«Περί Τιμής και λοιπών λόγων», γράφει η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα

«Η Τιμή τιμή δεν έχει και χαρά στον ποιόν την έχει». [1]

Λέγεται πως σε αυτόν τον κόσμο (πιθανά και σε άλλους, αλλά δεν το ξέρουμε και σίγουρα) τα πάντα έχουν μια τιμή. Όπου με τον όρο τιμή, στην προκειμένη περίπτωση, εννοούμε τη μονέδα [2], « τα λεφτά, τα λεφτά, τα εκατομμύρια, τα λεφτά, τα λεφτά, τα μπικικίνια!» [3]. Βέβαια, δεν ήταν πάντα έτσι. Παλιά, πολύ παλιά λέμε τώρα, που δεν του είχε κατεβάσει η γκλάβα του [4] ακόμα του ανθρώπου να «κόψει» χρήμα, η τιμή μετριόταν με είδος. Κοινώς, κάναμε αλλαξό…, ώπα, όχι, λάθος, κάναμε ανταλλαγές! Ναι, αυτό, το πέτυχα. Λόγου χάρη, για να έπαιρνες νύφη καλή και διαλεγμένη έπρεπε να δώσεις δυο καμήλες. Ε, ναι βρε παιδιά, εκεί που υπάρχουν καμήλες, εννοείται, όχι ολούθε. Ή, για να πάρεις το δόρυ κυνηγιού του φίλου του κολλητού του αρχηγού της φυλής, έπρεπε να του δώσεις το καλό σου το κολιέ που είχες φτιάξει από κόκαλο αρκούδας. Για να πάρεις ένα δράμι καφέ απ’ τον καλόν, έπρεπε να δώσεις τρία ζευγάρια αυγά – και πάει λέγοντας και… ανταλλάσοντας μπρος και πίσω στην ανθρώπινη ιστορία, για να μη σας μουρλάνω με άλλα γλαφυρά παραδείγματα.

Τιμή. Τι σημαίνει. Λοιπόν, επί της αρχής σημαίνει το ποσό (χρηματικό ή άλλου είδους) που πληρώνει κάποιος για να αποκτήσει ένα ορισμένο πράγμα ή υπηρεσία, ζώο ή άνθρωπο θα προσθέσω επίσης, αν και μερικές φορές τα δύο τελευταία είναι σε προσφορά. Δύο σε ένα. Με την κακή έννοια. Αυτό όσο αφορά, λοιπόν, την απόκτηση αγαθών, που πολλές φορές δεν είναι μόνο «αγαθά» [5] βέβαια, πιάσε και γύρευε τι μπορεί να θελήσει να αγοράσει ένας άνθρωπος…

Ερχόμαστε, στη συνέχεια στο δεύτερο βασικό μέρος της… αγοραπωλησίας. Στον Άνθρωπο (κι ας μην είναι κιόλας, που έλεγε κι η μακαρίτισσα η γιαγιάκα μου). Διότι, ω ναι ladies and gentlemen, μόνο ο άνθρωπος αγοράζει και πουλάει (σε τούτον τον πλανήτη πάντα, είπαμε…). Θα μου πείτε, μα ποιο είναι το πρώτο μέρος; Ε, μα το χρήμα λέμε, σε όποια του μορφή. Δύο πράγματα είναι τα χρειαζούμενα για να κάνεις αλισβερίσι [6]. Άνθρωπος και χρήμα, αν και όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά.

Οπότε, τελειώσαμε με την τιμή, να σας φιλήσω σταυρωτά και στο κούτελο και να σας ευχηθώ καλό Σαββατοκύριακο; Ούτε καν, αδέρφια! Τώρα αρχίζουμε. Διότι δεν είναι μόνο αυτή η τιμή. Υπάρχει και η άλλη. Αυτή που αναφέρεται πρωτίστως στον σεβασμό. Τότε που οι άντρες είχαν «λόγο» και οι γυναίκες παρθενία προ γάμου. Βέβαια, γιατί η τιμή καθοριζόταν για τη γυναίκα από μια ανατομική λεπτομέρεια που «κρυβότανε» ανάμεσα στα σκέλια της, τι να σας πω; Μύθος. Δηλαδή, αν την έπαιρνες παρθένα θα σου έβγαινε και καλή σύζυγος και μάνα και λοιπά παραδοσιακά; Ή, αν ήταν παρθένα θα ήταν και εξαιρετική κορδελιάστρα, ας πούμε, ή βασίλισσα; Δεν ξέρω, κάπου είχαν βάλει νομίζω λάθος δικλείδες ασφαλείας τα αρσενικά. Σας μπέρδεψα; Μη σκάτε. Θα σας εξηγήσω.

