«Το τέλειο έγκλημα υπάρχει;», γράφει η Λένα Μαυρουδή-Μούλιου

Άκου τώρα ιστορία φίλε μου, που αν θέλεις την πιστεύεις. Εμένα μου φαντάζει ελκυστική και  προτίθεμαι να την γράψω κι αυτήν στο βιβλίο της Ζωής μου, που το βλέπω να γίνεται ογκώδες, σε σημείο να το χωρίσω σε τόμους. Μπορεί πάλι εκεί που γράφω, να γίνει καμιά στραβή κι εγώ να παύσω να έχω έμπνευση μη μπορώντας να σκαλίσω μια αράδα, έτσι όπως θα την ήθελα εγώ να είναι, ζουμερή και ενδιαφέρουσα. Γιατί αν είναι να γράφω μόνο και μόνο για να γράφω, μπορώ να αντιγράψω και το χρυσό οδηγό και θα ήταν και από αυτόν λιγότερο το ενδιαφέρον των αναγνωστών μου. Γι’ αυτό  και δεν κάνω ποτέ σχέδια.  Όνειρα, ναι, κάνω.

Γνώριζα που λέτε ένα νεαρό παιδί, που έδειχνε να είναι πολύ μορφωμένο εγκυκλοπαιδικά, για την ηλικία του. Όλο με ένα βιβλίο στο χέρι τον έβλεπες και σου έδινε την αίσθηση ότι θα πρέπει να διάβαζε και στον ύπνο του ακόμη. Δεν υπήρχε θέμα συζήτησης που να μην έχει άποψη και ήταν κατά κανόνα τόσο εμπεριστατωμένη που ήταν χάρμα να τον ακούς να την αναλύει.

Καθημερινός θαμώνας του Φαρμακείου μας, που είχε γίνει πια το λογοτεχνικό στέκι  ‘’φίλων’’ και πολύ το απολαμβάναμε όλοι.

Είχε πάθος με τα αστυνομικά κείμενα, είτε ήταν αυτά μυθιστορήματα ή διηγήματα και ισχυριζόταν ότι από όσα και αν είχε διαβάσει δεν έμενε ικανοποιημένος με το τέλειο έγκλημα, ακόμα και από τους μαιτρ του είδους, Άγκαθα Κρίστυ, Πόε, Σιμενόν Κόναλ Ντόιλ και άλλους και άλλους.

Σαν επωδό, την κάθε φορά, κόμπαζε ότι ‘’αν δεν σεβόμουν τόσο πολύ την ανθρώπινη ζωή, εγώ θα έκανα το τέλειο έγκλημα με την αιτία θανάτου να μην ανακαλυφτεί ποτέ’’.

Διαφωνούσαμε όλοι μαζί του, με εκείνον να το φέρει βαρέως που τον παίρναμε στο ψιλό, που λένε, με αποτέλεσμα  να τον χάσουμε από  την παρέα μας τελείως ξαφνικά.

Πέρασαν κάποιοι μήνες και τον βλέπαμε από μακριά να κυκλοφορεί, πάντα με ένα βιβλίο υπό μάλης, χωρίς όμως να απευθύνει ούτε έναν τυπικό έστω χαιρετισμό σε κανέναν μας.

Εκείνην την εποχή, μία μυστηριώδης επιδημία επέπεσε επί των κεφαλών των αδέσποτων σκυλιών και γατιών, μια επιδημία που θέριζε. Σε πολύ λίγο η αρρώστια επεκτάθηκε και στα οικόσιτα και είχαμε επί καθημερινής βάσης δράματα και γόους στην  περιοχή μας. Ξέρουμε δα, πόσο μεγάλο είναι  το  δέσιμο ανθρώπων με τα σκυλιά και τους γάτους τους και πώς τα προσέχουν, με την εκλεκτή τους τροφή, τους γιατρούς τους, την περιποίησή τους,  κτλ. κτλ.. Τα θεωρούν σαν μέλη της οικογένειας και τα αγαπούν ίσως και περισσότερο από τους συγγενείς τους. Γι’ αυτό, όταν άρχισαν να πεθαίνουν ένα ένα, χωρίς να προφθάσουν να αποταθούν στον κτηνίατρό τους, είχαμε τα δράματα που αναφέραμε.

