«Περί Κολακείας και λοιπών αλειμμάτων», γράφει η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα

Ζούσε κάποτε μια θεία. Συγκεκριμένα ήταν η αδερφή της θείας της μητέρας της γιαγιάς μου, από την πλευρά του πατέρα μου. Ναι. Πολύ καλός άνθρωπος, απ’ ότι μου εξιστορούσαν, δηλαδή, γιατί εγώ προσωπικά δεν την γνώρισα. Για όλους είχε να πει μια καλή κουβέντα. Και ειδικά σε ότι είχε σχέση με το φαγητό και το μαγείρεμα. Για παράδειγμα, εκθείαζε το πόσο καλά έφτιαχνε το ιμάμ μπαϊλντί [1] η γιαγιά μου. «Καιτούλα μου», της έλεγε, «σαν το ιμάμ το δικό σου παιδί μου δεν έχω φάει ούτε στην Πόλη [2]!». Και το συνέχιζε η θεία «μόνο που να… λίγο περισσότερο πιπεράκι να έβαζες θα το είχες πετύχει χωρίς αμφιβολία!». Και κει που σου έδινε την χαρά και ψήλωνες δυο πόντους, σου έριχνε μια ψηλοκρεμαστή και σε έριχνε πιο κάτω και από την επίσημη καταγραφή του ύψους σου στην ταυτότητα.

Είναι μερικοί άνθρωποι που, δεν ξέρω βρε παιδί μου, μάλλον δεν το ‘χουν σε καλό να σου πουν καλή κουβέντα. Αλλά για να μην ξεβρακωθούν και τελείως και τους πεις ζηλιάρηδες ή κακούληδες, δεν θα σε βρίσουν, ούτε θα σε αγνοήσουν. Άντε, το πολύ-πολύ να σε κολακέψουν. Έτσι «στέκονται» καλύτερα. Κι είναι και politically correct [3], που λένε και στας Λόντρας [4].

Θα μου πείτε, καλά κοπελιά, χάζεψες; Είναι κακό να σε κολακέψει κάποιος; Δηλαδή, μισό για να καταλάβω. Εσείς το έχετε για καλό να σας κολακεύουν; Εκτός κι αν η περιφέρεια σου έχει πιάσει τις διαστάσεις του περιφερειακού του Υμηττού και βάλεις ένα φορεματάκι σε εβαζέ [5] γραμμή μπας και σε κολακέψει, που δεν δηλαδή αλλά λέμε τώρα… Ή, άντε στην χειρότερη, να σου πει η γκόμενα ένα κομπλιμάν να σε ανεβάσει, αλλά εντάξει… μην πάρεις κι όρκο κιόλας πως σου λέει και την πάσα αλήθεια.

Γενικά, νομίζω πως το καθετί έχει και τα καλά του, έχει και τα κακά του – το ποσοστό διαφέρει μόνο. Η κολακεία, για παράδειγμα, έχει -εξ’ ορισμού πάντα- ποσοστό «καλά» ίσο με μηδέν. Είναι ένα απλό τίποτα με μπόλικο καθόλου, που σκοπό έχει να αποφέρει όφελος στον κόλακα και η επιτυχία εξαρτάται από το επίπεδο του αποδέκτη. Όχι μόνο όσον αφορά το πόσο γρήγορα στροφάρει και αν, αλλά και για το πόσο στερημένος είναι, πόσο ανασφαλής, πόσο μόνος… Δυνατό και μεθυστικό το άρωμα της κολακείας [6], δύσκολα αντιστέκεσαι.

Πολλές φορές μπερδεύουμε τον θαυμασμό με την κολακεία. Κλασικό λάθος. Ο θαυμασμός μπορεί και οφείλει να είναι ειλικρινής και πηγαίος, κρυφός ή φανερός δεν μας ενδιαφέρει. Ε, τι να κάνουμε τώρα; Ο άλλος μπορεί να είναι ντροπιάρης και να μην μπορεί να εκδηλώσει τον θαυμασμό του τόσο άμεσα. Είναι και κείνοι, βέβαια, που θα σου πουν τα ωραία που νιώθουν άμα τη εμφανίσει σου, φόρα παρτίδα!