Υπήρχε κάποτε, που λέτε, όχι, εγώ λέω, τελοσπάντων, υπήρχε κάποτε αυτό που λέγονταν «ο λόγος της αντρικής τιμής». Ναι. Γιατί ο κόσμος τότενες ήταν ανδροκρατούμενος, όχι πως σήμερα δεν είναι, αλλά η γυναίκα τότε είχε μεν τιμή αλλά και που την είχε τι κέρδιζε; Τσάι και συμπάθεια… Όπως και να ‘χε, βαριά κουβέντα, βαριά υπόσχεση το να δίνεις τον λόγο σου. Ακριβώς. Σε εκείνο το κάποτε (που ας μην το προσδιορίσουμε χρονικά γιατί δεν θυμάμαι πότε εξέλειπε ως είδος δέσμευσης και συμφωνίας μεταξύ των ανδρών – το τ με δ) οι άνδρες για να επισφραγίσουν μια συμφωνία ή για να επαληθεύσουν/επιβεβαιώσουν  κάποιο λεγόμενο, δίνανε το λόγο τους και σφίγγανε τα χέρια. Όχι σε μπρα-ντε-φερ [7], σε απλή χειραψία, μπεσαλίδικη [8] και αντρίκια. Τι σημαίνει «δίνανε το λόγο τους»; Απλά, λέγανε ό,τι θέλανε, το μιλάγανε το πράμα, το συμφωνούσανε και τέλειωνε εκεί η δουλειά. Παραδείγματος χάριν, έλεγε ο Τάσος «θα τα φέρω τα υλικά κυρ-Αναστάση στην οικοδομή Δευτέρα πρωί-πρωί, το χάραμα θα τα ‘χεις εκεί, στο λόγο μου. Θα κοστίσουν τόσο», δίνανε τα χέρια και τέλος, άνθρωπέ μου, είχε κλείσει η δουλειά κι η συμφωνία. Και ουέ και αλίμονο έτσι και δεν τα ‘χε ο Τάσος εκεί τα υλικά στην ώρα τους κι όπως τα ‘χαν συμφωνήσει, θα τον κυνήγαγε μετά ο κυρ-Αναστάσης με τη βαριά [9] ώσπου να πάταγε χιόνι ο Τάσος. Απλά πράγματα. Απλό και το παραδειγματάκι, αλλά μπορείτε να το πλατειάσετε όσο θέτε, σε όλο το εύρος της καθημερινότητας των ανθρώπων σε κείνο το κάποτε.

Το να έπαιρνε κάποιος τον λόγο του πίσω, να αθετούσε δηλαδή την υπόσχεσή του, ήταν πολύ βαρύ αδίκημα. Την υπόσχεση, γιατί όρκο δεν δίνανε εύκολα. Ο κόσμος ορκιζότανε κάποτε μόνο στο Θεό ή την πίστη του, για πολύ σοβαρά θέματα και ως ύστατη επίκληση δικαίου, δεν το είχαν κάνει ψωμοτύρι το «ορκίζομαι». Πού ήμανε; Α, ναι. Βαρύ το αδίκημα της αθέτησης του λόγου, έλεγα. Κοινωνικό. Μεταξύ τους τα λύνανε, αλλά τραβιόντουσαν και στα δικαστήρια αν το βαστούσε η τσέπη τους κι αν η αθέτηση αφορούσε business [10]. Γιατί αν έταζες να πάρεις την κόρη κάποιου και μετά την έκανες, έστριβες, πώς το λένε, στα δικαστήρια μπορεί να μην σε πήγαιναν, διότι τι να του πούνε και του Προέδρου, αλλά κάνα μαχαιρωματάκι, κάνα σαπακιασματάκι [11], κάνα πιστόλι στον κρόταφο ως συνοδεία σου όταν θα ντυνόσουν με το στανιό γαμπρός, ε, όσο να πεις, το ‘χες σίγουρο! Και μη νομίζετε πως αυτό συνέβαινε μόνο στα «κατώτερα», από οικονομικής άποψης, κοινωνικά στρώματα. Όχι. Κανόνας σοβαρός, γενικός και απαράβατος. Λέμε τώρα…

