«Φρύνη η τσαπερδόνα», γράφει η Μαριάννα Γληνού

Έφτιαξε η Φρύνη προσεκτικά το σάλι που της είχαν δώσει να φορέσει στην πλάτη, θα μπορούσε κανείς να πει πως είχε καρφιτσώσει στη μνήμη της τα σημεία που ακουμπούσε στην πλάτη και στους ώμους της, καθώς και τον κόμπο που το κρατούσε στη θέση του, χαμηλά κάτω από το στήθος, και κάθισε στο σκαμπό πάνω στην ελάχιστα υπερυψωμένη εξέδρα για να μπορούν όλοι οι φοιτητές να την βλέπουν. Ύστερα, στύλωσε το βλέμμα της στη βίδα του αντικρινού της καβαλέτου, εκεί ακριβώς κοιτούσε, πριν από το μισάωρο διάλειμμα που ήταν αναγκαίο να ξεμουδιάσει το σώμα από την ακινησία.

Αυτή η ακινησία στο σώμα και στο βλέμμα! Το  καλύτερό της! Μπορούσε με το μυαλό να διανύει χιλιόμετρα, πίσω στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον, ποιος θα την εμπόδιζε; Αρκεί να τηρούνταν μία και μόνο βασική αρχή: Οι σκέψεις της να μην αποτυπώνονταν στο σώμα και στο πρόσωπό της, ούτε βέβαια και σε κανένα επιμέρους σημείο τους. Ένα ζωντανό άγαλμα έπρεπε να μπορεί να γίνεται..

Από πλευράς σώματος, το δικό της  ήταν πραγματικά αγαλματένιο. Μπορεί να μην ήταν νέα πια, αλλά καθόλου δεν είχε επηρεαστεί από το πέρασμα του χρόνου. Ούτε από τις δυο γέννες. Αυτό ήταν δώρο από τον Θεό.  Ακόμα και μέσα από τα ρούχα μπορούσε κανείς να φανταστεί τις τέλειες αναλογίες του. Σχεδόν διαγραφόταν η στιλπνότητα του δέρματος από τον τρόπο που αγκάλιαζε το ύφασμα το σώμα της.

 Όχι. Για να ποζάρεις στην Καλών Τεχνών ως μοντέλο, δεν απαιτούνταν καλλίγραμμα και αψεγάδιαστα σώματα. Ούτε απαραίτητα νέοι σε ηλικία άνθρωποι. Το αντίθετο μάλιστα. Ζητούσαν καθημερινούς ανθρώπους, ατελείς, με τα μικρο-ψεγάδια τους, που καθιστούσαν, ωστόσο τη  μοναδικότητά τους. Τη ζωντανή και καθημερινή πραγματικότητα ήθελαν να σκιτσάρουν. Μια φίλη της που σπούδαζε στη σχολή τής είχε πει πως έκαναν αιτήσεις για να προσλάβουν μοντέλα για να ποζάρουν. Η Φρύνη χρειαζόταν να βρει κάποια δουλειά για να βελτιώσει την οικονομική της κατάσταση. Έτσι έκανε την αίτηση. Όταν πήγε για συνέντευξη, θαύμασαν όλοι την αντικειμενική ομορφιά της και αφού της εξήγησαν τα τυπικά, είχαν αλλάξει τα πράγματα, τα χρήματα θα ήταν λιγότερα, καθώς ο προϋπολογισμός της σχολής είχε κι αυτός όπως όλα στην εποχή της «κρίσης» περικοπεί, λοιπόν, ναι, τη δέχονταν!

Πού είχαμε μείνει; Ναι, στην ομορφιά του σώματος. Μόνο στα αγάλματα τής αρχαιότητας μπορεί κανείς να βρει την απόλυτη αρμονία και να φανταστεί  από την ολοκληρωμένη αυτή ομορφιά και την αρμονία στην ψυχή. Η Φρύνη, ήταν -για καλό ή για κακό της;-  ένα τέτοιο άγαλμα. Τόσο απτό και χειροπιαστό, όσο το φως που βλέπουμε μπροστά μας όταν ανοίγουμε τα μάτια μας το πρωί.

