«Το φυλακτό», γράφει η Λένα Μαυρουδή-Μούλιου

Μέρες γιορτής και οι δύο γκαρδιακές φίλες αντάλλασσαν δώρα αγάπης βγαλμένα από το Πνεύμα ή την δεξιοτεχνία των χεριών τους. Βιβλία, ή κομψά αντικείμενα, όπως χαϊμαλιά μιας άλλης εποχής που όμως πρόσφεραν την θαλπωρή και την προστασία ως είθισται να θεωρούνται τα χαϊμαλιά και γι’ αυτό τον σκοπό φτιαγμένα. Να προστατεύουν από το μάτι το κακό, όπως συνηθίζουμε να αποκαλούμε τη βασκανία.

Η Φίλη που δέχτηκε αυτό το δώρο, είχε την αίσθηση μιας αγκαλιάς, μιας φωλιάς, άτρωτης, απόρθητης από κακοποιητικούς, τοξικούς ανθρώπους. Και βέβαια μεταξύ των ‘’μαγικών’’ συστατικών του χαϊμαλιού το κυριότερο ήταν η Αγάπη.

Μια μέρα, μια Κυριακή που δεν ξέρουμε αν ήταν και συννεφιασμένη, το  κορίτσι του φυλακτού, η Ερατώ, είχε ένα κακό συναπάντημα καθώς βάδιζε αμέριμνα και ίσως λίγο απρόσεκτα στον πεζόδρομο της Μεγαλούπολης. Ένας ευτραφής νεαρός, κάνοντας πατινάζ, ήρθε και έπεσε με όλο το βάρος της σάρκας που κουβαλούσε, πάνω στο λεπτό κορίτσι, που πέφτοντας κτύπησε το κεφάλι στο μαρμάρινο πεζούλι του σιντριβανιού και έχασε τις αισθήσεις της.

Οι προστέξαντες περιπατητές  βοήθησαν στο να μεταφερθεί η κοπέλα στο νοσοκομείο, φοβούμενοι για τα χειρότερα.

Μα όπως διαπιστώθηκε εκεί, δεν έφερε κανένα απολύτως τραύμα σωματικά, μα πνευματικά το πρόβλημα τεράστιο. Μόλις συνήλθε δεν θυμόταν ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ. Είχε χάσει ολοκληρωτικά τη μνήμη της. Οι γιατροί σε αδιέξοδο και πώς να ειδοποιηθούν οι δικοί  της άνθρωποι; Γιατί και μετά λίγες ημέρες, η παραμονή της στο Νοσοκομείο δεν είχε και νόημα πέραν του ότι κινδύνευε και από καμιά ενδονοσοκομειακή λοίμωξη. Μα να φύγει και να πάει ΠΟΥ; Ούτε ταυτότητα μαζί της, ούτε κάποιο έγγραφο που θα μπορούσε να σκίσει  τα μαύρα πέπλα της αμνησίας  της. Σαν ένα νεογέννητο κορίτσι είκοσι δύο πάνω-κάτω ετών.

Τελικά όντως, ένας άνθρωπος χωρίς μνήμη όπως και μία ΧΩΡΑ χωρίς Ιστορία, μένουν αναξιολόγητοι.

Υπήρξαν συνεχείς ανακοινώσεις από την T.V. αλλά για λόγους που οι ψυχολόγοι και οι κοινωνικοί λειτουργοί ήξεραν, δεν επέτρεψαν στο να δείξουν και την φωτό  της κοπελιάς. Έδιναν μόνον τη περιγραφή της. Τον σωματότυπό της, τα ρούχα που φορούσε και τέτοιες λεπτομέρειες. Μα σε τι να βοηθήσει ο ρουχισμός τη στιγμή που όλα σχεδόν τα κοριτσόπουλα το ίδιο ήταν ντυμένα; Το κλασικό σκισμένο τζιν παντελόνι και το λευκό φουτεράκι, τα αθλητικά παπούτσια γνωστής μάρκας κτλ. κτλ..

