«Ο περίπατος», γράφει η Λένα Μαυρουδή-Μούλιου

Σίγουρα σ’ αυτό το παράξενο μέρος δεν είχε ξαναβρεθεί. Για να ήταν αυτό που έβλεπε μία εικόνα από… προηγούμενη ζωή της, αποκλείεται και επιβεβαίωση αυτού του ‘’αποκλείεται’’, η έπαυλη, που φως φανάρι δεν έδειχνε ανακαινισμένη αλλά τελείως νεόκτιστη, πολύ νεότερη δηλαδή από την Μαργαρίτα που πλησίαζε τα τριάντα.

Και τότε; Τότε πώς εξηγείται το γεγονός ότι της ήταν, όχι μόνον γνωστή αλλά και οικεία; Να είχε δει τούτο το ωραίο σπίτι σε φωτογραφίες περιοδικού από αυτά που κάνουν τέτοιου είδους καμπάνιες; Πολύ πιθανόν. Αλλά σε αυτή την περίπτωση, η αίσθηση του γνωστού, του οικείου δεν βασίζονταν μόνο στην εικόνα αλλά και στις οσμές που ήταν διάχυτες. Κανέλα και βανίλια όπως και δυόσμος που ένα σπίτι το κάνουν να αποπνέει ζεστασιά  γλυκιά ζωή και ζωντάνια. Ναι, της θύμισαν την γιαγιάκα της που έφτιαχνε γλυκά επί καθημερινής βάσης και που τα απολάμβαναν όχι μόνον οι δικοί της, μα και οι τυχεροί γείτονες. Είχε πάθος αυτή η γυναίκα με την ζαχαροπλαστική. Αυτές οι οσμές ξύπνησαν στην κοπέλα αναμνήσεις από αυτές που σε συντροφεύουν όλη σου τη ζωή. Η ίδια δεν είχε κληρονομήσει το ταλέντο της λατρεμένης γιαγιάς και οι επιδόσεις της δεν ξεπέρασαν ποτέ το επίπεδο ενός ρυζόγαλου και μιας κρέμας.

Καθώς κοιτούσε τη βίλα, βλέπει να ανοίγει η ηλεκτρική πόρτα του γκαράζ και να βγαίνει μια απαστράπτουσα Μαζεράτι στο τιμόνι της οποίας καθόταν ο Νίκος… Μα αυτός, ήταν ο μοναδικός αγνοούμενος του ναυαγίου που συνέβη στα ανοικτά του Αιγαίου ακριβώς πέρσι τέτοιον καιρό και σήμερα ήταν η θλιβερή του επέτειος. Ο Νίκος, ο παιδικός της φίλος τον χαμό του  οποίου θρηνεί εδώ και έναν ολόκληρο χρόνο και που τώρα τον βλέπει ολοζώντανο μπροστά της.

Έμεινε να τον κοιτάζει άφωνη, έχοντας συνάμα την αίσθηση ότι η ίδια ήταν  αόρατη για κείνον.

Μα έκανε λάθος. Γιατί τον βλέπει να κατεβαίνει από το πολυτελές του αμάξι, να την πλησιάζει και να την ρωτά ευγενέστατα:

«Ψάχνετε κάποιον κυρία μου; Μπορώ να βοηθήσω μήπως;»

Θεέ μου, ακόμη και η φωνή του ήταν η ίδια. Λες να έβλεπε όνειρο; Να ήταν μία παραίσθηση; Θυμόταν ότι έναν περίπατο  με τον περιπατητικό όμιλο της περιοχής της θέλησε να κάνει. Και καθώς απομακρύνθηκε από την παρέα βρέθηκε σε τούτη εδώ τη γειτονιά, που σημαίνει ότι δεν ήρθε σκόπιμα μα μια περίεργη τύχη οδήγησε τα βήματά της.

«Περίεργο…»

«Ποιο το  περίεργο κυρία μου;»

«Είστε ο ιδιοκτήτης της έπαυλης κύριε, κύριε…;»

«Ω μα συγχωρείστε μου την αγένεια, Νick….»