Η κολακεία απ’ την άλλη έχει ένα «ναι μεν… αλλά». Πολλές οι χρήσεις της, όλες πάρε τη μία και βάρα την άλλη. Το άτομο που κολακεύει, ο κόλακας ντε, συνήθως μας καλοπιάνει με τρόπο υπερβολικό εκθειάζοντας τα προσόντα μας, κάποια εκ των οποίων μπορεί να είναι και ανύπαρκτα, προκείμενου να αποκτήσει την εύνοιά μας, ή να την διατηρήσει, ή γενικά να μας είναι από αρεστός ως αδιάφορος και να εξασφαλίσει την συνέχιση της γλοιώδους ύπαρξής του ανενόχλητος. Και ή που το όφελος θα είναι για εκείνον άμεσο ή που στην κατάλληλη δεδομένη στιγμή θα μας την κάνει την κουτσουκέλα και μετά θα το φυσάμε και δεν θα κρυώνει. Απλά μαθηματικά.

Οι κόλακες γενικά είναι άνθρωποι χαμηλής αυτοεκτίμησης, δουλοπρεπείς και υποκριτές. Στην πιο ήπια μορφή της, η κολακεία είναι η αδυναμία κάποιων να αναγνωρίσουν στον πλησίον την καθαρή του υπεροχή σε ορισμένα πράγματα, χωρίς να βουτήξουν το δάχτυλο στο βάζο με το μέλι. Κι αν είσαι επιρρεπής ή την έχεις ψωνίσει σιγά-σιγά, καταλήγει να σου στερήσει –εμμέσως πλην σαφώς– την προστιθέμενη αξία σου.

«Ανέκαθεν σε θαύμαζα για τις γνώσεις και τις εμπειρίες σου, φίλε μου αγαπημένε», σου λέει ο άλλος, ξέροντας πως έχεις διαπρέψει στον τομέα της… αεροναυπηγικής, δανεικό το παράδειγμα, με τα διπλώματά σου και τα παπλώματά σου και τα χρόνια σου τα πολλά σε επαγγελματική τριβή και καταξίωση. Ξέροντας, για παράδειγμα και πάλι, πως έχεις και Master στη Διεθνή Πολιτική απ’ το Univercite de Paris και πως μεγάλωσες κι ολομόναχος δυο παλλίκαρους ίσα με κει πάνω. Και μην ξέροντας κι ένα σωρό άλλα, που έχεις επιτύχει, γιατί δεν τα «πουλάς» με τον τελάλη. Μέχρι εδώ καλά, ε;

Όταν όμως συνεχίζει «φυσικό είναι να μιλάς μόνο για αεροπλάνα! Κρίμα, όμως, βρε παιδί μου που δεν έκανες και τίποτε άλλο στη ζωή σου!», εκεί σε καθαιρεί χαιρέκακα από κάθε κεκτημένο σου και δεδουλευμένο σου. Και ή που θα ανοίξεις το στόμα σου και θα τον κάνεις τον «φίλο» σου άλειμμα για τα εγκαύματα, ή που θα του γυρίσεις την πλάτη και θα τον αγνοήσεις επιδεικτικά.

Προτείνω το πρώτο. Ναι, ναι, καλά διαβάσατε, το πρώτο. Για δύο λόγους. Ο ένας γιατί «όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια», τουτέστιν ο φίλος σε ζηλεύει τα μάλα κι αυτό δεν θα αλλάξει αν το παίξεις εσύ ανώτερος. Ο δεύτερος γιατί τουλάχιστον θα ξεθυμάνεις βρε αδερφέ! Άιντε από κει χάμω πια με τον κάθε ανάγωγο κομπλεξικό σ’ αυτή τη ζήση! Έχει και το savoir vivre [7] τα όριά του.