Ευθύμης, ο γνωστός και μη εξαιρετέος, έκανε μια ημέρα την πιο εύστοχη παρατήρηση.

‘’Καλά βρε παιδιά, βρε παιδιά, τι στην ευχή, τι σόι επιδημία είναι τούτη που περιορίζεται με αόρατους φραγμούς στη γειτονιά μας και ούτε καν στις όμορες περιοχές με την δική μας; Όπου και αν ρώτησα, πεθαμένο ζώο δεν είδαν και μόνον κάτι βρωμερούς αρουραίους ψόφιους,  αποτέλεσμα της μυοκτονίας στην οποία είχαν προβεί οι κάτοικοι για να απαλλαγούν από το  ξεσάλωμά τους και το θράσος τους να κυκλοφορούν στα ρείθρα των πεζοδρομίων μέρα μεσημέρι!!!…

Λοιπόν; Πώς το βλέπετε; Δεν είναι τουλάχιστον περίεργο; Εμένα μου μυρίζει λαμογιά και ενέργεια σαδιστική, ατόμου ή ατόμων, με διασαλευμένη ηθική, μια ανωμαλία αλλόκοτη. Τα γεγονότα εκεί παραπέμπουν’’.

Έλα όμως που στις ιστολογικές εξετάσεις των νεκρών ζώων, τις οποίες απαίτησαν να γίνουν οι τεθλιμμένοι χαροκαμένοι ιδιοκτήτες, δεν ανευρέθη ίχνος βλαβερής ουσίας;

Αιτία θανάτου ΑΝΑΚΟΠΗ. Που σημαίνει, άγγιγμα με μαγικό ραβδί και ο Αζόρ, η Μαργαρώ, ο Σνούπη, η Κρουσταλλένια και… και… και…, έγιναν σκόνη, με συνοπτικές διαδικασίες, γεμίζοντας θλίψη και απελπισία τα αφεντικά τους. Μάλιστα η κυρά Καλλιόπη, όταν είδε νεκρή την Κρουσταλλένια της, αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Την πρόλαβαν στο τσακ. Μα από τότε δεν λέει να συνέλθει και κάθε μέρα την ακούν οι γείτονες να κλαίει και  να μοιρολογάει, που να σού σηκώνεται η τρίχα. Και την άκουσαν να ορκίζεται ότι έτσι και αποδειχθεί ότι πρόκειται για ανθρώπινο δάκτυλο, θα του τον δώσει να τον φάει του φονιά, του άθλιου κακούργου, που σκότωσε την ομορφιά της ζωής της. Για να μην πούμε τι βρισιά ξεστόμισε η καλή κυρά Καλλιόπη και εκχυδαΐσουμε την διήγηση, πράγμα που το αποφεύγουμε όπως ίσως έχετε προσέξει, με νύχια και με δόντια μέχρι τώρα. Για αργότερα δεν παίρνουμε και όρκο.

Την ίδια την κόρη της αν έβλεπε νεκρή, δεν θα έκανε έτσι σίγουρα.

Ο Ευθύμης ήξερε από δηλητήρια, τα έπαιζε στα δάκτυλά του. ΑΝ υποτεθεί ότι και ο δολοφόνος ήξερε από δαύτα, γεννάται το ερώτημα από πού τα προμηθεύτηκε. Διότι ναι μεν υπάρχουν δηλητήρια μη ανιχνεύσιμα, είναι όμως όλα προϊόντα χημικών εργαστηρίων γνωστά μόνον από ειδικούς και για φαρμακευτικούς και θεραπευτικούς ακόμη λόγους.