Την έπιασε ίλιγγος. Δεν ήταν δυνατόν να ζει την σκηνή αυτή στην πραγματικότητα αφού Νίκος λεγόταν και ο πανομοιότατος αγνοούμενος ναυαγός φίλος της. Πριν χάσει τις αισθήσεις της πρόλαβε να συγκρατήσει τα τελευταία λόγια του: «Ω Θεέ μου ένα ποτήρι νερό, κυρ Θωμά…» φώναξε βοηθώντας την να καθίσει στην θέση του συνοδηγού. Αμέσως επανηύρε  τον εαυτό της και το νεράκι που έφερε ο κυρ Θωμάς ο μπάτλερ καταφανώς, και το ήπιε άπληστα, την συνέφερε τελείως.

«Είστε μόνη σας εδώ, εννοώ κάποιος δικός σας δεν είναι κάπου τριγύρω; Δεν σας αφήνω να φύγετε αν δεν βεβαιωθώ ότι κάποιος σας συντροφεύει»

Θα ήθελε να του πει: «Συγγνώμη κύριε Νick. Εσείς τώρα που μου μιλάτε το κάνετε από το υπερπέραν ή από τη γη που την πατούμε κι όλοι μέσα της θα μπούμε; Δεν είστε πεθαμένος εδώ και έναν βασανιστικό χρόνο;» Μα τέτοια χαζά λόγια λέγονται;  Αμ δεν λέγονται. Αντ’ αυτών, ακούει τον εαυτό της να τον ρωτά ξεψυχισμένα:

«Την Μαργαρίτα Λένιου τη γνωρίζετε κύριε Νick;…..»

«Θα έπρεπε κυρία μου; Όχι δεν νομίζω να έχω την τιμή να γνωρίζω την   κυρία που λέτε. Ίσως και να υπάρχει στον κύκλο μας μία κυρία με το όνομα που αναφέρατε και εγώ να το αγνοώ μιας και πρόσφατα ξαναήρθα Ελλάδα, πάει ένας χρόνος περίπου»

«Και πριν αυτόν τον χρόνο πού μένατε κύριε αν δεν γίνομαι αδιάκριτη;»

«Στην Μινεσότα των Η.Π.Α., όπου διδάσκω…»

«Μισό λεπτό να συμπληρώσω εγώ. Όπου διδάσκετε μαθηματικά σε προχωρημένους φοιτητές του εκεί Πανεπιστημίου».

Εκείνος έμεινε να την κοιτάζει έκπληκτος.

«Κάνω λάθος Νίκο; Κάνω μήπως λάθος;»

«Αστειεύεστε; Όχι μόνον λάθος δεν κάνετε αλλά αναρωτιέμαι πώς ξέρετε κάτι το τόσο ιδιαίτερο για μένα που ούτε η μακαρίτισσα η μητέρα μου δεν ήξερε;»

«Νick, πες μου. Μοιάζω για καμιά χαζή, καμιά πυροβολημένη, που έχει φαντασιώσεις; Τόσην ώρα κάθομαι και σε ακούω να μου λες πράγματα γνωστά και το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί ΕΣΥ το κάνεις αυτό; Τι σκοπό εξυπηρετείς και που αποσκοπείς με το να κρύβεις την πάσαν αλήθεια;»

«Τι έκανα λέει; Πάει να πει ότι προσποιούμαι ότι είμαι ένας άλλος από αυτό που είμαι; Δεν σας καταλαβαίνω και νομίζω ότι με ειρωνεύεστε, ή είναι και μόνον η ιδέα μου;»

«Νίκο, πέρσι τέτοιον καιρό σε χάσαμε σ’ εκείνο το τρομερό ναυάγιο. Για τ’ όνομα του Θεού, γιατί κρύβεις ότι τελικά δεν πέθανες και τόσο; Άφησες τους δικούς σου, εμένα, να θρηνούμε και τώρα μας το παίζεις αμνήμων»

«Είναι φανερό ότι σας θυμίζω έντονα,  κάποιον δυστυχή που χάθηκε. Λυπάμαι αλλά έχω να μπω σε καράβι από τα  νιάτα μου».