Διακρίνετε μια υποψία αμφισβήτησης, ε; Να σας πω. Δεν είχαν όλοι οι άντρες «λόγο». Και όχι, δεν αναφέρομαι στους μουγγούς. Απλά, δεν ήταν όλοι οι άντρες αξιόπιστοι. Δεν ενέπνεαν όλοι σεβασμό. Δεν είχαν όλοι καλή φήμη ότι έπρατταν πάντα ότι ήταν ηθικώς ορθό και δίκαιο. Με δύο λόγια απλά, δεν ήταν όλοι έντιμοι, τουτέστιν δεν είχαν όλοι Τιμή. Αυτοί όμως αποτελούσαν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα, όπως στις μέρες μας. Και ήταν γνωστοί και δακτυλοδεικτούμενοι. Οπότε σε εκείνο το κάποτε προτιμούσαν να τους βγει το μάτι, που λέει και η παροιμία, παρά το όνομα. Γιατί μετά δεν θα είχαν μούτρα να κυκλοφορήσουν στην κοινωνία. Τιμή ήταν η  προσωπική αντίληψη κάποιου για τη δική του αξία, που προέκυπτε από τη φύση του ως ανθρώπου. Η Τιμή ήταν προνόμιο που μοιραζόταν μεταξύ εντίμων. Ήσουν έντιμος, είχες υπόληψη και σε τιμούσαν με το να σε σέβονται, να δέχονται τον λόγο σου ως συμβόλαιο, να νιώθουν τιμή έχοντάς σε στον στενό ή τον ευρύτερο κοινωνικό τους περίγυρο. Ωραία πράγματα.

Όχι, μην νοσταλγείτε και σας παίρνει από κάτω για τα χάλια μας σήμερα. Δόξα να ΄χει ο Γιαραμπής [12], κρατάμε ακόμα. Υπάρχουν έντιμοι συνάνθρωποι, άντρες και γυναίκες.  Άνθρωποι με σύστημα αξιών, με αξιοπρέπεια, με καθαρό κούτελο. Άνθρωποι που δεν θα σε παραμυθιάσουνε, δεν θα σε πουλήσουνε. Άνθρωποι που αγωνίζονται, που διαιωνίζουν αλλά και δημιουργούν πολιτισμό. Άνθρωποι με αίσθημα δικαίου, που υπερασπίζονται εαυτόν αλλά και οικογένεια και συνάνθρωπο και πατρίδα και θρησκεία, έναντι πασών νόσων και μαλακιών…  Άνθρωποι κι όχι κανίβαλοι [13], πρώτα απ’ όλα, όπως θα έπρεπε να είμαστε όλοι μεταξύ μας. Υπάρχουν. Πολλοί, πάρα πολλοί, απλά είναι σκόρπιοι και δεν φαίνονται…


[1] Λαϊκή ρήση που σημαίνει ότι η Τιμή ως γνώρισμα ηθικής συμπεριφοράς δεν μπορεί να κοστολογηθεί ούτε σε χρήμα, ούτε σε είδος και ότι κάποιος θα έπρεπε να αισθάνεται περήφανος αν έχει Τιμή.

[2] Μονέδα: παλιά ελληνική λέξη για το νόμισμα, το κέρμα, την χρηματική αξία κατ’ επέκταση. Προέρχεται από το ελληνικό νόμισμα της μίας μονάδας, της μίας δραχμής.

[3] Αναφορά στο ελληνικό τραγούδι «Τα λεφτά», σε στίχους Λίνας Νικολακοπούλου, μουσική Σταμάτη Κραουνάκη και πρώτη ερμηνεία από τον Κώστα Σκανδάλη.

[4] Γκλάβα: εκ του Σλάβικου glava, που σημαίνει κεφάλι.

[5] Αγαθό: (ο/η/το) επιθετικός προσδιορισμός της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, που σημαίνει κατά κύριο λόγο ‘καλός’ με την ηθική σημασία.

[6] Αλισβερίσι: Το αλισβερίσι ή αλισιβερίσι είναι δημώδης ελληνική έκφραση που προέρχεται από καθ΄ αυτή τούρκικη σύνθετη λέξη εκ του «αλίς» που σημαίνει «λαβείν» και «βερίς» που σημαίνει το αντίστοιχο ελληνικό «δούναι». Κατά λέξη σημαίνει ληψοδοσία, αλλά στην ελληνική μετάφραση αντιστρέφονται οι όροι και λέγεται «δοσοληψία» και κατ’ επέκταση «δούναι και λαβείν». (πηγή: el.wikipedia.org)

[7] Μπρα-ντε-φερ: εκ του γαλλικού bras de fer, παιχνίδι μυϊκής δύναμης όπου δύο αντίπαλοι κρατώντας την παλάμη ο ένας του άλλου και στηρίζοντας τους αγκώνες τους πάνω σε ένα τραπέζι, ή κάποια οριζόντια επιφάνεια, προσπαθούν να γυρίσει ο ένας τον βραχίονα του άλλου προς τα έξω. Η έκφραση σημαίνει στην κυριολεξία «σιδερένιος βραχίονας» διότι, για να κερδίσει κανείς, πρέπει να σκληρύνει τον βραχίονά του σαν να είναι από σίδερο!

