«Το δηλητήριο», γράφει η Λένα Μαυρουδή-Μούλιου

Θεέ μου, δεν το πιστεύω.

Έχω πάλι την ίδια αίσθηση ή παραίσθηση καλύτερα να πω, την οποία από πού αντλώ, δεν ξέρω ειλικρινά. Κάποιος ή κάποια εδώ και καιρό προσπαθεί να με αφανίσει.

Το νιώθω στο σώμα μου πάνω.

Το νιώθω στη περιρρέουσα ατμόσφαιρα.

Κάποιος με δηλητηριάζει.

Αναμφισβήτητα, κάποιος το προσπαθεί. Το πώς το κάνει, δεν το γνωρίζω, μα αυτό γίνεται, σίγουρα.

Θα μού πείτε, για να σιγουρευτώ, δεν έχω παρά να κάνω κάποιες εξετάσεις αιματολογικές και ούρων και αν υπάρχει δηλητήριο θα ανιχνευτεί. ΘΑ ΑΠΟΔΕΙΧΘΕΙ έτσι, ότι τα λόγια μου δεν είναι απόρροια της φαντασίας μιας μισοπάλαβης αλκοολικής, που προσπαθεί όμως απεγνωσμένα να απεξαρτηθεί από τα ολέθριο πάθος της. Μα ναι μεν παραδέχομαι ότι είμαι αλκοολική, θεοπάλαβη όμως όχι. Από τας φρένας είμαι μια χαρά κατά τις γνωματεύσεις των ειδικών και δεν έχει κανείς το δικαίωμα αυτό να το αμφισβητήσει.

Έτσι λοιπόν, οφείλετε όσοι ενδιαφέρεστε για μένα, να με πιστέψετε και να με δικαιολογήσετε που το alarm μου είναι  στο κόκκινο. Προειδοποιεί σαφώς: ‘’ΠΡΟΣΟΧΗ ΚΙΝΔΥΝΟΣ’’.

‘’Από ΤΙ,’’ το ερωτώ;

‘’Κι εγώ πού να το ξέρω; Μια απλή διαίσθηση είμαι και τίποτα άλλο,’’ μου  απαντά. ’’Εσύ που είσαι μορφωμένη και ξύπνια, ψάξε να το βρεις, μόνο βιάσου πριν οδεύσεις προς τα κει που γυρισμός δεν υπάρχει’’.

Και ΝΑΙ την άκουσα την διαίσθησή μου, έκανα τις εξετάσεις μου και, ω Θεοί, ανιχνεύτηκε μια πολύ δηλητηριώδης και απίστευτα επικίνδυνη ουσία, που και σε μικρές δόσεις, σε ελάχιστες, επέφερε ολέθρια αποτελέσματα στον ανθρώπινο οργανισμό και μια σίγουρη κατάληξη προς έναν τόπο ένθα ουκ έστι πόνος ου λύπη και στεναγμός, κατά την θρησκευτική μας ρήση.

Τουτέστιν, ναι μεν εμένα, τα ραδίκια σαν χορταρικό μού αρέσουν, στην

ως άνω όμως περίπτωση, θα τα έβλεπα ανάποδα που λένε, σε λίγο καιρό!

‘’Σαν πόσο λίγο  δηλαδή’’ ξανά μανά ρωτώ τη διαίσθησή μου, αλλά και ΤΗΝ ΚΑΘ’  ΥΛΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ‘’ΑΣΠΡΗ ΜΠΛΟΥΖΑ.’’

‘’Σε πέντε, βία έξη μήνες από τώρα, αν είσαι τυχερή’’ μου απαντάει.

‘’ΠΕΝΤΕ ΕΞΗ; Χμ χμ, δεν νομίζω να προλαβαίνω να τελειώσω υποθέσεις που εκκρεμούν και που αν μείνουν στο ατέλειωτο, η ψυχή μου θα βρικολακιάσει από την αγανάκτηση των δικών μου ανθρώπων που θα τους τις έχω αφήσει κληρονομιά. Δεν γίνεται κάποια παράταση;’’ ξαναρωτώ.