«Από τα νιάτα σου. Σαν να λέμε τώρα είσαι κάποιας προχωρημένης ηλικίας, τριάντα ας πούμε ετών;»

«Τριάντα plus αν δεν  σας πειράζει».

«Νίκο κόφτο. Γιατί μου το κάνεις αυτό;»

«Κυρία μου θα το βρίσκατε άκομψο να σας καλέσω να έρθετε σπίτι μου για ένα ποτό;  Μιλάμε καταμεσής του δρόμου για τόσο σοβαρά θέματα, πού ξέρετε; Αν έχω χάσει επεισόδια της μνήμης μου χωρίς να  το καταλάβω ίσως με την δική σας βοήθεια τα ξαναπάρω πίσω. Σας παρακαλώ κάντε μου την  χάρη να δεχθείτε. Θα είναι τιμή μου να σας γνωρίσω καλύτερα».

«Καλύτερα Νίκο; Να με μάθεις καλύτερα δεν γίνεται. Με ξέρεις και από την καλή και από την ανάποδη. Και απορώ πώς και σου διαφεύγει το  γεγονός ότι εγώ δεν πρόκειται να σε αφήσω στην μακαριότητα της προσποίησής σου. Θα τη δεχθώ  την πρόσκλησή σου για ποτό αλλά όχι ΤΩΡΑ. Θα έρθω το βραδάκι κατά τις 8μ.μ.. Σε βολεύει; Θα φέρω μαζί μου και τη μάνα σου και   είμαι μα τω Θεώ πολύ περίεργη να δω πώς θα μιλήσεις σ’ εκείνη. Επί του παρόντος σε αφήνω. Να, έρχεται η παρέα μου, όπως βλέπεις δεν θα είμαι μόνη και μην ανησυχείς για μένα, πράγμα πολύ ευγενικό εκ μέρους σου, δεν λέω. Το τι χαρά μου έδωσε η παρουσία σου δεν περιγράφεται με λέξεις. Κατά τις οκτώ λοιπόν το ραντεβού μας. Αν σε βρούμε εδώ τελικά και δεν γίνεις και πάλι αγνοούμενος, όπως πολύ φοβάμαι. Γεια σου Νίκο μου.»

Τα ‘’παιδιά’’ με την Μαργαρίτα μαζί στο πούλμαν έφυγαν  για την επόμενη περιπατητική  τους στάση που ήταν τα μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου. Πόσο θα ήθελε να ήταν σπίτι της, να έβαζε σε μία λογική τάξη τις σκέψεις της αλλά να προετοιμάσει και  την κυρία Σοφία για όσα έμελλε να συμβούν εκείνο το βράδυ όταν επέστρεφαν σε τούτο εδώ το μέρος που μόλις άφησε. Μα τι ηλίθιο εκ μέρος της, να μην του ζητήσει ένα τηλέφωνο, κινητό ή… ακούνητο, ακριβή διεύθυνση κατοικίας, για να είναι σίγουρη ότι δεν θα λαθέψει και πάει αλλού κι αλλού. Ζήτησε να μάθει από τον αρχηγό της ομάδας αλλά και από το οδηγό του πούλμαν όσα περισσότερα στοιχεία ήξεραν και αυτοί για την περιοχή και σαν τον κοντορεβιθούλη θα το ‘βρισκε το μέρος, χωρίς τα πουλιά να έχουν φάει τα σημάδια που έβαλε. Και γιατί του είπε να πάνε  βράδυ; Άλλη και τούτη η κουταμάρα της. Μα και πάλι οκτώ η ώρα καλοκαιριάτικα, μέρα είναι ακόμη, δεν είναι;