Η κολακεία, σε όποια της μορφή, μόνο κακές επιπτώσεις μπορεί να έχει. Για όλους. Νιώθεις ωραία, καβαλάς το καλάμι, υπερεκτιμάς τις δυνάμεις σου, τρως μοιραία κάποια στιγμή τα μούτρα σου και γίνεσαι τελικά ρεντίκολο [8] σ’ όλη την κοινωνία. Αν είσαι σε θέση ισχύος, ακόμα χειρότερα. Προάγεις το «ναρκωτικό» σου -δηλαδή τον κόλακα, μην μας κουβαλήσουν και την Δίωξη…- σε θέσεις ευθύνης, που στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι εντελώς ανάξιος να τις υπηρετήσει. Αποτέλεσμα; Από ποια χρονική περίοδο της Ιστορίας μας, θέλετε να σας φέρω παράδειγμα;…


[1] Ιμάμ μπαϊλντί: κλασική συνταγή της Πολίτικης κουζίνας, με μελιτζάνες.
[2] Πόλη: η Κωνσταντινούπολη.
[3] Politically correct: στα αγγλικά, σημαίνει «πολιτική ορθότητα». Αφορά το να φέρεσαι ή να μιλάς με τρόπο που δεν προσβάλει καμία μονάδα ή ομάδα ανθρώπων.
[4] Λόντρα: το Λονδίνο.
[5] Εβαζέ: αφορά γυναικεία φορέματα ή φούστες. Η γραμμή του ρούχου που φαρδαίνει από την μέση και κάτω.
[6] Παράφραση της έκφρασης του ποιητή Ανδρέα Κάλβου «το άπιστον θυμίαμα της κολακείας».
[7] Savoir vivre: στα γαλλικά, σημαίνει ετυμολογικά «να ξέρεις να ζεις». Είναι εγχειρίδιο κανόνων καλής συμπεριφοράς.
[8] Ρεντίκολο: στα ιταλικά, σημαίνει «γελοιοποιούμαι, γίνομαι ρεζίλι».

Ίσως σας αρέσει και

6 Σχόλια

  • drmakspy
    27 Μαΐου 2016 at 13:58

    Πες τα!!! Πεεεεεεεεεες τα…. Φτιάξε μας!!!!
    Ναι, ναι… Κι εγώ προτιμώ την πρώτη αντίδραση…. Το υπεράνω ΔΕΝ τους αξίζει γιατί ΔΕΝ θα το καταλάβουν και θα εξακολουθούν να πιστεύουν στις θεωρίες τους για σένα… Μία στα αυτιά θέλουν να τα κατεβάσουν σαν σκυλιά δαρμένα… Και εί δυνατόν να βρεις να τους πετάξεις στην μούρη την υπεροχή σου σε κάτι που να είναι το μοναδικό του τυχόν προσόν… αν έχουν κάποιο άλλο… Αλλιώς τους πετάς έξω από τα δόντια ότι αν ήθελες μπορούσες να γινόσουν περισσότερο κόλακας και κακός από εκείνους ή απλά τους πετάς έξω…. τα δόντια…
    Όσο για τα παραδείγματα που λες… Άπειρα… Όντως…

    • Κατερίνα Ευαγγέλου - Κίσσα
      27 Μαΐου 2016 at 22:37

      Χαχαχα! Σπύρο μου το ευχαριστήθηκες με την ψυχή σου βλέπω αυτό το κείμενο! Χαίρομαι!

  • Μάρκος Κωνσταντίνου
    27 Μαΐου 2016 at 15:49

    άπειρα τα παραδείγματα για το πόσο «λίγοι» μπορεί να υπάρξουμε! Το άρθρο δείχνει με γλαφυρό τρόπο τη σοβαρή διάσταση του …Ναι Μεν Αλλά! Ευχαριστώ Κατερίνα

    • Κατερίνα Ευαγγέλου - Κίσσα
      27 Μαΐου 2016 at 22:37

      Εγώ ευχαριστώ Μάρκο.

  • Λένα Μαυρουδή Μούλιου
    27 Μαΐου 2016 at 19:14

    Αχ βρε Κατρίνα ΣΟΎΠΕΡ ΝΤΟΎΠΕΡ καθηγήτρια στη Σχολή του χιούμορ Αλλά πάλι το χιούμορ δεν διδάσκεται ή το ‘χεις ή δεν το ‘χεις. κι εσύ έχεις υπερεπάρκεια . Τώρα αν μου πεις ότι σε κολακεύω μ’ αυτά που λέω θα ζητήσω να δε διώξουν από τη Σχολή. Έχω κάτι μέσα ούουου …

    • Κατερίνα Ευαγγέλου - Κίσσα
      27 Μαΐου 2016 at 22:38

      Χαίρομαι που σου άρεσε Λένα! Ευχαριστώ!

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music