‘’Τι λες μωρέ κατακαημένη μου αυτό μονάχα βρήκες να πεις; Φοβάμαι ότι το δηλητήριο έχει αρχίσει να κάνει την δουλειά εφ’ ής ετάχθη. Για τας ΦΡΕΝΑΣ ΣΟΥ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ. Βρε κατάλαβες τι σου είπα; Π   ε   θ   α   ί   ν   ε   ι   ς.

Είμαι περίεργος να μου απαντήσεις: Δεν σου έφθανε το αλκοολίκι, είπες ‘’δεν παίρνω κάτι πιο δυνατό να ξεμπερδεύω μιαν ώρα αρχύτερα;’’

Από πού, για τω Θεώ, ΤΟ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗΚΕΣ ΒΡΕ ΕΛΣΑ;

Ξέρω καλά κορίτσι μου ότι υπάρχει μόνον στα μεγάλα Νοσοκομειακά συγκροτήματα- και πάντως ΟΧΙ στην Ελλάδα,- για θεραπευτικούς βέβαια λόγους και πειραματικά…’’

Να γιατί εγώ τόσο καιρό απέφευγα να επισκεφτώ γιατρό, ακόμα και τούτον τον επιστήθιο φίλο μου. Ήξερα ότι θα αντιμετώπιζα την βάσανο του ‘’μήπως τούτο και μήπως τ’ άλλο και τα μη και τα πρέπει.’’ Μα το να ακούω για σπάνια δηλητήρια και δολοφονία μου δι΄ αυτών,  ούτε στις πιο Χιτσκοκικές διεστραμμένες φαντασιώσεις μου. Σαν να λέμε δηλαδή ότι κάποιος μού παρείχε ένα δηλητήριο πιθανόν σε μορφή φαρμάκου, που κανένας Ε.Ο.Φ, του κόσμου μπορούσε να επιτρέψει τη χρήση του.

Μάλιστα…

Ερώτημα πρώτον: Τίνι τρόπω το κατάφερνε αυτό;

Ερώτημα, Βου: Και πώς ενώ ήξερε την επικινδυνότητά του το έπραττε συνειδητά;

Ερώτημα Γάμα: και ΓΙΑΤΙ ήθελε να πεθάνω;

Εγώ η έρμη τον μόνο που ήξερα να θέλει το κακό μου ήταν ο… εαυτός μου και πέραν τούτου ουδείς. Ένα φιλήσυχο αλκοολικό ανθρωπάκι ήμουνα, χαμένο στον κόσμο του, που όμως δεν επιθυμούσε να βλαφτεί εξ΄ αιτίας του ούτε άνθρωπος ούτε ζώο. Γι’ αυτό  και φανατική vegetarian.

Tότε;

Βρε μυστήριο…

‘’Γιατρέ μου, Φοίβο καλέ μου, είσαι σίγουρος για τα όσα κουφά μου είπες;’’

‘’Έλσα ξέρεις σίγουρα να μου πεις από πού ανατέλλει ήλιος;’’

‘’Νομίζω ΝΑΙ.’’

‘’Για πες. Από πού;’’

‘’Κοίτα. Απ’ ότι γνωρίζω ο ήλιος ακολουθεί μια τροχιά τόξου από ΑΝΑΤΟΛΗ προς ΔΥΣΗ. Νότος και Βοράς, καμία σχέση. Και επειδή όλα τελειώνουν στην δύση τους υποθέτω αποκλείεται και η Δύση. Άρα μένει η Ανατολή και από  κει ανατέλλει…’’