Και μέχρι εδώ, ναι μεν δεν θα το έλεγες και εξωπραγματικό αυτό που συνέβη αλλά και συγκριτικά με  αυτό που έμελλε να συμβεί φάνταζε στα μάτια του κοριτσιού σαν ‘’το εύκολο μέρος’’. Γιατί, πώς πας και λες σε μια χαροκαμένη μάνα τα της συνάντησής σου με τον αγνοούμενο γιο της;

Έκλεισε τα μάτια προσπαθώντας να ηρεμίσει και να συγκεντρωθεί. Ήταν  12.30 μ.μ. και το πρόγραμμα της εκδρομούλας έλεγε επιστροφή στις 4μ.μ.. Αδύνατον να καθίσει και  να περιμένει να περάσουν τόσες  ώρες άπραγη. Έτσι, με μία πιστευτή το δυνατόν δικαιολογία ζήτησε από τον υπεύθυνο, να την αφήσουν κάπου όπου θα μπορούσε να βρει ταξί να επιστρέψει σπίτι της. Ασφυκτιούσε. Ένα είδος πανικού την είχε καταλάβει και δεν την χωρούσε η κατά τα άλλα ανετότατη θέση της. Το πανέμορφο τοπίο που το έβλεπε να τρέχει ανάποδα απ’ έξω της φάνταζε απειλητικό και γκρίζο μιας και τα χρώματα είχαν αλλοιωθεί, θαρρείς, στην παλέτα του  μυαλού της.

Ευτυχώς, στην πλατεία που την άφησαν, ένας κίτρινος ποταμός από ταξί περίμενε μάταια  επιβάτη. Μπήκε στο πρώτο της σειράς. Υπόκλιση  ο ταξιτζής. Καινούρια έθιμα άψογης  συμπεριφοράς, πολιτισμός. Κάθισε στο πίσω κάθισμα για να αποφύγει την κουβέντα.

«Μουσική μαντάμ;»

«Μιλήσατε;»

«Ναι. Είπα, επιθυμείτε μουσική;»

«Δεν θα το ’λεγα, αν δεν σας πειράζει».

«Και γιατί να με πειράξει; Ό,τι επιθυμεί ο πελάτης. Και σε εμένα αρέσει η ησυχία…»

«Αμ το βλέπω. Δεν το βλέπω;»

«Πώς είπατε περικαλώ;»

«Δεν μίλησα και ούτε θα συνεχίσω να ομιλώ…»

«Καλώς. Ό,τι θέλει ο πελάτης και τα σκυλιά δεμένα, μανταμίτσα».

Πώς θα περνούσε η ώρα μέσα στο ταξί;

Έκλεισε τα μάτια της και έγειρε το κεφάλι της πίσω να σταματήσει αν ήταν δυνατόν τις εικόνες που σκηνοθετούσε η φαντασία της. Έριξε μια ματιά στο ρολόι της. 12.45μ.μ.. ’’Κοίταξε ώρα που βρήκε να σταματήσει το άτιμο το ρολόι μου’’.

«Παρακαλώ τι ώρα είναι;»

«Ένα μόλις τέταρτο πριν τη μία μαντεμουαζέλ».

Που σημαίνει Μαργαρίτα ότι  το ρολόι σoυ δεν τα έχει παίξει όπως εσύ. Και όμως θα έπαιρνε όρκο ότι ο χρόνος που ήδη είχε περάσει μέσα στο ταξί  ήταν πενταπλάσιος.

Ο χρόνος. Ποιος χρόνος ρε συ Μαργαρίτα; Φεύγει ο χρόνος; Εμείς φεύγουμε και πάμε. Αυτός μένει απαθής, ακινητοποιημένος, ψυχρός,  και αδιάφορος. Αν του δώσουμε oμορφιά, την δέχεται. Αν του δώσουμε αρώματα τα δέχεται  Αν του πούμε κακό χρόνο να ‘χει, σημασία δεν δίνει. ΌΛΑ στο δικό μας το μυαλό μέσα βρίσκονται.