Όταν δε παράλληλα αντελήφθη ότι και το μικρό του μπλοκάκι με τις σημειώσεις και τις αναλυτικές χημικές ενώσεις κυρίως βοτάνων που είχε εφεύρει να το πούμε έτσι, είχε κάνει φτερά μέσα από το χρηματοκιβώτιό τους, τρελάθηκε ο χριστιανός. Στα χέρια ενός ψυχοπαθούς ατόμου ήταν σαν μια νάρκη, μια βραδυφλεγής βόμβα, για να μην πούμε ΑΤΟΜΙΚΗ και φανούμε και υπερβολικοί.

Σκέφτηκε: « Έχει γούστο κάποιος από εμάς να είναι ο δράστης, μηδέ ΕΜΟΥ εξαιρουμένου. Άβυσσος δεν λένε η ψυχή τ’ ανθρώπου;»

Έστυβε το μυαλό του, ποιος είχε πρόσβαση στο καλά φυλαγμένο χρηματοκιβώτιο. «Τρία άτομα. Το αφεντικό, η Αγγελικούλα και εγώ.»

Μα όσο και να το πάλευε δεν μπορούσε να καταλήξει στην ιδέα ότι μπορεί και κάποιος από τους τρεις τους ήταν  ο δράστης. Θα ήταν  κουφό, ανόητο, θεοπάλαβο.

Μα τότε ΠΟΙΟΣ;

ΟΙ ΔΟΡΥΦΟΡΟΙ τους ίσως; Οι φίλοι με τους οποίους συναγελάζονταν; Η εξαφανισθείσα ίσως κ. Μαλικέντζου; Η μάνα της Αγγελικούλας; Η γυναίκα του αφεντικού; Ο θυμωμένος Δήμος; Η κοπέλα που τους καθάριζε το κατάστημα;

Και έτσι, δια της προσθαφαιρέσεως και της εις άτοπον απαγωγής  κατέληξε στον Δήμο. Ποιος άλλος σαν αυτόν ήξερε τόσα πολλά, για φόνους, ανεξιχνίαστα εγκλήματα και δεν συμμαζεύεται; Αυτός δεν ήταν που μιλούσε με πάθος για το τέλειο έγκλημα;

«Να δεις που σε λίγο θα έχουμε και ανθρώπινα  θύματα και αυτό που γίνεται τώρα, με τα σκυλιά και τα γατιά, δεν είναι παρά μια πρόβα τζενεράλε. Πειραματίζεται ο τύπος όπως κάνουν οι επιστήμονες. Τους κατηγόρησε αυτούς ποτέ κανείς ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΑΤΟΜΒΕΣ ΜΙΚΡΩΝ ΖΩΩΝ; Εκατομμύρια μικρές ζωούλες στην αδηφάγα έρευνα προς όφελος του  πιο αιμοβόρου θηρίου του  Πλανήτη  τον άνθρωπο. Και οι όποιες διαμαρτυρίες ακούγονται, θεωρούνται  γραφικές.»

Και ο Ευθύμης άρχισε να ασχολείται περισσότερο με τα έργα και τις μέρες του παλικαριού και το έκανε όσο διακριτικότερα μπορούσε.

Μα νόημα δεν έβγαινε από τη μια, αλλά έλα που του ΕΥΘΥΜΗ ΤΟΥ ΕΙΧΕ ΚΑΡΦΩΘΕΙ Η ΙΔΕΑ ότι κάτι έπαιζε με το Δήμο!

Και  μια μέρα που ‘βρεχε, που ‘βρεχε μονότονα…, τον πήρε τηλέφωνο με αλλαγμένη τη φωνή του και προσποιήθηκε ότι τον καλούν από το αστυνομικό τμήμα της περιοχής για υπόθεσή του και να περάσει από εκεί το ταχύτερο δυνατό.

Και περίμενε. Περίμενε την απομάκρυνσή του εκ της οικίας του. Δεν έπεσε έξω. Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και είδε το Δήμο να βγαίνει  από την πολυκατοικία του και να βαδίζει βιαστικά προς το μέρος που είχε παρκαρισμένο τι μικρό του smart. Εμ, Τμήμα είναι αυτό. Όταν σε καλούν,  τρέχεις αμέσως, δεν παίζεις με την ανοχή του όποιου αστυνομικού.

