«Χάιδω και Σωτηράκης – Η πρατίνα», γράφει η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα

– Σειόνται τα δέντρα, σειόνται Ζαχαρούλα μ’, σειόνται και τα κλαδιά… ξεκίνησε να της τραγουδάει η μάνα της αφού φύγανε τα συμπεθέρια κι ο γαμπρός, μετά που δώσανε τον λόγο. Μα έσπασε η φωνή της κι έβγαλε μέσα απ’ το μανίκι της ένα άσπρο μαντήλι και κάλυψε το στόμα της.

– Αχ, σειόνται τα δέντρα, σειόνται Ζαχαρούλα μ’, σειόνται και τα κλαριά, αχ, σειέται κι η Ζαχαρούλα, η Ζαχαρούλα, σαν πάει στην εκκλησιά. Ζαχαρούλα τ’ όνομα σου,
και γλυκό το φίλημά σου, έπιασε και το συνέχισε ο πατέρας της και την πήρε απ’ το χέρι σέρνοντας τον χορό εκεί στην αυλή, που μόλις τους είχανε χαιρετίσει να πάνε στο καλό του κοριτσιού του τα νέα τα γονικά…

– Άει, χιρόμαστι σήμερις μέρα που ‘ναι Λενάκι μ’! Θα παντρέψουμι του κουρίτσ’! Έλα Χαϊδούλα μ’, έλα να σύρ’ς τουν χορό μας!

Έτρεξε η Χάιδω κι αγκάλιασε την μάνα της, χώθηκε στον κόρφο της κι έπιασε να κλαίει μ’ αναφιλητά. Κι ο γέρος της τις τράβηξε και τις δυό και τις έκλεισε στην αγκαλιά του και τις παρηγορούσε, προσπαθώντας να κρύψει πως βούρκωσαν και τα δικά του τα μάτια.

– Ιελάτε μωρέ, πάφτι! Τι κάνιτι έτσ’; Κινήστι να χορέψουμ’ μωρέ, χαρές έχουμι! Σι καλό μας σήμερις! Έλα Ζαχαρούλα μ’ ισύ, Χαϊδούλα μ’, χαϊδεμένο μ’ ισύ, έλα!

Κι έπειτα έπιασε μαντήλι ο μεγάλος του γιός, ο Προκόπης και ξεκίνησε να χορεύει μπροστά κι από κοντά ακολουθήσαν όλοι, συγγενείς και γείτονες κι οι γυναίκες συνέχισαν να τραγουδάνε την Ζαχαρούλα. Κι έπιασε κι ο κυρ-Αριστείδης, ο πανηγυρτζής, το κλαρίνο κι έφτιασε μύθο!

– Ιέτσι α ωρέ! Μπράβο σ’ λεβέντη μ’! φώναξε ο πατέρας τους και έριξε ένα σφύριγμα κλέφτικο, που αντιλάλησαν τα βουνά.

Κάπως έτσι έκλεισε εκείνη η μέρα. Χορέψανε, φάγανε, όλοι μαζί μια παρέα. Και γελάσανε και κλάψανε. Βλέπεις, παντρεύανε το πρώτο το παιδί τους, το πρώτο το κορίτσι τους. Όλοι της είχανε μεγάλη συμπάθεια που την ήτανε τόσο όμορφη μα και τόσο προκομένη.

Κατά ώρα έντεκα το βράδυ μαζεύτηκαν μέσα, ο καθένας σπίτι του.

– Έλα Χαϊδούλα μ’ να σι δίξου τα προικιά σ’, της είπε η μάνα της.

– Τώρα γιας μωρ’ μάνα; Σφαλίζουν τα μάτια μ’ απ’ τη νύστα, άστου γι’ αύριου.

– Καλά, αλλά να ξέρ’ς, όλα θα τα πλύνουμ’ κι θα τα παστρέψουμ’, φουφούλις θα τα κάνουμ’! Να τα’ χομ’ έτοιμα για τ’ς αρρεβώνις!

– Μα τι ανάγκη για πλύσιμο έχουν μωρ’ μάνα, κλεισμένα στα μπαούλα τα ‘χ’ς!

– Αυτό απ’ σι λέου ιγώ! Δεν θα σι στείλου ιγώ στην πεθερά σ’ όπους να ‘νι, να ‘χ’ να μολουγάει κι αυτήν κι ούλοι οι καμποίσοι αυτού κάτ’ απ’ πήγις κι αγάπ’σις!