Με τούτες και με τις άλλες αμπελοφιλοσοφίες, σαν κάπως να της έκανε την χάρη ο χρόνος και άρχισε να κυλά μαζί του σε πιο φυσιολογικούς ρυθμούς; Και ήταν (οι ρυθμοί) τόσο πια ρυθμικοί που της έφεραν ένα  περίεργο γλάρωμα. Έκλεισε τα μάτια και αν είναι δυνατόν Θεέ μου κοιμήθηκε, μέχρι που και όνειρο είδε.

Ήταν, λέει, σε μία κλινική και επρόκειτο να γεννήσει. ‘’Μα, γέννα δίχως πόνους;’’ Αναρωτιόταν. ‘’Δεν θα έπρεπε εγώ  τώρα κανονικά να ξεφωνίζω, να σφαδάζω, όπως έχω ακούσει να συμβαίνει; Σαν τι είδους είναι η δική μου η γέννα, και πού είναι ο γιατρός, η μαία, οι καθ’ ύλην αρμόδιοι τέλος πάντων; Και αφού το υπέρηχο έδειξε δίδυμα γιατί τώρα η μαία μου φέρνει ένα μωρό; Πού ‘ναι το άλλο;’’

«Μπάστα κορίτσι μου. Δεν είναι τίποτα. Σε πήρε ένας υπνάκος. Έβλεπες όνειρο και παραμιλούσες. Λίγο σκιάχτηκα να σου πω. Ε, ρε βάσανα που τα ‘χει ο κόσμος. Μόνο που πρέπει να μού πεις πού να σε αφήσω γιατί αν σε ξαναπάρει, πράγμα σίγουρο, καθώς ο ένας ύπνος φέρνει τον άλλο όπως λένε, δεν θα  ξέρω που βαδίζω και πού πηγαίνω. ‘Ντάξει;»

‘’Ορίστε τι μας έκανε ο κύριος Νίκος. Να κοιμόμαστε και στα ταξί, και να βλέπουμε τέτοια όνειρα. Ρε λες να ήταν και προφητικά; Λες να είχε ο αγνοούμενός μας δίδυμο αδερφό πανομοιότυπό του; Αυτήν  την εκδοχή μόνον η κ. Σοφία μπορεί να μας την επιβεβαιώσει. Μαργαρίτα, Μαργαρώ, το  πήρες χαμπάρι ότι δύσκολες ώρες σε αναμένουν; Τι στην ευχή την ήθελες τη βόλτα και τις εκδρομές ήθελα να ήξερα;

«Κυρία Σοφία μου γεια σου. Σε πήρα να σου πω ότι κατά τις 6μ.μ. θα έρθω να σε πάρω να πάμε μια μεγάλη βόλτα με το αυτοκίνητο. Πέσε και κοιμήσου τώρα το μεσημέρι και τα λέμε στις 6 όπως σου είπα, ναι;»

«Κόρη μου ευχαριστώ για το  ενδιαφέρον σου αλλά θα προτιμούσα να καθίσω στην βεράντα μου μόλις δροσίσει. Δεν είμαι εγώ για βόλτες μάτια μου. Αφού ξέρεις τι περνώ, και μέρα που ‘ναι η σημερινή…»

«Αχ όχι, μη μου το χαλάς. Έχω σήμερα την ανάγκη μιας φίλης και εσύ προτιμάς από μένα τη βεράντα σου. Πώς να το εισπράξω εγώ τώρα αυτό; Σαν προσβολή;»

«Μη το παίρνεις στραβά. Καλά. Έλα την ώρα που είπες και βλέπουμε πώς θα είμαι. Για βόλτα δεν το βλέπω…»

«Εγώ ένα σου λέω Η βόλτα θα κάνει καλό και στις δυο μας. Και αν όχι το δικό σου καλό, το δικό μου ξέρω ότι σε νοιάζει και πολύ μάλιστα άλλωστε, οπότε…»

«Καλά, καλά, με έπεισες. Θα οδηγήσω εγώ. Εσύ θα επιλέξεις διαδρομή και προορισμό. Σύμφωνοι;»

«Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο σύμφωνοι κυρία Σοφία μου…»