Για αυτό την είχαν ποθήσει όλοι οι άντρες που την είχαν προσεγγίσει. Βλέπεις, η εξωτερική ομορφιά, το σώμα το φιδίσιο, όχι αυτό που μπρος και πίσω είναι ίσιο, το άλλο, στήθος και πωπουδάκι στητά, όμορφη μέση και λεκάνη σε αναλογία, να επιβεβαιώνει τη δυνατότητα μητρότητας αλλά να μην ανταγωνίζεται την πλατεία Συντάγματος, η εξωτερική εμφάνιση λοιπόν, το θέλουμε δεν το θέλουμε οι με τα περιττά κιλάκια μας, είναι αυτή που ελκύει τον ανδρικό πληθυσμό.

«Κοίτα, ρε το μανάρι που έρχεται! Κοίτα ρε στήσιμο, κοίτα έναν κώλο! Ω, ρε και να μας καθότανε μια τέτοια περίπτωση! Περίπτωση λέω! Απλά περίπτωση; Περιπτωσάρα!»

Αν το μανάρι, ανοίγοντας το στόμα του έβγαζε μόνο άναρθρες κραυγές, μιλούσε μια γλώσσα παντελώς αδιευκρίνιστη ή πέταγε το ένα μετά το άλλο άσχετο, α, αυτό δεν ήταν της παρούσης. Στο κουτούπωμα, τα λόγια είναι περιττά! Αλλού η σπουδαιότης και η εστίασις!

Και πολύ σωστά, οφείλουμε να παραδεχτούμε όλοι μας ως ρεαλιστές! Κανείς άντρας δεν αναφώνησε ποτέ θαυμάζοντας: «Κοίτα μια ψυχάρα!».  Αντιθέτως «Οι βυζάρες σου, μάνα μου!» ή «Πω πω, μια κωλάρα!» πόσοι από σας τους άνδρες αναγνώστες, δεν το μοιραστήκατε με τους φίλους σας, δεν το είπατε μιλώντας στον εαυτό σας, ή δεν το «πετάξατε» σαν «έξυπνο» πείραγμα σε μια γυναίκα που περνούσε, περιμένοντας το ψάρι να τσιμπήσει και να φάτε φαγκρί για βραδινό;

Είναι μια ομάδα γυναικών που αρέσκεται σε τέτοιου είδους προσεγγίσεις και μάλιστα τις βρίσκει και κολακευτικές. Σκέπτεται τώρα η νεαρά ύπαρξις  που έχει αφήσει τα ελάχιστα να σκεπάζονται από ύφασμα, «Ω, να επιτέλους, με πείραξαν κι εμένα!». Πώς να μην σε πειράξουν κουκλίτσα μου, που βγήκες έξω σιωπηλά αναφωνώντας «Κοιτάξτε με,  κοιτάξτε με» μην παρασυρθώ και πω και την αλήθεια, «Πάρτε με, πάρτε με»; Ύστερα φταίει ο φονιάς;

Δεν ήταν από αυτά τα κορίτσια η Φρύνη. Η ομορφιά, αυτή που «είναι», δεν χρειάζεται κραυγαλέες εκθέσεις. Ούτε ανδρικές ή όποιου άλλου τύπου επιβεβαιώσεις. Η ομορφιά όταν είναι, επιβάλλεται από μόνη της. Σαν μια γενική ομοφωνία. Σαν ένα συνολικό δημοψήφισμα «ναι».

Τον Θωμά τον είχε γνωρίσει καλοκαίρι σε διακοπές. Καθόταν με τη φίλη της σε μια  καφετέρια. Ο  Θωμάς είχε πάει στο νησί για λίγες μέρες με έναν φίλο του. Στο καράβι τούς είχε γίνει στενή κολλιτσίδα  ένας άλλος «Θωμάς» που ήθελε παρέα. Ε, αυτός ο άλλος, κατευθύνθηκε προς το μέρος της και της γύρεψε να του χαλάσει ένα πενηντάρικο. Την είχε δει, φαίνεται, στο πάνω-κάτω της παραλίας, θαύμασε την ομορφιά της και σκέφθηκε «βουρ στον πατσά».  Πού πας, ρε, ξυπόλυτος στ’ αγκάθια; Δεν είναι όλες οι όμορφες κουνουπίδια. Κι εσύ; Μπας κι η μάνα σου σε παίνευε πολύ και σε έκανε τόσο έξυπνο  αγόρι;

-Δεν έχουμε, δυστυχώς, απάντησε κοφτά η Φρύνη.

