«Σέβη», γράφει η Μαριάννα Γληνού

Έχει πίκρα η αποδοχή; Ποσά ανάλογα; Όσο πλαταίνει η αποδοχή, τόσο βαθαίνει η πίκρα; Και τα αντίο, έχουνε τα αντίο γυρισμούς;  Τα «καλώς ήρθες» ανταμώματα;

Πώς μπορούσε ένας μικρός άνθρωπος, όλος κι όλος ένα κι εξήντα, να γυρίζει μια γύρα τον κόσμο, καμιά φορά και πάνω-κάτω, ακόμα δεν μπορώ να το καταλάβω. Σηκωνόταν τις πιο πολλές φορές αξημέρωτα, πάντως πρώτα απ’ όλους μέσα στο σπίτι. Αν καμιά φορά  τύχαινε κι έμενε περισσότερο στο κρεβάτι, ξέραμε όλοι μας πως κάτι έτρεχε. Κάτι από μέση ή από κείνους τους πονοκεφάλους που τη βασάνιζαν πότε-πότε. Και ζητούσε να την τρίβω μην έσωνε και περνούσε… Λοιπόν, νεότερη, τής είχα οκάδες, φορτώματα άχτια. Μου έφταιγε η μπούκλα στο μαλλί που δεν ίσιωνε, το τζουτζουρίνι  που ήθελα πολύ και δεν μπόραγε γιατί ήταν καπαρωμένο, η φιλενάδα που δεν αποδείχτηκε κούτελο και ψυχή σπαθί κι εγώ της είχα βγάλει τα σώψυχά μου, το μπλουζάκι που δεν είχε το χρώμα που ήθελα, το φασόλι που δεν είχε φουσκώσει αρκετά αποβραδίς και θα με πείραζε στα εντερικά, εγώ είχα βρει τον φταίχτη. Τον βασικό δηλαδή, γιατί είχα βρει κι αναπληρωτή να ξαλλάζω. Έχει την αίγλη του το επάγγελμα του προπονητή. Κουστουμάκι για γάμο και στόμα οχετό! Σύννεφο πέφτανε τα βέλη πάνω στο θήραμα. Και στο τέλος μια φτυσιά, για κάθαρση, ντε!

Μικρή όταν ήμουν μ’ έδερνε, βασανίζοντας με μέ ανήκουστες απειλές που καμιά άλλη μάνα δεν είχε ξεστομίσει ποτέ. «Θα τα πω όλα στην κυρία σου. Για τον καλό σου τρόπο και την άριστή σου συμπεριφορά». Σπάραζα εγώ στο κλάμα μην κι έκανε αλήθεια τη φοβερή της απειλή, η σκύλα! Γάβγιζε κι ωρυόταν. Και τότε, εγώ ησύχαζα. Αυτόματα. Έλεγα πως ήταν γιατί φοβόμουν. Στιγμή δεν είχα σκεφτεί πως σταματούσα γιατί είχα καταλάβει πως για την ώρα, δεν με έπαιρνε άλλη φασαρία. Προς το παρόν, το είχα τερματίσει το κοντέρ. Σε κάνα-δυο μήνες πάλι, ανάλογα την όρεξη!

Ποσά ανάλογα η όρεξη κι η χώνευση ή πρέπει να ληφθούν υπόψη κι άλλες παράμετροι, όπως να πούμε το είδος του φαγητού, η ώρα της λήψης, η διάθεση της μαγείρισσας, η ένταση του ηλεκτρικού ματιού, βάλε να ’χεις…

Το θέμα ήταν ότι στη χώνευση, η μάνα μου δεν ήταν και το παράδειγμα για μίμηση! Χωνεύει εύκολα ένα ράκος; Αν ήταν να την κάνω εικόνα για να δείτε κι εσείς, μια μάνα με δυο μάτια σύννεφα να στάζουνε βροχή έβλεπα μπρος μου. Πώς από ένα τίποτα γίνεται τόσος σαματάς; Πώς γίνεται η αγάπη να ‘χει πίκρα; Εμένα μ’ ένοιαζε η χώνευση; Το μπούκωμα ήταν η διασκέδαση!

Καθώς κυλούσαν τα χρόνια ένιωθα μέσα μου το ρήγμα να βαθαίνει. Σχεδόν απέφευγα τη ματιά. Κρατιόμουν μακριά, εκείνη στη Σπιναλόγκα κι εγώ αντίκρυ. Πώς μ’ έφτανε με τα φτερά της και με σκέπαζε, δεν ξέρω. Ήταν που έκανε και πολλά και δεν την άντεχα τόση πλατύτητα. Πλένω, σκουπίζω, σιδερώνω, γράφω, θυμάμαι, ζωγραφίζω, γελώ, μιλώ, βάφω, στοκάρω, κλαίω και ξανά από την αρχή με άλλη σειρά και σε νέα διάταξη. Δεν ήθελα, κυρά μου να τα κάνεις όλα αυτά κι ας ένιωθα ασφάλεια μόνο όταν ήσουν έτσι! Δεν ήθελα να τρέχω ξωπίσω σου με αγωνία στα μάτια, να σε ακούσω να μου λες πως αξίζω. Αν μπορούσα τότε να ξέρω! Ετούτο τον παντοτινό δεσμό αγάπης που ταξιδεύει μέσα στον χρόνο, ατελείωτα! Μέσα μου, πάντοτέ μου, ετούτο σου, που πάντα περίσσευε αναζητούσα. Πόσο άδικο που νόμιζα πως δεν μου το χάριζες, ενώ απ’ την αρχή δικό μου ήταν! Να το πατάω κάτω, μισώντας το, να το ευτελίζω, βρίσκοντας τις τρύπες του και τα κενά απ’ τα δικά μου βέλη, να το απαξιώνω, κι αυτό εκεί, να στέκει μέσα σου, να ξεχνά, να λυπάται, να δακρύζει βουβά δάκρυα, να μαθαίνει υπομονή!

Πώς να γυρίσεις πίσω τον καιρό και να σβήσεις τα λόγια; Πώς να μάθεις το δίκιο αν δεν αδικηθείς και δεν αδικήσεις; Και την αγάπη, πώς την μαθαίνουν, μαμά, οι άνθρωποι την αγάπη;

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Πρόσφατα σχόλια

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

exportsgr.com - Online B2B έκθεση Ελληνικών Προϊόντων

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music