Kαθ’ οδόν προς το επιλεγέν σημείο προορισμού, η Μαργαρίτα δεν έβαλε  γλώσσα στο στόμα της που λένε. Μιλούσε ακατάπαυστα επί παντός του  επιστητού, πράγμα τελείως ασυνήθιστο για εκείνη που ήταν πολύ μετρημένη στις κουβέντες της για όποιον την ήξερε. Και η κυρία Σοφία την ήξερε τόσο καλά. Ήλπιζε ότι μια μέρα θα την έβλεπε νυφούλα στο πλευρό του μοναχογιού της.

Παραξενεμένη από την περίεργη φλυαρία του κοριτσιού πιάνει μία  από αυτές τις νησίδες στάθμευσης που υπάρχουν στην άκρη των αυτοκινητόδρομων και σταματώντας το αμάξι, λέει:

«Και τώρα λέγε μου. Τι ακριβώς συμβαίνει; Τι είναι αυτό που ’χει στο στόμα μπλέξει και δεν λέει να βγει, αν και περασμένες έξι;»

«Πώς να σου κάνω εγώ τώρα μια τέτοια ερώτηση κυρία Σοφία μου; Θα στην κάνω όμως και…»

«Λέγε βρε συ μικρό που θα σκάσεις και σένα και μένα ως ότου μου το πεις».

«Ο Νίκος μας όταν γεννήθηκε ήταν μόνος του ή είχε και παρέα έναν δίδυμο  αδερφό;»

«Πού σου ήρθε να ρωτήσεις κάτι  τέτοιο Μαργαρίτα μου! Αχ και να ‘ξερες τι πληγή ξύνεις πάλι. Ναι, ήταν δίδυμος,  μόνο που το αδερφάκι του αν και γεννήθηκε κανονικά, το αγκάλιασα, το θήλασα, την επόμενη μέρα μου είπαν ότι πέθανε  απρόσμενα αν και υγιέστατο και ότι αυτά συμβαίνουν. Από την απελπισία μου θέλησα να πεθάνω, προς χάριν όμως του άλλου μου μωρού που είχε την ανάγκη μου, έσφιξα τα δόντια, είπα έτσι το θέλησε ο Θεός και επέζησα. Και να που τώρα έμεινα Θεομόναχη χωρίς καν να ξέρω αν ο Νικόλας μου πήγε να βρει τον αδερφό του ή είναι κάπου με χαμένο το μυαλό».

«Άκου κυρία Σοφία φίλη μου. Θα σου πω μια ιστορία που θα την ακούσεις προσεκτικά και με όση ψυχραιμία σου είναι δυνατόν. Θέλω να φανείς δυνατή  και μη μου πάθεις τίποτα, γιατί σου το λέω, έτσι και πάθεις κάτι, εγώ τη ζωή  μου την ξεχνώ και την αποχαιρετώ. Αν σου βαστάει η καρδιά να χαθώ και εγώ κάντο. Μου συνέβη σήμερα κάτι πολύ περίεργο…»  Και η Μαργαρίτα, όσο πιο μαλακά μπορούσε της εξιστόρησε την συνάντησή της με τον σωσία μάλλον  του Νίκου τους. «Λένε ότι όλοι μας έχουμε κάπου στον κόσμο τον πανομοιότυπό μας σωσία χωρίς καν να υπάρχει δεσμός αίματος. Μπορεί πάλι, με την εμμονή που έχω στον Νίκο, να βρήκα σ’ αυτόν τον τύπο, ομοιότητες που τις μεγέθυνα υπερβάλλοντας. Δεν είναι η πρώτη φορά που μού συμβαίνει να βλέπω στο πρόσωπο κάποιου τον Νίκο. Αφού να   σκεφτείς ρώτησα ψυχολόγο ο οποίος μού  είπε ότι ναι, κάτι τέτοιο  συμβαίνει, συχνότατα. Αλλά τούτη τη φορά το πράγμα παρατράβηξε νομίζω γιατί  η ομοιότητα είναι τρομακτική θα το διαπιστώσεις και η ίδια. Αν σου λέω να φανείς ψύχραιμη είναι, γιατί εκτός του πόνου που θα πάρεις και την λαχτάρα, δεν θα ήταν σωστό να γίνουμε και ρεζίλι στον  άνθρωπο απλά και μόνο γιατί εμείς πονάμε δεν είν’ έτσι; Μη μας περάσει και σαλεμένες και με τα δίκια του».