‘’Α γεια σου. Καλά πας. Άρα και το πρόβλημά σου το έχεις κατανοήσει στη ολότητά του. Δεν χάνεις λάδια. Ψάξε λοιπόν και βρες ΠΟΙΟΣ ή ΠΟΙΑ ΣΕ ΜΙΣΕΙ ΤΟΣΟ  ΠΟΥ ΝΑ ΘΕΛΕΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ  ΣΟΥ. Μόνο μην αργείς. Υπάρχουν πράγματα στη ζωή και στον θάνατο, υψίστης προτεραιότητας. Στην περίπτωσή σου η παραμικρή ολιγωρία σημαίνει ΤΕΛΟΣ και θα είναι το δικό σου’’, μου είπε χωρίς να μασάει τα λόγια του ο καλός γιατρός και φίλος μου όπως σας είπα

‘’Μην αφήσεις κανέναν να σε πλησιάσει εκτός της οικογένειας σου ΚΑΤΑΝΟΗΤΟΝ;’’

‘’ΤΟ ΕΜΠΕΔΩΣΑ ΓΙΑΤΡΕ ΜΟΥ. ΚΑΤΑΝΟΗΤΟΝ», του είπα και έφυγα περισσότερο προβληματισμένη απ’ όταν ήρθα.

Το πρώτο πράγμα που έκανα μόλις έφτασα στο σπίτι μου, ήταν να κάνω ένα γραπτό πλάνο για το ποια άτομα ήταν σε άμεση επαφή μαζί μου, της οικογένειάς μου συμπεριλαμβανομένης. Δεν εξαίρεσα ούτε το μικρό μου  αδερφάκι.

Πρώτον τους γονείς μου. Πόσο μα πόσο τους λυπόμουν. Το μαράζι το δικό μου, και η κατάντια μου τους έτρωγε το συκώτι. Υπήρξα το καμάρι τους, περισσότερο από τον γιόκα τους. Με καμάρωναν. Μα πώς έφτασα ως εδώ; Θα σας πω.

Η αρχή έγινε με την αποτυχία μου στις Πανελλήνιες.

Οι γονείς μου το κομπόδεμά τους το είχαν για τις όποιες σπουδές των παιδιών τους.

Με έστειλαν λοιπόν σε ένα Πανεπιστήμιο Χώρας Ανατολικής που ήταν πιο εύκολα τα πράγματα.

Μακριά από την θαλπωρή του σπιτιού μου και για να αντέξω στο διαβολεμένο κρύο του χειμώνα, άρχισα κατά την προτροπή φίλων μου να πίνω για να ζεστάνω σώμα και ψυχή. Μέχρι που εθίστηκα. Πολύ θέλει ο άνθρωπος να παρεκκλίνει; Και: ‘’ΕΙΜΑΙ Η ΕΛΣΑ ΚΑΙ ΕΙΜΑΙ ΑΛΚΟΟΛΙΚΗ’’, κραύγαζα στον κύκλο που σχημάτιζαν συμπάσχοντες φίλοι, μία μέθοδος προφανώς συνειδητοποιήσεως και παραδοχής του προβλήματός μας.

Τέρμα οι σπουδές και τα όνειρα. Ήμουνα συνεχώς μεθυσμένη με χαμένο τον αυτοσεβασμό μου, την αξιοπρέπεια και ναι, ακόμη και την ηθική μου. Βυθισμένη σε μιαν άβυσσο από την οποία δεν ήλπιζα ποτέ να αναδυθώ.

Και τώρα, μπορεί μεν να ήξερα, να θυμόμουν, από πού ανατέλλει ο ήλιος αλλά και πολύ περισσότερο ήξερα από πού ΔΥΕΙ όπως συνέβαινε και με τη ζωή μου.

Από την άλλη, ο μεγάλος μου αδερφός, το έφερε βαρέως το κατάντημά μου, ,με αντιμετώπιζε σαν άρρωστη όπως και ήμουν βέβαια και όταν ήρθε και εκείνου η σειρά να φύγει για σπουδές διάλεξε την Ιατρική, με την φιλοδοξία σαν γιατρός ερευνητής να βρει το φάρμακο που θα με θεράπευε και θα ξανάφερνε το γέλιο στο σπιτικό μας. Ανατέλλοντα όνειρα με περιεχόμενο και στόχο.