Είχε εντωμεταξύ ειδοποιήσει τον γνωστό του κλειδαρά προσποιούμενος  ότι κλείστηκε απέξω και σε χρόνο αστραπή μπαίνει στο ξένο σπίτι κάνοντας μια παρανομία πρώτης γραμμής. Μα θα άξιζε τον κόπο, αν έβλεπε ότι το ένστικτό του δεν τον είχε γελάσει. ΑΝ όχι, είχε έτοιμη μια απίστευτη δικαιολογία να πει, έτσι και τον έπιανε ο Δήμος στα πράσα. Ότι τάχα μου κάποιος τον ειδοποίησε να σπεύσει στη τάδε διεύθυνση γιατί ο ένοικος του διαμερίσματος αρ. τάδε καλεί σε βοήθεια μέσα από το σπίτι του, και ο ίδιος ξέροντας ότι συχνάζει στο Φαρμακείο, καλεί τους φίλους του και την αστυνομία η οποία είχε προηγηθεί. Βλέποντας δε ότι επρόκειτο για φάρσα έφυγαν τα όργανα αγριεμένα και ο Ευθύμης, να τώρα δα, ΘΑ έπαιρνε στο κινητό  για να τον βρει!!!

Μα δεν χρειάστηκε να ενεργοποιηθεί τούτο το σενάριο γιατί  αυτά που είδε στην κουζίνα ήταν απίστευτα. Μπουκάλια, μπουκαλάκια με χρωματιστά υγρά ων ουκ έστιν αριθμός. Και ξεραμένα φύλλα στοίβες. Αναγνώρισε βότανα και χορταρικά που χρησιμοποιούσε και ίδιος στο Φαρμακοτριβείο τους. Μα εκείνο που τον ξεπέρασε ήταν το μπλοκ, ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥ κλεμμένο μπλοκ, ανοικτό σε μια σελίδα και πάνω του ένας χαρτοκόπτης περίτεχνος, εν είδει σελιδοδείκτη.

«Ώστε έτσι φίλε!»

Δεν αισθάνθηκε μήτε έκπληξη, μήτε χαρά. Εκείνο που χρειαζόταν ήταν ένα τσιγάρο. Τσιγάρο ποιος, ο Ευθύμης, ο ορκισμένος πολέμιός του και ο μεγαλύτερος αντικαπνιστής της Ελλάδας με άρθρα στις εφημερίδες και τα περιοδικά.

Δεν σηκώθηκε να φύγει.

Κάθισε και περίμενε να  έρθει. Γιατί, το μόνο σίγουρο ήταν αυτό. Βλέποντας ότι το θέμα με την αστυνομία ήταν φάρσα και με την έγνοια μήπως και του την είχαν στημένη την απομάκρυνσή  από τα ένοχο μυστικό που έκρυβε στο σπιτικό του, θα γύριζε σφαίρα να προλάβει να αμυνθεί. Είχε τη μύγα βλέπετε και μυγιαζόταν.

Ούτε σ’ αυτό έπεσε έξω ο Ευθύμης.

Και όταν ο Δήμος είδε τον εν φαρμακείο ‘’φίλο’’ δεν έδειξε να εκπλήσσεται ιδιαίτερα. Έβγαλε ένα ξεφύσημα ανακούφισης θαρρείς και είπε στον σιωπηλό  Ευθύμη:

«Άργησες. Σε περίμενα πιο γρήγορα.

Μα βλέποντας ότι αυτό δεν συνέβαινε άρχισα και να ενθαρρύνομαι πιστεύοντας ότι το τέλειο έγκλημά μου ήταν προ  των πυλών. Πόσο λάθος έκανα. Τελικά, όλο και θα υπάρχει ένας αστάθμητος παράγοντας που θα διαταράσσει την τελειότητα των κινήσεών σου».

Και μετά, δεν μίλησε κανείς…

Τέτοιες ώρες τι να πεις!!!…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music