«Τίμη», γράφει η Μαριάννα Γληνού

Ω!  Ασφαλή συμπεράσματα, όχι, δεν έχει! Για αυτό, μάλλον, μερικοί από μας τους ανθρώπους το ρίχνουμε στις Θετικές Επιστήμες, πέρα από την προσωπική μας κλίση, για να βρούμε κάποια από αυτά. Τα ασφαλή συμπεράσματα εννοώ. Σαν μια συνέπεια μιας σειράς απολύτως λογικών διεργασιών. Έτσι, μόνο, σιγουρεύεσαι. Και αν, επίσης, το αριθμητικό αποτέλεσμα συμπίπτει με αυτό που έχουν βρει οι περισσότεροι. Οι δρόμοι είναι από κάποια πιο φωτεινά μυαλά από πριν χαραγμένοι. Κι εκεί και παντού. Μονόδρομοι.

«Έχει κρύο σήμερα. Από την παλιά, τζαμένια πόρτα ένας χειμώνας  ζητούσε κι αυτός τη επιβεβαίωσή του. Τα κοκαλιασμένα μου δάκτυλα δεν του έφταναν; Ύστερα, πάλι, κι αν ήταν αρκετά,  πώς θα τα έβλεπε; Νοιάζεται  το χιόνι και η παγωνιά  για τα σπουργίτια που απάγκιο δεν βρήκαν; Τα βρώμικα, κρύα στρωσίδια του άστεγου, τι διαβεβαίωση παρέχουν; Μόνο στους «έχοντες». Έχουν μάτια και καρδιές οι εποχές; Εδώ λείπουν απ’ τους ανθρώπους…

Μου φαίνεται πως μεγάλωσα αρκετά για να μπορώ ν’ αντέχω τόση μοναξιά. Τα δάχτυλα στην άκρη τους μουδιασμένα.  Βρήκα! Θα βράσω νερό να γεμίσω τη θερμοφόρα. Μια ψευδαίσθηση ζεστασιάς. Μια αθόρυβη εξακρίβωση. Μπορείς και να δημιουργήσεις από το τίποτα ζεστασιά. Ένας βραστήρας και μια θερμοφόρα είναι τα μέσα. Δεν χρειάζονται οι αγκαλιές. Ειδικά όταν δεν σου ανοίγονται σαν φτερούγες, αλλά πρέπει, ίδια ζητιάνος, κάθε φορά να τις γυρεύεις. Τα σπίρτα πάπαλα. Σπάνια βρίσκεις. Κι αυτά σε συλλεκτικές συσκευασίες. Πού ο καιρός που ανάβαμε το τσιγάρο και μύριζε στην άκρη του το σπίρτο που καιγόταν. Κι ήταν κομμάτι μιας ασφάλειας.  Κι όταν φυσούσε, βάζαμε κόντρα την παλάμη, να σώσει ν’ ανάψει το τσιγάρο… Και το παραμύθι « Το κοριτσάκι  με τα σπίρτα» θα βγει σε αχρηστία κι αυτό! Σκέψου τώρα, να το διαβάζεις στο εγγόνι σου και να σε σταματάει να σε ρωτάει, «τι είναι αυτά που λες  σπίρτα, γιαγιά;»

Η Τίμη, μόνη στο σπίτι, γυρνούσε από δωμάτιο σε δωμάτιο και μετρούσε τα βήματα. Για ν’ ακούγεται μια φωνή να συντροφεύει την ησυχία. Ο θόρυβος από τη λειτουργία του ψυγείου δεν ήταν συντροφιά. Συνήθως, κατέληγε στο σαλόνι. Καθόταν στο μικρό καναπεδάκι, αγκάλιαζε τη θερμοφόρα της, τυλιγόταν ένα μικρό φλις κουβερτάκι, έπαιρνε αγκαλιά τις θύμησές της και πότε χαζεύοντας το χαζοκούτι, πότε πλέκοντας λιγουλάκι, πότε διαβάζοντας κάνα βιβλίο, παραδινόταν σε έναν υπνάκο, ψευδαίσθηση αγκαλιάς. Για το κρεβάτι, είχε αγοράσει υπόστρωμα. Μεγάλη ανακάλυψη. Η υπέρτατη. Για τις νύχτες λέμε.

