«Χάιδω και Σωτηράκης – Οι αρρεβώνες (μέρος δεύτερο)», γράφει η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα

Μπροστά περπάταγαν οι οργανοπαίχτες, παίζοντας θεσσαλιώτικα παραδοσιακά τραγούδια του γάμου. Από κοντά ο αρρεβωνιάρης, ο Σωτηράκης, πέρναγε σοβαρός βαστώντας αγκαζέ τους δυο γονιούς του. Η μάνα του, η κυρά-Ματούλα, χαμογέλαγε συγκρατημένα. Ο πατέρας του όπου έβρισκε παιδιά, έχωνε το χέρι βαθιά στην τσέπη και μοίραζε τάλαρα σε όλα. Οι βλάμηδες που ακολουθούσαν ήταν όλοι τους οι πιο κοντινοί φίλοι του γαμπρού καθώς και τα πρώτα του ξαδέρφια. Παραπίσω έρχονταν οι υπόλοιποι συγγενείς και κάποιος είχε στη φροντίδα του τα δώρα – οδήγαγε το κάρο με τα δώρα, στο οποίο ήταν δεμένο κι ακολουθούσε και το άλογο που προοριζόταν για δώρο του συμπέθερου, του πατέρα της νύφης.

Σαν έφτασαν επιτέλους έξω απ’ την αυλή της Χάιδως, τα πιτσιρίκια που ήταν σκαρφαλωμένα στον μαντρότοιχο για να βλέπουν την πομπή να έρχεται, πήδησαν κάτω φωνάζοντας όλα μαζί «Οοο!» και γελώντας άπλωναν τα χέρια τους για να πάρουν τάλαρα και αυτά!

Στην μεγάλη καγκελωτή αυλόπορτα βγήκε ο πατέρας της Χάιδως, ο κυρ-Στέφος Κοτιάς, μαζί με τους δυό μεγάλους του γιούς, τον Προκόπη και τον Φάνη, για να υποδεχθεί τον γαμπρό και το σόι του.

-Καλώς ουρίσατε στου αρχοντικό μ’! είπε γελώντας πλατιά.

Έπειτα πήγε και καρφίτσωσε από ένα χιλιάρικο στο πέτο των οργανοπαιχτών, οι οποίοι αναμέρισαν για να δώσουν χώρο για την υποδοχή, χωρίς όμως να σταματήσουν να παίζουν.

-Συμπέθιρε! Συμπιθέρα! Συνέχισε χαιρετώντας με χειραψία τους γονείς του Σωτηράκη.

-Πιδί μ’! είπε μετά συγκινημένος και αγκάλιασε τον Σωτηράκη.

-Περάστι, περάστι! Είπε μετά και άπλωσε το χέρι του δείχνοντας την αυλόπορτα.

Πρώτοι μπήκαν οι οργανοπαίχτες, μετά ο γαμπρός και τα συμπεθέρια, οι βλάμηδες κι οι συγγενείς και τέλος οι δυό γιοι του κυρ-Στέφου πήραν τα δώρα. Ο Προκόπης βάστηξε το άλογο απ’ τα γκέμια και ο Φάνης μαζί με δυό συγγενείς του Σωτηράκη τα υπόλοιπα δώρα και τα απόθεσαν μέσα στην αυλή.

Μέσα στην αυλή, παραπλεύρως από το σπίτι, βρίσκονταν ένα χωράφι γύρω στα πεντακόσια τετραγωνικά και εκεί είχε στηθεί ένα υπόστεγο θαρρείς σαν να ‘ταν θερμοκήπιο. Μέσα ήταν στρωμένα με λευκά τραπεζομάντηλα όλα τα τραπέζια, για να φιλοξενηθεί στο γλέντι όλος ο κόσμος. Μαγκάλια ζέσταιναν τον χώρο κι μια μεγάλη πίστα για χορό είχε στηθεί επάνω σε μια εξέδρα φτιαγμένη από σανίδες.

Παρόλο το κρύο του χειμώνα, όλοι καρτέραγαν με χαρά και περιέργεια για να δουν τον γαμπρό και την νύφη, εκεί, έξω στην αυλή. Μόνο οι οργανοπαίχτες πήραν τη θέση τους μέσα στο υπόστεγο.

Ο κυρ-Στέφος γύρισε και κοιτώντας προς το σπίτι φώναξε:

-Λέν’! Για κοπιάστι!

Και τότε βγήκε έξω η κυρά-Λένη κρατώντας απ’ τα αριστερά της την κόρη της την Χάιδω. Και για μια στιγμή επικράτησε ησυχία. Μέχρι και τα πιτσιρίκια που κυνηγιόντουσαν ανάμεσα στους μεγάλους, στάθηκαν για να θαυμάσουν την νύφη.