Έλα  όμως που εκείνη τη στιγμή πλησίαζαν και τα άλλα δυο φιλαράκια. Κι επειδή της φίλης τής Φρύνης τής «γυάλισε» ο φίλος του Θωμά, στρογγυλοκάθισαν τα χρυσά μου στο τραπέζι.

Η Φρύνη μιλούσε λιγοστά. Ο Θωμάς το καμάκι, για να τους ξεχωρίζουμε, είχε ανοίξει το κουτάκι με τις «εξυπνάδες» και τις πετούσε τη μια πίσω απ’ την άλλη. Τόση πακτωμένη μαλακία είχε καιρό να παρατηρηθεί σε άνθρωπο.

-Έχεις πολύ όμορφα μάτια. Και είναι τόσο μεγάλα! Σαν το φεγγάρι!

Η Φρύνη γύρισε και κοίταξε στον ουρανό. Αντίκρυ της , πάνω απ’ τη θάλασσα, ένα ολοστρόγγυλο κόκκινο φεγγάρι.

-Είναι και κόκκινα;

– Όχι, κόκκινα δεν είναι, είπε ο κακόμοιρος ο Θωμάς, που είδηση δεν είχε πάρει για την άστοχή του παρομοίωση.

-Α! Γιατί αν ήταν κόκκινα, θα ήταν απ’ τις πολλές μαλακίες που έχω ακούσει μέχρι τώρα, είπε η Φρύνη, χωρίς διόλου να σκεφτεί ότι η γλώσσα που χρησιμοποιούσε ήταν άπρεπη. Δεν υπάρχει πιο θλιβερό θέαμα, που στο τέλος είναι  και πολύ ενοχλητικό, από έναν άντρα-γλίτσα που για να βγάλει γκόμενα αρχίζει τις απανωτές, τετριμμένες, χιλιοειπωμένες ατάκες.

Τον άλλο Θωμά, τον είδε καλύτερα ένα βράδυ  που η φίλη της κανόνισε να βγουν για ουζάκι. Είχε αρχίσει το νταραβέρι με τον φίλο του, κι οι  άλλοι δύο, ο Θωμάς νούμερο δύο κι εκείνη, πλαισίωναν την παρέα όπως το γυψόφυλλο  τις     ανθοδέσμες. Εκείνο το βράδυ θα έφευγε ο Θωμάς, καθώς του είχαν τελειώσει τα χρήματα. Έπιναν λοιπόν ένα ουζάκι πριν το γειά σας. Η Φρύνη είδε το καράβι να μπαίνει στο λιμάνι. Και το είπε. «Παιδιά, το καράβι, είναι ήδη εδώ».   Κανένας δεν της έδωσε σημασία. Ήταν και οι τρεις άλλοι δοσμένοι, σώμα και ψυχή,  στην ευχαρίστηση τού «βρεθήκαμε». Η Φρύνη από φτιάξη, για προστασία, ποιος ξέρει ακριβώς γιατί, είχε ένα τόνο απόσταση από τα τεκταινόμενα. Σαν το απαραίτητο κενό ανάμεσα στις λέξεις για να βγαίνει νόημα στο κείμενο. Αλλιώς όλα ένας αχταρμάς. Η αλήθεια είναι πως το ούζο δεν ήταν και του γούστου της. Ήταν ευχάριστο στη μυρωδιά, αλλά ήθελε προσοχή στην κατάποση… Κι η ζαλάδα τού θαρραλέου την επομένη της κραιπάλης, μετριόταν πάντα με τον αριθμό των χαπιών που θα έπαιρνε για να ησυχάσει τη βαβούρα, τη ζαλάδα και τον πονοκέφαλο.