Φεύγοντας όμως και αυτός από κοντά μας, εγώ απόγινα που λένε μιας και δεν ήταν μόνον αδερφός, μα ο καλύτερος φίλος μου, το στήριγμά μου και η απουσία του επιπρόσθετος πόνος.

«Υπομονή Ελσάκι. Όταν γυρίσω, θα σου έχω και το φάρμακο που θα σε κάνει  καλά. Αυτό δεν είναι μόνον μία υπόσχεση αλλά ένας βαρύς όρκος που κάνω μπροστά στο Θεό και σε σένα, αλλά και την Αγάπη που σου έχω. Αυτά ήταν επί λέξει τα λόγια που μου έλεγε κάθε φορά που ερχόταν να μας δει.

Οι γονείς λοιπόν και τα’ αδέρφια μου στο πρώτο πλάνο και βασικό. Ακολουθούσαν δυο φίλες μου και το κορίτσι του ξενιτεμένου μας, μια παλιά μου δασκάλα του βιολιού στα πρόθυρα του Αλτσχάιμερ, δυστυχώς. γι’ αυτήν και για μας που την λατρεύουμε και τέλος ένας συμμαθητής από τα χρόνια τα πρώτα του Γυμνασίου, που μια ζωή ήταν ερωτευμένος μαζί μου ακόμα και στο κατάντημά μου.

Αυτός ήταν όλος και όλος ο στενός μου κύκλος και βέβαια όλοι υπεράνω υποψίας.

Προβληματισμένη από  την προτροπή του Φοίβου δεν άφηνα κανέναν άλλον να με πλησιάσει. Ίσως αν τα κατάφερνα να μη με αγγίξει ο εχθρός να γλύτωνα και από του Χάρου τα δόντια κυριολεκτικά. Υπό κώδωνα λοιπόν ιδία  θελήσει. Ο μόνος εκτός πλάνου, ήταν ο κούριερ, που μια φορά την εβδομάδα μου έφερνε τη δόση μου από ένα ελπιδοφόρο φάρμακο που μού έστελνε εκ Γερμανίας ο Λατρεμένος μου αδερφός, τετραετής πια φοιτητής, του φημισμένου Πανεπιστημίου της.

Και κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι όλα τα συμπτώματα άρχισαν όταν άρχισε  και η επίσκεψη του courier.

Παίρνω την πρώτη πτήση για τη Χώρα σπουδών του αδερφού μου, με τον ίδιο να μένει κατάπληκτος με αυτά που του εξομολογήθηκε η λατρεμένη του αδερφή. Είχε κάτι μήνες να με δει και τρόμαξε στη θέα μου.

Απίστευτο. Ήμουν 28 μόνον χρόνων και έμοιαζα με 50άρα! Δεν μου μίλησε βέβαια για τα αρνητικά του συναισθήματα, μα χαζή δεν ήμουνα και στον καθρέφτη μου είχα απόλυτη εμπιστοσύνη και στον καθρέφτη κυρίως των ματιών του, των πιο τίμιων ματιών του πλανήτη, διάβαζα την καταδίκη μου πια.

«Πώς πας Πατρίδα;» με ρώτησε, «το ξέρεις ότι για μένα πατρίδα, Ελλάδα ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΛΣΑ».

«Νίκο μου να χαρείς, μη μου κάνεις τα πράγματα δυσκολότερα απ’ ότι είναι. Πώς θα σου το πω Χριστέ μου;»

«Τι συμβαίνει κυρά μου με τρομάζεις. Η υγεία σου χειρότερα; ΚΑΜΙΑ ΒΕΛΤΙΩΣΗ, ΚΑΜΙΑ; Στάσου, μη μου πεις ότι από τότε που άρχισες να παίρνεις ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΟ ΠΟΥ ΕΓΩ ΣΟΥ ΣΤΕΛΝΩ;…

Γιατί αν ΑΥΤΟ συμβαίνει, θα βάλω μπουρλότο μ ε τα χεράκια μου στα διάσημα ανά τω κόσμω Εργαστήριά μας στο Ερευνητικό Κέντρο».

