγυλη πόρπη – όλα παραγγελιά απ’ τα Γιάννενα.

Ήρθε η μέρα να κινήσουνε. Ο Σωτηράκης και τα σόγια του σε τρεις σούστες. Κι ένα κάρο από κοντά για τα δώρα και τους οργανοπαίχτες. Γιατί ο πατέρας του Σωτηράκη, ο κυρ-Γιώργος, είχε πληρώσει τον καλύτερο κλαριντζή της περιοχής, τον Βαγγέλη Σταύρου με τ’ όνομα, μαζί με τον πιο γνωστό βιολιστή που πήγαινε στα μεγαλύτερα πανηγύρια, τον Χρήστο Τέγο.

Κι έτσι, ξεκίνησαν πέντε τα ξημερώματα και νωρίς το μεσημέρι ήτανε στην αρχή της δημοσιάς του χωριού της Χάιδως. Εκεί ο γαμπρός, οι γονείς του, οι συγγενείς τους, κατέβηκαν. Μπροστά στάθηκαν οι οργανοπαίχτες. Πίσω ο Σωτηράκης με δεξιά κι αριστερά τους γονείς του και από πίσω του τους βλάμηδες – οι άντρες της συνοδείας του που φόραγαν στον έναν ώμο λευκό μαντήλι για να ξεχωρίζουν. Παραπίσω όλοι οι υπόλοιποι.

Κι άρχισαν τα όργανα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…


[1]Πράματα στην Δυτική Θεσσαλία ονομάζουν τα ζώα, είτε πρόβατα, είτε κατσίκια.

Ίσως σας αρέσει και

2 Σχόλια

  • Έλενα Σαλιγκάρα
    29 Μαρτίου 2016 at 22:47

    Άντε λοιπόν! Άρχισαν τα όργανα! Μπράβο Κατερινιώ, ωραία μας συνεχίζεις την ιστορία. Και πάντα με την ιδιαίτερη διάλεκτο!

    • Κατερίνα Ευαγγέλου - Κίσσα
      30 Μαρτίου 2016 at 11:26

      Καλημέρα Έλενα! Ευχαριστώ. Κοντεύουμε πια στο τέλος της ιστορίας μας. 🙂

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music