Όταν το πλοίο σφύριξε την πρώτη φορά, η Φρύνη είπε ξανά «Το πλοίο είναι εδώ και στο τρίτο σφύριγμα, μην τον είδατε τον Παναή». Δεν ίδρωσε κανένα αυτί. Χαχαχα  και χουχουχου. Κι άντε βίβες ρε παιδιά,  κι άντε να πάνε τα φαρμάκια κάτω, ποια φαρμάκια δηλαδή, τεσπα, τι χαρά ένιωσε όταν ο Θωμάς έπρεπε να τρέξει κατοστάρι για προλάβει το πλοίο, ακόμα τη θυμάται. Έχουν, τώρα που το σκέφτεται, άλλο ένα ελάττωμα οι άντρες. Οι πιο πολλοί, λέμε, να μην  μας πουν και μισανδρίες, είναι υπερβολικά βέβαιοι. Δεν μιλώ για τη βεβαιότητα που χρειαζόμαστε σαν γυναίκες να νιώσουμε δίπλα σε ένα αρσενικό. Υπάρχει διαχωρισμός, να τα ξεχωρίζουμε τα πράγματα. Από τη φύση μας είμαστε προικισμένοι με διαφορετικές ικανότητες. Οι άντρες, για παράδειγμα, έχουν περισσότερη μυϊκή δύναμη. Μην θυμώνετε οι γυναίκες που καίτε το μηχάνημα στα γυμναστήρια και φουσκώνετε τα μπράτσα και τα μπούτια. Αλλιώς δεν θα δίνατε το βαζάκι από το μέλι που κόλλησε το καπάκι να σας το ανοίξει ο άντρας. Ύστερα, το μυαλό τους, πάλι σε κάποιο ποσοστό μεγαλύτερο, για να μην μας πουν γυναίκες που αντιμαχόμαστε το ίδιο μας το φύλο, κόβει καλύτερα αποστάσεις, χωρητικότητες, διαστάσεις, χειρίζονται καλύτερα μηχανές, ξέρουν καλύτερα για τα μηχανολογικά του αυτοκινήτου. Ας πούμε. Αρκετοί από αυτούς. Γιατί οι υπόλοιποι κάνουν πως ξέρουν. Νομίζουν. Αλλά ανάμεσα στο νομίζω και στο γνωρίζω, στέκεται όλη η ανθρωπότητα από γενέσεως κόσμου και δώθε, συμπεριλαμβανομένων και των φιλοσόφων, που ψάχνουν, ψάχνουν, αλλά ψύλλοι στα άχυρα, για να αναφωνήσει περίτρανα ένας μεγάλος ανάμεσά τους, «Εν οίδα, ότι ουδέν οίδα». Κανένας άντρας από το τούδε και στο εξής δεν ήταν  ποτέ, τόσο πολύ αληθινός, όχι μόνο για την προσωπική του κατάσταση, αλλά και για τη γενικότερη φύση και θέση των πραγμάτων.

Έτσι, χωρίς να ξέρει και καλά-καλά πώς, ο Θωμάς ο αθλητής των εκατό χωρίς εμπόδια, είχε γίνει το δεύτερό της μισό στη ζωή.

-Είναι φίλος μου, καταλαβαίνεις; Μπορώ να του μιλώ άνετα κι ανοιχτά για ό,τι αισθάνομαι. Κι εκείνος με ακούει χωρίς να μιλάει, με κατανοητική ματιά. Αφού τα πω, τα πω και ξεθυμάνω, γιορτάζουμε τη χαρά της εκ βάθους εκμυστήρευσης με κανένα μπυρόνι. Να μην την ποτίσεις και λιγάκι την ευτυχία της συνεύρεσης; Αν την ταΐσεις κιόλας, ακόμα καλύτερα. Χορτασμένο το στομάχι, ζαλισμένο το κεφάλι, λίγο, όχι για φούντο, αλαφρωμένη η ψυχή, ε, τότε, ρίχνουμε κι ένα πλακωτό. (Έτσι σκεφτόταν τώρα, γιατί τότε, ούτε καν που το διανοούνταν! Έπλεε στα ήσυχα πελάγη μιας θάλασσας ευτυχίας που νόμιζε και πάλευε μοναχή της. Όλοι την εύρισκαν γραφική. Και βολική. Ειδικά ετούτο το τελευταίο! Ξέρεις τι είναι να μην κάνεις τίποτα, καμιά κούραση σωματική ή ψυχική, και να σε χρήζουν και αυτοκράτορα;)

 -Είναι τότε, σου λέω μετά απείρου βεβαιότητος, φτωχή μου Φρύνη,  μέσα σε αυτό  το νεφελώδες ασαφές, που όλες  νιώθουμε Αφροδίτες εμείς, και τα ταίρια μας  ο Άδωνις σε έγχρωμες φωτοτυπίες, τής έλεγε η Ζωή, που είχε τέλος πάντων, παρότι της εξέλιπε το  σωματικό κάλλος,  λίγο πιο πολλές εμπειρίες στα περί του ταβλιού, εκτός από πλακωτό, είχε παίξει και πολλές φορές «πόρτες». Έτσι, για να μαθαίνετε και οι άσχετες!

