«Στάσα», γράφει η Μαριάννα Γληνού

Είχε πάψει από καιρό πίσω, να λέει ό,τι συνέβαινε ακριβώς τη στιγμή που πονούσε πιο πολύ. Επιτέλους! Είχε καταλάβει πως δεν αφορούσε κανέναν στ’ αλήθεια, παρά μονάχα την ίδια.  Το μοίρασμα είναι κάτι που με τη στάση τους το αξιώνονται οι άνθρωποι. Το συντηρούν. Τι νόμιζες; Μια φορά σε έπεισαν και άρχισες εσύ να ξεχειλίζεις σαν ποτάμι, αναμνήσεις, σκόρπια λόγια κι ασταμάτητα δάκρυα για κείνο που περίμενες και ποτέ δεν ήταν! Σάμπως και περιμένοντας, άλλαξες κάτι! Μήπως και μιλώντας, πέρα από το κούνημα της κεφαλής και καμιά λεξούλα κατανόησης  «Ναι, ναι, έτσι είναι!» ή ανάμεσα στις εξομολογήσεις σου ένα: «Γιατί, ρε μάτια μου, κάνεις έτσι τώρα;», ειπωμένο πάντα την ώρα των διαφημίσεων, μη χάσουμε κι από τα τεκταινόμενα σε τέσσερα κανάλια,  έλαβε ποτέ κάτι βαθύτερο;

– Θα σκάσει κάποια στιγμή, δεν θα σκάσει, θα πει, θα πει, θα γυρίσει και φύλο, θα κουραστεί από το κλάμα και τη στεναχώρια, θα κοιμηθεί πια!

Κουράζει  το μοίρασμα τους ανθρώπους που το συναίσθημα το κατρακύλησαν μέσα στο πηγάδι της σιωπής, ίσως γιατί θέλει θαρραλέους ανθρώπους αυτό, να ξέρουν να πονάνε.

Θέλει να είσαι εκεί για να μπορούν να σε πατούν οι άλλοι. Και πατώντας, να σιγουρεύονται για το ύψος τους.

Ο κόσμος ετούτος πάνω στη γη, φαίνεται πως γίνηκε για εκείνους που ξέρουν να επιβιώνουν. Να βρίσκουν στεγανά. Να μιλάνε τόσα ψέματα, τόσο περίτεχνα, που να τα κάνουν να μοιάζουν για αλήθειες! Βέβαια, αυτό προϋποθέτει και ακροατήριο! Όλες οι παραστάσεις δεν θέλουν; Αυτιά να ακούνε, καρδιές να πιστεύουν και ζωές να στήνονται!

Φωτιά στα ψεύτικα του κόσμου! Τελειώσανε τα βάθρα, μαζεύτηκαν οι κόκκινοι μακρινοί διάδρομοι να περπατήσουν οι σπουδαίοι. Καθένας και τ’ αντίβαρο της σκιάς του. Μοναχός.

Αν  ήθελε ν’ αλλάξει, δεν ήταν ακατόρθωτο. Δεν θα μπορούσε, λέτε, να ντυθεί το ένδυμα της αρεσκείας των άλλων; Πόσα ντυσίματα, τι γαμάτο βεστιάριο ο κόσμος! Θέλει κόπο  το να γίνεις σαύρα; Μπα! Τρόπο θέλει! Φτάνει μόνο  να συνειδητοποιήσεις πως εσύ  το κατέχεις το «χάρισμα» κι άλλοι είναι εκεί να σε θαυμάσουν. Στο τέλος πουλάς και τα περσινά  λέπια σε τιμή ευκαιρίας. Θα τα αγοράσουν.  Σίγουρα.  Αυτοί  που περιμένουν για ψίχουλα  σαν τα σπουργίτια κοντά στους φούρνους. Να είναι καλά τα κουλουράκια του σουσαμιού, τα κουλούρια Θεσσαλονίκης και τα άτακτα πιτσιρίκια που πεισμωμένα, επειδή ήθελαν τυρόπιτα κι η μάνα τους τούς αγόρασε κουλούρι, το πετάνε, κομμάτι-κομμάτι κάτω. Μη το μυριστεί η μάνα- τέρας και μετά  ακολουθήσει η παλαμιά σύννεφο…

Έλα γειά σου! Για συννεφάκια μιλάει ετούτη δω και χάνεται! Ξε-φου-σκώ-σα-νε, μάνα-Λένα! Δεν έχει ιδανικές φιλίες, δανεικές μόνο. Δεν έχει αξιοκρατίες. Αξιοπρέπεια έχουν μόνο οι κατέχοντες.  Δεν έχει αγάπες ολόκληρες. Συμβόλαια έχει. Εντυπώσεις. Έχει κορόιδα που τραβάνε το κουπί και καπετάνιους που νομίζουν πως οδηγούν καράβια. Μεσσηνίους είλωτες και Σπαρτιάτες αφέντες.