Λοιπόν; ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕ ΑΥΤΟ; Ότι μια νέα κοπέλα σαν τα κρύα τα νερά θα έμενε στα αζήτητα;

Μία άλλη ψυχολόγος που εκλήθη να βοηθήσει, ένα κοριτσάκι που σού έδινε την εντύπωση ότι ήταν το πολύ μαθήτρια Λυκείου και όχι επιστήμων,  πρόσεξε κάτι που δεν είχε ακούσει να αναφερθεί στις περιγραφές του ρουχισμού της πάσχουσας. Ένα χαϊμαλί σε σχήμα καρδιάς με ένα φλουράκι ραμμένο στη βάση της και μια σειρά  πολύχρωμες χαντρούλες στην πλευρά της μίας κοιλίας της.

Καινούργια λοιπόν ανακοίνωση, συμπληρωματική των  προηγουμένων, με την επισήμανση της λεπτομέρειας το φυλακτού που ήταν και κάπως ασυνήθιστο.

Η άλλη η κοπέλα τώρα που λέγαμε στην αρχή, απορώντας μεν για την πολυήμερη απουσία της φίλης της, η οποία όμως ήθελε νε πιστεύει ότι οφείλονταν στο διάβασμα αφού άρχιζε η εξεταστική στο Πανεπιστήμιο, δεν είχε ανησυχήσει και ιδιαίτερα, ξέροντας ότι η φίλη της σ’ αυτές τις περιόδους δεν υπήρχε για κανέναν. Γι’ αυτό και δεν την αναζήτησε. Μα ακούγοντας στις ειδήσεις την περιγραφή του φυλακτού πετάχτηκε έντρομη από τη θέση της. Ποιος ήξερε καλύτερα απ’ αυτήν το φυλακτό που είχε η ίδια είχε φτιάξει με τα χεράκια και την αγάπη για την κολλητή της;

Μα θα πει κανείς, άλλες κοπέλες δεν φορούν παρόμοια χαϊμαλιά; Τι να πούμε και εμείς; Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Εκείνο πάντως που την έκανε να ταραχθεί ιδιαίτερα, ήταν οι χρωματιστές χαντρούλες  πάνω του, που έπιαναν όπως  είπαμε την μία πλευρά της βελούδινης καρδούλας και οριοθετούσαν το μέρος  της καρδιάς που ήταν… δικό  της. Μία θαλασσιά που στην γλώσσα των χαντρών σήμαινε «αγάπη μεγάλη και πλατειά σαν την θάλασσα». Μία μικρή μωβούλα, όσο μικρές τής ευχόταν να είναι οι λύπες στη ζωή της, δυο λευκές που υπενθύμιζαν ότι σαν γινόταν νύφη εκείνη θα  ήταν η κουμπάρα (!) και δυο μπλε, σαν το χρώμα των ματιών της αγαπημένης της. Αυτή η λεπτομέρεια ε, όχι, δεν μπορούσε ποτέ να έχει μιμητές.

Την έζωσαν τα φίδια που λένε. Σηκώνεται, παίρνει ένα ταξί και πηγαίνει στο σπίτι της φίλης της. Μα το κτύπημα του κουδουνιού της μονοκατοικίας ακούστηκε σαν σήμα  κινδύνου στα τεντωμένα νεύρα της. Στο σπίτι ψυχή. Ούτε καν ο γάτος. Και βέβαια στο κινητό «η κλήση σας προωθείται.»

Πηγαίνει στο Αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς, μα κι εκεί δεν ήξεραν κάτι περισσότερο να της πουν.

Παίρνει σβάρνα τα Νοσοκομεία ρωτώντας έτσι κι έτσι και αλλιώς. Μα είναι απίστευτο το πόσες περιπτώσεις ανάλογες βρήκε μπροστά της.

Μα για τ’ όνομα τού Θεού,  τι θα γίνονταν  όλες αυτές οι υπάρξεις έως ότου ανακτήσουν την μνήμη τους και ΑΝ την ανακτήσουν;

Απελπισμένη και κατάκοπη, σκέφτηκε η Αντιγόνη να επικοινωνήσει με τους γονείς της Ερατώς στην επαρχία, ελπίζοντας μη και ήταν εκεί. Μα συνειδητοποίησε  ότι πέρα από την πόλη που έμεναν δεν γνώριζε άλλο τι.