Η Χάιδω, όπως κι η μάνα της, φόραγε μια παραδοσιακή φορεσιά ολοκαίνουργια, που την είχαν φτιάξει για τους αρρεβώνες. Το μόνο της στολίδι η θηλειά με τις λίρες, το δώρο της πεθεράς της στο λόγο που είχαν δώσει με τον Σωτηράκη, κρέμονταν στο μέτωπό της κεντημένες στη λευκή της μαντήλα. Κι η Χαϊδούλα ήταν όμορφη. Τόσο όμορφη που η καρδιά του Σωτηράκη σταμάτησε για λίγο, μαζί με την ανάσα του.

Κατέβηκαν τα λιγοστά σκαλιά και στάθηκαν τρία – τέσσερα μέτρα μακριά από τα συμπεθέρια. Από κοντά τους ακολούθησαν και σταμάτησαν ένα βήμα παραπίσω ο παπά-Θόδωρας, τα υπόλοιπα αδέρφια της, τα ανίψια της, οι ξαδέρφες της οι λεύτερες. Οι θειάδες της μαζί με τους άντρες τους ήταν ήδη στην αυλή από πριν.

Το έθιμο τώρα πρόσταζε να γίνουν οι αρρρεβώνες και μετά να ανταλλάξουν τα δώρα και να συνεχίσουν στο γλέντι. Δυο φιλενάδες της νύφης φέρανε ένα μικρό τραπέζι στρογγυλό. Το άφησαν στο πλάι. Επάνω στο τραπέζι δέσποζε μια εικόνα της Παναγιάς της Σπηλιώτισσας. Μέσα σε έναν ασημένιο δίσκο με λευκά κουφέτα ήταν ένα κουτάκι με τις βέρες (τις είχε στείλει ήδη από μέρες ο Σωτηράκης) και το Ευαγγέλιο του παπά.

Βγήκε μπροστά ο παπά-Θόδωρας. Αμέσως επικράτησε άκρα σιωπή.

-Ευλογητός ο Θεός…

Ξεκίνησε ο παππούλης να διαβάσει στους μελλόνυμφους την ευχή των αρραβώνων. Όλοι σταυροκοπήθηκαν. Όταν έφθασε η ώρα ο παπά-Θόδωρος σταύρωσε επάνω στην εικόνα τις βέρες και τις φόρεσε στο Σωτηράκη και στη Χάιδω.

-Να ζήσιτι! Να ζήσιτι! Καλά στέφανα! Φώναξαν όλοι οι παρευρισκόμενοι με μια φωνή.

Έπειτα η νύφη, αφού ασπάστηκε το χέρι του παπά, πήγε και προσκύνησε τον πεθερό και την πεθερά της, τους φίλησε το χέρι και ζήτησε την ευχή τους.

Τα ίδια ακριβώς έκανε κι ο Σωτηράκης με τους γονείς της Χάιδως.

Κι η μάνα της Χάιδως τάισε το ζευγάρι γλυκό βύσινο, γλυκιά να είναι η ζωή τους.

Κι η μάνα του Σωτηράκη «έσπασε» στο κεφάλι της νύφης μια κουλούρα ψωμί και τους τάισε και τους δύο από μια μπουκιά, ποτέ να μην τους λείψει το φαϊ.

Κι οι δυό οι πατεράδες τους τούς δώσανε από ένα λευκό μαντήλι κομποδεμένο, που μέσα είχε από μια λίρα χρυσή, ποτέ να μην είναι άδεια τα χέρια τους.

Κι αντάλλαξαν τα δώρα. Σούσουρο μεγάλο επικράτησε. Μα όλοι μείνανε ευχαριστημένοι. Ακόμα κι η κυρά-Ματούλα, η μάνα του Σωτηράκη. Ακόμα κι η κυρά-Λένη, η μάνα της Χάιδως.

Κι έτσι γλυκά και μονιασμένοι –κακό μάτι να μην τους δει και τους βασκάνει– προχώρησαν για το γλέντι, πιασμένοι όλοι μεταξύ τους αγκαζέ, γελώντας και κάνοντας χωρατά.

Και φάγανε. Και ήπιανε. Και χορέψανε. Και τους πήρε το πρωί να χαίρονται.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

Ίσως σας αρέσει και

2 Σχόλια

  • Έλενα Σαλιγκάρα
    5 Απριλίου 2016 at 22:51

    Πολύ ωραία μας μετέδωσες την ατμόσφαιρα του αρραβώνα Κατερινιώ !

    • Κατερίνα Ευαγγέλου - Κίσσα
      6 Απριλίου 2016 at 09:03

      Καλημέρα Έλενα! Ευχαριστώ. 🙂

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music