Θα διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους, σίγουροι για τη δική τους διάγνωση, ψυχολόγοι, ψυχοθεραπευτές, ιατροί επί πτυχίω, πτυχιούχοι, τιτλούχοι ψυχίατροι και λοιπές συναφείς ή άσχετες ειδικότητες, για ποιο στάδιο της παιδικής ανάπτυξης δεν ολοκλήρωσε σωστά, ή κόλλησε για τους χι, ψι και ζέντ λόγους το εν λόγω πρόσωπο στον καθρέφτη. Ο ένας θα υποστηρίζει πως το θέμα με τη μανούλα της είναι, τη βρήκε ελλιπή, τσιγκούνα, ατελή, ακοινώνητη, άτολμη, ελλειπτική, μια μάνα απλή ήταν ρε παιδιά όπως όλες που το πήγαινε με τη συνείδησή της, δεν δίνεται και εγχειρίδιο χρήσης όπως όταν αγοράζεις μια τηλεόραση πλάσμα, ας πούμε… Αν το ντεπόζιτο  ξεχειλίζει από αγάπη για το πρώτο και για τα άλλα το πας πιο σιγά, κάτι γιατί έμαθες, κάτι γιατί ακρίβυνε η ρημάδα η βενζίνη και δεν το πας πατημένο για να καις λιγότερη, έχει πολλά σημεία να φορτώνεις αγάπη, όπως σήμερα κουβαλάμε μαζί μας μπόλικη «φορτωμένη» ενέργεια στα power-bank ; Τι φταίει κι αυτή, αν δεν είχε πάρει στο μεγάλωμά της όλα όσα χρειαζόταν για να είναι ένα λογικό, συγκροτημένο άτομο; Παιδί ήθελε να κάνει. Δεν της είπε κανείς πως έπρεπε πρώτα να «καταπιεί» την «Πάπυρο-Λαρούς Μπριτάνικα»!

Άλλοι πάλι, μετά απολύτου βεβαιότητος θα επιχειρηματολογούν για την ορθότητα της δικής τους εκτίμησης, η Στάσα είχε κολλήσει, σα σκατά στη σόλα του παπουτσιού, δεν φεύγουν εύκολα, «μπαίνουν» μέσα στα σχέδιά της, ακόμα και να φύγουν, με χλωρίνες να τρίψεις , σκατίλα μένει, στην Οιδιποδειακή φάση. Δεν είναι φανερά ενοχική, ρομαντική, φανερά απογοητευμένη;

Είκοσι-εννιά ειδήμονες όπως για τη σκόνη του πλυντηρίου, να μιλούσαν για το άτομό της, να την ανέλυαν δίνοντας σημασία στην κάθε της λέξη, ο καθένας βαθιά μέσα του ξέρει πάντα τι του φταίει. Αυτό το υπογράφω εγώ, ο μόνος αληθινός σε αυτόν τον κόσμο: ο καθρέφτης!  Οι περισσότεροι θα έλεγαν πως θα έπρεπε ν’ αλλάξει. Αν άλλαζε, σιγά-σιγά,  τίποτα από  εκείνην δεν θα έμενε να είναι  αλήθεια. Δεν θα έπρεπε, τότε, να αλλάξει και όνομα; Αν αλλάζεις για να επιβιώσεις, δεν γίνεσαι ένας άλλος;

«Εδώ καράβια χάνονται, βαρκούλες αρμενίζουν». Η λαϊκή, κομμάτι πιο  αθυρόστομη,  φιλοσοφία λέει: « Εδώ γαμ… αρσενικούς, κι εσύ γυρεύεις νύφη!»

-Πουλάκι μου, βρωμόστομο που είσαι ! Εγώ έφτιαξα έναν κόσμο, δικό μου, ολόδικό μου. Έτσι βρήκα τον τρόπο να μπορώ να ζω. Σα να ήμουνα ζωγράφος και να τον χρωμάτιζα εγώ απαρχής. Τον γράφω και τον φτιάχνω όμορφο,  αληθινό, με τις λέξεις μου. Και τον υπερασπίζομαι με κάθε μου γράμμα. Μόλις κατάλαβα πως τέτοιον εκεί έξω δεν θα βρω.  Καμιά φορά, αναγνωρίζω σε ανθρώπους κάτι αληθινό, αθώο ακόμα,  που μοιάζει με αυτόν τον κόσμο μου, σαν εσένα, σπουργίτι μου. Σε βλέπω να πεταρίζεις ασταμάτητα. Φορές-φορές να κοντοστέκεσαι και να κοιτάς χωρίς να μπορούν να πιστέψουν τα μάτια σου. Ευτυχώς, είσαι μικρό,  λεπτοκαμωμένο και τα φτερά σου είναι γρήγορα. Πρέπει να ξέρει κάποιος καλό σημάδι για να σε βρει. Ύστερα, σε γλυτώνει και το είδος σου. Δεν έχω ακούσει ως τώρα γκουρμεδιά τηγανητά σπουργίτια… Άλλες πάλι φορές δεν σε πολυκαταλαβαίνω ούτε εγώ! Μωρέ σπουργίτι μου, ανίατη ασθένεια αυτή σου η ευαισθησία. Ποιο άλλο πουλί, άραγε, θα μπορούσε να την αντέξει;

-Περνάει ο καιρός. Ξεχνάς. Ξεχνιέσαι. Και κλείνει ο κύκλος. Αυλαία.

Οι Αναστάσεις, κι αυτές προσωπικές. Καθένας κι η δικιά του. Αν…

Και πού είστε; Σπουργίτι θα πεθάνω… Σας το υπογράφω. Στάσα.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

exportsgr.com - Online B2B έκθεση Ελληνικών Προϊόντων

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music