– Μάνα…

– Πάψι… Απ’ θα μι φύγεις κι ποιούν θα ‘χου ιγώ μωρή ιδώ να μ’ διαφεντεύ’ τα πράματα κι τα χουράφια;

– Μάνα, μανούλα μ’…

Εκείνο το βράδυ, η Χάιδω και η Λένη κοιμήθηκαν αγκαλιά, ύστερα από πολλά χρόνια που το ‘χε ακόμα στα σπάργανα μικρό κορίτσι. Δύσκολος φάνταζε ο χωρισμός. Θα έφευγε το σπλάχνο της κι ήταν όλοι τόσο πολύ αγαπημένοι σ’ αυτήν την οικογένεια. Ποτέ δεν είχαν χωρίσει μέχρι τότε κανείς τους. Εξόν από τότε που χρειάστηκε να κάνει ο Φάνης, ο δεύτερος ο γιός της, εγχείρηση για τη σκωληκοειδίτιδα όταν τον ήταν στην Τρίτη Δημοτικού ακόμα. Φοβόταν η Λένη να μην κλονιστεί κι η υγεία του Στέφου, που ήταν ευαίσθητη. Μπορεί να μην το ‘δειχνε και να το ‘παιζε κι αυτός λιοντάρι, μα τον ηξέρε η Λένη κι απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Κι ήξερε πως ο Στέφος στενοχωριόταν πολύ που παντρεύονταν μακριά το κορίτσι.

Το επόμενο πρωί ξημέρωσε μια άλλη μέρα. Καινούργια. Είχαν κατακάτσει στη διάρκεια της νύχτας οι ανασφάλειες κι οι φόβοι κι είχε μείνει μόνο η χαρά. Κι άρχισε η κυρά Λένη να μοιράζει γύρω εντολές για δουλειές.

– Χάιδου, να πας να ιβρείς κι να ιπείς στις ανεπρόκουφτες τις ξαδέρφες σ’, ότι ταχιά σιμά πρέπ’ να μαζιυτείτι να πάτι στου πουτάμ’ να πλύνετι τα φλουκουτά κι τ’ς κουβέρτις απ’ τα προικιά σ’! Ξέρ’ς πόσου θέλουν να στιγνώσουν; Σι λίγες μέρες μπαίν’ ου Νουέμβρ’ς!

– Κι συ μωρ’ Τασία, να πας να πάρ’ς αλυσίβα κι να κοσκινήσ’ς κι την στάχτ’ για να πλύνουμ’ τ’ ασπρόρουχα στου καζάν’!

– Λιάκου! Του καζάν’ του πήρις απ’ του γανοματή ή θα σ’ αφαλοκόψου για σ’μάδι;

– Στέφου, κάνι στην άκρ’ κι μιν ανακατώνισι στ’ς δ’λειές μ’! Διν γλιέπ’ς που τρέχου κι διν σώνου;

– Κάρβουνα για του σίδηρου φύλαξες στην άκρ’ Χάιδου;

Σαν τη σβούρα γύρναγε παντού! Όποια πέτρα και να σήκωνες από κάτω θα την έβρισκες! Και να φτιάσουν γλυκά. Και να χωρίσουν τον τραχανά σε μισόκοιλα να δώσει από κοντά στον γαμπρό όταν ματαρχόταν. Και να πάνε να της μάσουν κάστανα να τα ‘χει για το τραπέζι των αρρεβώνων που θα έφτιαχνε αρνί γεμιστό, έτσι όπως της το ‘χε μάθει η ξαδέρφη της, που είχε παντρευτεί από χρόνια και την ήταν στην Άνδρο με τον άντρα της τον καπετάνιο. Να φτιάξουν και λουκάνικα.

– Τι θα πει είνι μικρό ακόμα μικρό του γ’ρούν’ κι είνι κρίμα να του σφάξ’ μ’ απ’ τα τώρα; Κι εγώ μι τι θα φτιάξου λουκάνικα; Διν σι ‘πα να πα να τα σφάξ’ς ούλα, ίενα μουναχά μι φτάν’!

Κανείς δεν την ησύχαζε! Και καλύτερα έτσι, ξέχναγε τον καημό της που θα έφευγε η Χαϊδούλα της. Κι ο Στέφος κρυφογέλαγε πίσω από την πλάτη της. Κι η Χάιδω χαίρονταν που όλα αυτά γινότανε για κείνην κι όλο τραγούδαγε!

Ώσπου ένα πρωί, αρχές Δεκέμβρη, ήρθε ο Φάνης, ο γιός της ο δεύτερος, που ‘ταν υπεύθυνος για τα πράματα και της είπε πως αρρώστησε βαριά η Μαριγούλα. Η πρατίνα της, η πιο γαλαχτερή απ’ όλες. Κι έπεσε η κυρά Λένη του θανάτου, γιατί τ’ αγάπαγε αυτό το ζωντανό. Ήτανε αυτό που της είχε φέρει η Χάιδω της. Το ‘χε αγοράσει από το παζάρι, μετά τη γιορτή τ’ Αη- Γιώργη του Νέου, τη μέρα που γνώρισε τον Σωτηράκη…

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music