Γούρλωσαν τα μάτια του παιδιού και φοβήθηκα ότι δεν θα το αντέξει το σοκ, πόσω μάλλον αν ακούσει τι μου είπε το ‘’άσημο’’ γιατρουδάκι, ο φίλος μου εν Ελλάδι… Και βέβαια όταν τα έμαθε έγινε θηρίο. Απειλούσε Θεούς και δαίμονες.

Κατάφερα κάποια στιγμή να τον ηρεμήσω κατά το μέτρο του δυνατού βέβαια γιατί αυτά που άκουσε δεν θα τα ξεχνούσε ποτέ.

Κάθισε και έγραψε μία εκτενή Έκθεση, αναφέροντας τις παρενέργειες του φαρμάκου από τις οποίες υπέφερε η ίδια του η αδερφή. Και η έκθεση τελείωνε κάπως έτσι:

‘’ΠΕΙΡΑΜΑΤΟΖΩΟ Η ΑΔΕΡΦΗ ΜΟΥ αγαπητοί και σεβαστοί μου καθηγητές; Γιατί όχι η δική σας; Αλλιώς με είχατε διαβεβαιώσει’’.

Δηλαδή δεν τους τα είπε και ακριβώς έτσι αλλά υπαινισσόταν πολλά περισσότερα εις βάρος τους, κάτι δηλαδή σαν συνέχεια των πειραμάτων των προγόνων τους σε βάρος των Εβραίων, ΣΤΑ ΣΤΡΑΤΟΠΑΙΔΑ.

ΧΟΝΤΡΑΙΝΕ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ.

Η έκθεση του αδερφού μου έφερε σεισμό στην Επιστημονική Παγκόσμια Κοινότητα και παλιές μνήμες αναβίωσαν, με τις τηλεοράσεις και το internet να παίρνουν φωτιά από το μέγα φαρμακευτικό σκάνδαλο.

Δεν θα υπεισέλθουμε σε άλλες ιατρικές λεπτομέρειες, γιατί και γνώσεις δεν έχουμε αλλά ούτε και πρόθεση να κατηγορήσουμε περεταίρω τον ΞΕΝΟ ΕΡΕΥΝΗΤΗ. ΘΑ ΤΟΥ ΠΟΥΜΕ ΜΟΝΟΝ ΟΤΙ ΟΧΙ. Το φάρμακό του δεν θεραπεύει  τον αλκοολισμό αλλά δίνει στον άρρωστο  και καταλαβαίνει πώς είναι ο θάνατος που πλησιάζει.

Από το δικό μου μετερίζι, υποσχέθηκα να μπω για το χατίρι του αδερφού μου  σε μια κλινική αποτοξίνωσης, ελπίζοντας στην ίασή μου, η οποία δεν θα πραγματοποιούταν ποτέ αν εκείνος στην προσπάθειά του να με σώσει γινόταν στην τελική ο ακούσιος δολοφόνος μου.

‘’Πειράματα τέτοιου είδους τέρμα αγαπητοί συνάδελφοι. Εγώ, ο εν Γερμανία φοιτητάκος προτείνω δύο άλλα φάρμακα δοκιμασμένα στον Χρόνο, ή μάλλον τρία: ΑΓΑΠΗ – ΕΠΙΜΟΝΗ – ΚΑΙ ΥΠΟΜΟΝΗ.

Και πού και πού όλοι εμείς οι λειτουργοί της Επιστήμης που λέγεται ΙΑΤΡΙΚΗ, ας ρίχνουμε και καμιά ματιά στο παλιό εκείνο βιβλίο του Κρόνιν, the Citadel. Eχουμε πολλά να αποκομίσουμε από το διάβασμά του ΣΙΓΟΥΡΑ…’’

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Πρόσφατα σχόλια

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

exportsgr.com - Online B2B έκθεση Ελληνικών Προϊόντων

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music