Μέρα στη μέρα, κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι της κοινής ζωής. Μπλέχτηκαν σαν κλαδιά από δέντρα σε μικρή απόσταση οι ζωές. Ποιανού να ξεχωρίσεις; Έμαθαν τα χούγια ο ένας του άλλου, τις σιωπές, τις ανάγκες. Η Φρύνη μιλώντας πάντα, λίγο πιο πολύ αναλυτικά από ότι έπρεπε, σαν με την ανάλυσή της αυτή να τεκμηρίωνε  το δικαίωμα της στην ύπαρξη. Κι ο Θωμάς, ακούγοντας. Σπάνια μοιραζόταν τις βαθιές του σκέψεις. Σπάνια μιλούσε τα τρυφερά του αισθήματα. (Είχε;)  Σπάνια υπερασπιζόταν την αγάπη του. Για ποιο λόγο άλλωστε; Υπάρχει ανάγκη να βεβαιώνεις την κτήση σου; Ας πούμε, να, σού ανήκει ένα αυτοκίνητο. Ανοίγεις κάθε μέρα την πόρτα του και του μιλάς λόγια καρδιάς; Ή προσέχεις το πατάκι που πατάς να είναι ισιωμένο και καθαρό όπως όταν το πρωτο-αγόρασες; Άντε,  μέχρι το πρώτο σέρβις. Μετά όλα συνηθίζονται. Η απόκτηση σημαίνει και καθησυχασμό. Ειδικά όταν το μοντέλο που έχεις πάρει είναι κι ακριβό, και το έχεις τεστάρει, δεν ολισθαίνει, δεν ρετάρει, δεν κρυφοκοιτάζει, δεν ψάχνεται ρε αδελφέ… Γιατί, ναι, η Φρύνη, αντίθετα με την συνονόματή της στην αρχαιότητα, δεν ήταν του παιχνιδιού. Τιμούσε κάθε στιγμή της κοινής ζωής τους.  Η άλλη της αρχαιότητας, όριζε μόνο την τιμή για τη συνεύρεση, κι αυτή εξαρτιόταν από το πόσο «πήγαινε» τον πελάτη ή την πελάτισσα!  Άτσα! Αυτά είναι κόλπα, Φρύνη, όχι τα δικά σου.

Με τα πολλά και για να μην πλατειάζουμε, μεταξύ της Φρύνης και του αθλητού υπήρχαν κοινά  δυο παιδιά και αναμνήσεις. Μην βάλετε και τα κλάματα τώρα. Λες και πρώτη φορά σας συνέβη να ακούσετε τέτοια συμφορά! Η καταστροφή παίχτηκε μόνο μες το μυαλό της Φρύνης και θα μπορούσε να συγκριθεί με εκείνη της Σμύρνης, καθώς είχε αρπάξει φωτιά και καιγόταν όχι μόνο το σπιτικό της, αλλά όλη της η θεώρηση για τον κόσμο! Ρε, πού την είχανε αυτήν κλεισμένη; Τι κόσμος αγγελικά πλασμένος ήταν ετούτος εδώ μες το μυαλό της και νόμισε πως έτσι ήταν κι απ’ έξω της! Αξιώνονται και παλεύουν όλοι αγγελικά πλασμένους κόσμους; Μέχρι και τα σπουργίτια έχουν πάρει είδηση τον τρόπο της ζωής. Γρήγορη κίνηση, πέταγμα ίδιο με τον αέρα, καμιά φορά αν χρειάζεται και κόντρα του, επιδρομή, άρπαγμα και δρόμο.