 Ήταν πλέον σίγουρη ότι η ανακοίνωση  της T.V. αφορούσε τη φίλη της. Σύμφωνοι, θα έψαχνε όλα τα Νοσοκομεία του Κέντρου. Μα αν νοσηλευόταν σε καμιά ιδιωτική κλινική; Δεκάδες και από δαύτες και  πώς να βγάλει άκρη με μόνο όπλο ένα φυλακτό;

Μπήκε στο ΙΝΤΕΡΝΕΤ. Μα το τι επακολούθησε και από κει, απίστευτο. Σχόλια ειρωνικά για την ύπαρξη των φυλακτών στον εικοστό πρώτο Αιώνα, ανέκδοτα, ιστορίες που θυμήθηκαν να πουν πολλοί και άλλα πολλά και θλιβερά που έκαναν την Αντιγόνη  να φρίξει. Τι σκληρός που γίνεται ο άνθρωπος κάνοντας black humor!

Μα κάτι πια μέσα της τής έλεγε ότι το φυλακτό τους θα την οδηγούσε  στην φίλη αργά ή γρήγορα.

Έχοντας αφήσει  τα στοιχεία της τόσο στο Τμήμα όσο και στο Κανάλι,  το τηλέφωνο της Αντιγόνης δεν έπαψε να κτυπά. Απίστευτο το πόσοι μυθομανείς την πήραν. ’’ΈΛΑ ΣΤΟ ΤΑΔΕ ΜΕΡΟΣ. ΕΓΩ ΕΧΩ ΤΟ ΧΑΪΜΑΛΙ ΠΟΥ ΛΕΣ.’’

Στην αρχή, ανταποκρίθηκε σε πολλές τέτοιες νοσηρές περιπτώσεις και πήγε, μα στη συνέχεια βλέποντας το μάταιο του θέματος, κατέληξε να απαντά μόνο στο τηλέφωνο, επιμένοντας στην ακριβή περιγραφή του χαϊμαλιού. Και κάποια ημέρα παίρνει μια κοπέλα, άλλη μια στις τόσες,  μα που με το που την ακούει η Αντιγόνη άρχισε να ξεφωνίζει «Ερατώ μου πού είσαι, πες μου να έρθω να σε πάρω».

Αποκλείεται να έκανε λάθος, ήταν εκείνη ήταν η Ερατώ αλλά η άλλη αυτό ΔΕΝ ΤΟ ΗΞΕΡΕ αφού η μνήμη της ΑΠΟΥΣΑ. Για να μην ήταν και να  τους έπαιζε ένα τέτοιο άσχημο  παιχνίδι η Μοίρα, θα ήταν τρομερό, θα ήταν διαβολικό.

«Δεν ξέρω καλή μου πώς με λένε, δεν ξέρω τίποτα για μένα, αλλά έχω ένα φυλακτό σαν αυτό  που ανακοινώθηκε από τις ειδήσεις».

Η Αντιγόνη κυριολεκτικά κρατώντας την ψυχή στα δόντια της και  επομένως την όποια ψυχραιμία της,  ακούει τον εαυτό της να απαντά:

«Ωραία, ηρέμησε και περίγραψέ μου το φυλακτό σου με την παραμικρή του λεπτομέρεια». Την ίδια στιγμή κρατούσε στα χέρια  της το δίδυμο αντίγραφο της δικής της καρδούλας,  που όμως διέφεραν σε κάτι βασικό. Οι χάντρες στην δική της ήταν ΑΡΙΣΤΕΡΑ στης φίλης  της ΔΕΞΙΑ ,ολοκληρώνοντας την έννοια της ΟΛΟΚΑΡΔΗΣ ΑΓΑΠΗΣ. Και όταν το άκουσε και αυτό, όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε της είπε:  «Έρχομαι, πες μου πού είσαι».

Καθ’ οδόν προς την διεύθυνση που της έδωσε, η καρδιά της Αντιγόνης (η αληθινή) είχε στήσει χορό που τύφλα να ‘χει ο πεντοζάλης ή ο  πυρρίχιος. Μα και η μία καρδιά και η άλλη, είναι απ’ αυτές που μεταφράζονται σε ΖΩΗ. Γιατί με το που είδε η Ερατώ την αγαπημένη της φίλη όχι μόνον θυμήθηκε ποια είναι, μα και το τι σήμαινε η ΦΙΛΗ της για την ίδια…

Από τις πλέον σπάνιες περιπτώσεις επανεύρεσης της μνήμης σε χρόνο μηδέν. Δεν ήταν ταγμένο φαίνεται  το φυλακτό να κάνει… μισές δουλειές!…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music