Είχε βρει κι άλλες να ονοματίσει. Τη θερμοφόρα την είπαμε. Και το ιντερνέτι ήταν κι αυτό ένα κάτι. «Α, μπε, μπα μπλομ, του κιθε, μπλομ, Α, μπε, μπα μπλομ, μπλιμ, μπλομ!» τα θυμόταν καλά; Φλισένια κουβερτούλα, θερμοφόρα, βιβλίο, χαζοκούτι,  τσιγάρο, ιντερνέτι, κι ύστερα πάλι τα ίδια σε όλες τις πιθανές τους σειρές. Θα υπήρχε κάποιος μαθηματικός τύπος που γρήγορα-γρήγορα θα μπορούσες να υπολογίσεις το σύνολο των πιθανών συνδυασμών τους. Και το αποτέλεσμα σίγουρο. Όμως αυτή η ρημάδα εκεί. Η μοναξιά, λέω.
Σαν ένα προσωπικό δώρο. Σαν βαλές ή τζόκερ, ανάλογα με το παιχνίδι που παίζεις. Για να σε λένε κι οι άλλοι ευρύπρωκτο! Τι ειρωνεία!

«Μια ολόκληρη ζωή, θαρρείς δεν ονειρεύτηκα ποτέ μου! Βήμα στο βήμα προχωρώντας προς τα πίσω με το μυαλό, έκανα, μπορώ να πω με βεβαιότητα, το καλύτερο δυνατό, ανάλογα με τις περιστάσεις. Νομίζω, για να είμαι πιο συνεπής, πως υπήρξανε πολλές φορές που ξεπέρναγα τα όρια της ανθρώπινης προσπάθειας. Κι άγγιζα τον υπεράνθρωπο. Μόνο χαράδρες μέσα μου ανοίγονταν, τι αδικία! Και αυτός που έσερνε τους τοίχους να φαρδύνουν και φταίχτης! Ο μόνος σίγουρος τρόπος να μην κατηγορηθείς ποτέ,  είναι να μην κάνεις τίποτα. Έτσι δεν είπε κάποιο μεγάλο μυαλό, το όνομά του μού διαφεύγει… Μα αναρωτιέμαι, δεν έχει εκεί στο «τίποτα» κριτή; Δεν είναι αριθμός το μηδέν; Δεν ορίζει το τείχος που από πάνω του αρχίζεις να προσθέτεις κι από την άλλη του μεριά να αφαιρείς; Δεν είναι ένα κάτι κι η ησυχία; Κι η μοναξιά; Δεν είναι;

Σωστοί συλλογισμοί και λάθος στην τελευταία πράξη! Σαν σε λάθος χρόνο αυλαία. Να μένουν οι θεατές άβολα καθισμένοι να περιμένουν. Και να αναρωτιούνται. Σαν σε διακοπή του ρεύματος. Σαστισμένοι κι οι ηθοποιοί. Μόνο το ξύλινο  πάτωμα να μιλάει το τρίξιμό του από την αλλαγή του κέντρου βάρους στο σώμα ενός ηθοποιού…

Και το κρύο, μια σιγουριά θα είναι. Μια σίγουρη πραγματικότητα.»

Ίσως σας αρέσει και

2 Σχόλια

  • ΛΕΝΑ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ
    29 Ιανουαρίου 2018 at 21:10

    Από τα πολύ ωραία σας μαντάμ

  • Μαριάννα Γληνού
    3 Φεβρουαρίου 2018 at 22:48

    Σε ευχαριστώ πολύ, Λένα!

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music