[8] Μπεσαλίδικη: (η μπέσα) εκ του αλβανικού besa, που σημαίνει ‘λόγος τιμής’. Λαϊκότροπη έκφραση για αυτόν που έχει μπέσα, που κρατάει δηλαδή τον λόγο του.

[9] Βαριά: (η) είδος μεγάλου σιδερένιου σφυριού με ξύλινη λαβή.

[10] Business: αγγλική λέξη, σημαίνει επαγγελματική συναλλαγή, δουλειά.

[11] Σαπακιασματάκι: υποκοριστικό της λέξης ‘σαπάκιασμα’ (το), που σημαίνει στην αργκό ‘ξυλοδαρμός’.

[12] Γιαραμπής: ο Θεός, εκ του αραβικού «Ya rabbi», που σημαίνει ‘Ω Θεέμου’.

[13] Κανίβαλος: εκ του ισπανικού caníbal, που χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από τον Χριστόφορο Κολόμβο για τους ανθρωποφάγους της Καραϊβικής. Σημαίνει το ζώο που τρέφεται από ζώα του είδους του. Μεταφορικά σημαίνει τον άνθρωπο που φέρεται με σκληρότητα και θηριώδη τρόπο. (πηγή: wictionary.org)

Ίσως σας αρέσει και

5 Σχόλια

  • Βάσω Αποστολοπούλου
    16 Δεκεμβρίου 2016 at 20:00

    «Υπάρχουν έντιμοι συνάνθρωποι, άντρες και γυναίκες. Άνθρωποι με σύστημα αξιών, με αξιοπρέπεια, με καθαρό κούτελο.»
    Και βέβαια υπάρχουν , Κατερίνα μου – ευτυχώς! Κι αν , όπως λες, «απλά είναι σκόρπιοι και δεν φαίνονται…» φτάνει που υπάρχουν – και που τους ξέρουμε εμείς, που επίσης ανληκουμε σ’ αυτούς!
    Πολύ καλογραμμένο και με δυνατά μηνύματα κάτω από το εξαιρετικό του (όπως πάντα) χιούμορ, μπράβο σου!

  • Μάρκος Κωνσταντίνου
    17 Δεκεμβρίου 2016 at 20:04

    Έτσι! Έτσι θα έπρεπε η τιμή να ορίζεται! Και τιμή να έχουν και οι πολιτικοί (ιδιαίτερα που δεν παρέχουν εγγυήσεις και δεσμεύσεις, αλλά τιμή και οι πολίτες πως ψηφίζουν για τον πολίτη και όχι για την πάρτη τους! Εξαιρετικό ευχαριστούμε Κατερίνα!

  • Μαριάννα Γληνού
    17 Δεκεμβρίου 2016 at 21:51

    Στα περί τιμής, θα μπορούσα ταπεινά να προσθέσω την τιμή του πετρελαίου θέρμανσης, βλέπε συζητήσεις ατελείωτες στα κανάλια ένεκα χειμώνας, την τιμή βενζίνης, φλέγον ζήτημα όποια εποχή και καιρό, την τιμή της λίρας, όχι όποιας κι όποιας μόνο της χρυσής, καθώς επίσης και τις διαφορετικές τιμές στα βασικά χρηματιστήρια του κόσμου. Άλλες δεν μου έρχονται άμεσα. Διαλέγω αυτήν, όπως κι εσύ Κατερίνα, των καθαρών λόγων και ματιών. Όμορφα.

  • Αναστασία
    11 Φεβρουαρίου 2018 at 17:27

    Χειμαρρος εισαι Κατερινα μου και συγχαρητηρια για τα ποιηματα σου και τα γραπτα σου!

    • Κατερίνα Ευαγγέλου - Κίσσα
      12 Φεβρουαρίου 2018 at 20:14

      Ευχαριστώ πολύ Αναστασία. Χαίρομαι που σου άρεσαν όσα διάβασες!

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

exportsgr.com - Online B2B έκθεση Ελληνικών Προϊόντων

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music