Για αυτό τώρα καθόταν στο σκαμνί να ποζάρει για τα παιδιά τής Καλών Τεχνών. Έπρεπε να μπορεί να συντηρεί τις προσωπικές της ανάγκες καθώς ο σύζυξ είχε επιτέλους αλλάξει σαρκίο κι είχε αποκαλυφθεί η εσώτερή του μορφή. Σιγά-σιγά, με τις αλλαγές που βιώσαμε όλοι μας από λίγο ως πολύ πιο βίαια και τους δώσαμε όλοι την επωνυμία «ΚΡΙΣΗ», άρχισαν αργά, αλλά σταθερά να ξεπετσιάζουν τα καλύμματα. Κι αποκαλύφθηκε ο καθένας στην αλήθεια του.  Η τσιγκουνιά του δεν ήταν μια απλή κατάσταση. Απλά, ήταν καλά επικαλυμμένη.  Δεν επικεντρωνόταν μόνο στην άρνησή του να ξοδέψει ή και στο μέλημά του να αποταμιεύσει. Αν ήταν αυτό, θα ήταν κάπως λογικό. Ήταν μια προσωπική αναπηρία. Σαν ψαλιδισμένη ψυχή. Σαν φόβος πως αν δώσεις, αν δείξεις τα συναισθήματά σου και την αγάπη σου, θα γίνει μια τεράστια καταστροφή! Θα σε πατάνε μετά όλοι. Για αυτό, κρύβεσαι, βολεύεσαι, δεν ξοδεύεις δύναμη και κουράγια, αφήνεις τους άλλους να σιγο-ψήνονται και στο τέλος τους ζητάς και τον λόγο. Που ήταν τόσο «πολύ»! Και μένεις και κύριος! Αυτό πού το πας;

Ένας μικρός, πιο κρύος από ότι ως τώρα νοτιάς, είχε αρχίσει να φυσάει κι η Φρύνη ένιωσε τα δάχτυλα των χεριών της να παγώνουν. Μα έπρεπε να μείνει εκεί, ακίνητη. Και στη ζωή της ακίνητη στις θέσεις της έπρεπε να μείνει. Αν ένα τριαντάφυλλο δεν έχει αγκάθια, είναι ψεύτικο. Όπως οι άνθρωποι χωρίς προφανή ελαττώματα.  Εκείνη, φαίνεται,  όχι μόνο τα είχε δει ξαφνικά, αλλά την τσιμπήσανε κιόλας.  Οι άλλοι έφταιγαν; Επίσης, όπως έλεγε ο ίδιος σοφός της αρχαιότητας, «Αν σε κλωτσήσει ένας γάιδαρος, δεν έχει νόημα να τον κλωτσήσεις κι εσύ.» Τι της έλεγε τις προάλλες η Ζωή; Αυτό που σε τρώει, μην το αφήσεις να χορτάσει… Αχ, αυτή η Ζωή! Πάντα της έλεγε μιαν ατάκα και την στήριζε όχι σαν δεκανίκι. Μα σαν άγγιγμα, σαν κατανόηση, σαν είμαι εδώ και σε νοιάζομαι.

Μία ήταν η επιλογή! Η συνέχιση της ζωής. Κι η επιμονή σου να την κάνεις να αξίζει. Όχι τόσο για σένα. Μα σαν μάθημα, το σπουδαιότερο όλων, για τα παιδιά σου. Η ύψιστη τσαπερδονιά ήταν αυτή! Να πασχίζεις, κόντρα σε όλες τις αντιξοότητες, να κρατάς τη ματιά σου μακρινή αλλά συνάμα εστιασμένη σε αυτά που στα αλήθεια αξίζουν! Στα παιδιά, ας πούμε… Και την ψυχή σου, να μην επιτρέπεις να σου την λερώνουν οι άλλοι με σκέψεις που σε απαξιώνουν και σε καθιστούν κι εσένα διπλά ποταπό. Να μην καταντάς μικρο-αστός σε μια πόλη λερή!

 Αχ! Τα έλεγε η γιαγιά της,  μα ποιος είχε αυτιά και κρίση για να καταλάβει!

«Είναι δύσκολο να είσαι γυναίκα. Πρέπει να σκέφτεσαι σαν άντρας, να φέρεσαι σαν κυρία, να μοιάζεις σαν κοριτσάκι και να δουλεύεις σαν μουλάρι!»

Η ύψιστη τσαπερδονιά, αγαπημένοι μου!

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music