Έτσι, με τούτα και μ’ εκείνα, η κοπέλα προλείανε το έδαφος κατά κάποιον  τρόπο.

Όσο πλησίαζαν στον προορισμό τους  η καρδιά της είχε θαρρείς βγει από το  στέρνο της   και οδηγούσε μαζί  με την κυρία Σοφία  το τιμόνι, μόνο που έκανε έναν  τέτοιο θόρυβο που της έδινε στα νεύρα. Αυτή ήξερε ότι οι καρδιές έχουν έναν συγκεκριμένο κτύπο τικ τακ, τικ τακ. Και σε περιπτώσεις πάθησης  μια αρρυθμία. Τούτη εδώ η δική της έκανε σαν εκσκαφέας, σαν γκρέιτερ, ντουπ  ντουπ, ντουπ, συνεχώς και δυνατά… Η κυρία Σοφία  πώς και δεν το σχολίαζε, δεν  την άκουγε;

Ήταν μόνος του στην βεράντα κρατώντας ένα ποτήρι στα χέρια, με ένα φούτερ επιμελώς ατημέλητα ριγμένο στην πλάτη, καθώς έκανε εδώ λίγη ψυχρίτσα, διαφορά θερμοκρασίας από το Κέντρο. Φανερό ότι τις περίμενε. Ένας πανέμορφος μαύρος σκύλος φάνηκε να δείχνει κάπως τα δόντια του, αλλά με ένα πρόσταγμα εκείνου,  ηρέμησε.

Η Μαργαρίτα παρακολουθούσε με τρομερή αγωνία τις αντιδράσεις  της μάνας, ενώ η ίδια, δεύτερη φορά μέσα στη μέρα όπως τον έβλεπε, τόσο και σιγουρευόταν ότι είναι εκείνος. Δεν  ήταν αυτό που λέμε σωσίας,  ήταν πρόσωπο στον καθρέφτη. Ήταν ο Νίκος σίγουρα. Μα ποια η κατάπληξή της όταν αντί να δει τη  κ. Σοφία να σπαράζει την ακούει να λέει ψύχραιμα και ευγενικά:

«Χαίρομαι τόσο πολύ  που σας γνωρίζω κύριε. Μοιάζετε όντως τόσο πολύ με το χαμένο μου παιδί. Και μόνον που σας βλέπω ηρεμεί η ψυχή μου».

Ο Νick μετά από αυτά τα λόγια της Σοφίας κοιτάζει με νόημα την Μαργαρίτα και ήταν σαν να της έλεγε: ‘’Σου τα ‘λεγα ή δεν σου τα ‘λεγα ότι πρόκειται πιθανόν για μεγάλη, ναι, ομοιότητα; Μια μάνα κάνει ποτέ  της λάθος;’’

Η Μαργαρίτα νόμιζε ότι ζει στη χώρα του παραλόγου. Η ιστορία εξελισσόταν σε μία από αυτές για πολύ δυνατά νεύρα και τα δικά της τα ένιωθε πολύ μα πολύ αδύναμα.

Τους διηγιόταν ότι ζούσε σε αυτήν την βίλα με τον γεροπαππού του, τον οποίο και έχασε πρόσφατα και τώρα έμενε μόνος, με τον Θωμά τον υπηρέτη του.

Παιδί υιοθετημένο, γεννημένο μεν στην Ελλάδα αλλά μεγαλωμένο μέχρι την ενηλικίωσή του στην Μινεσότα των Η.Π.Α.. Θετοί του γονείς Έλληνες ομογενείς που και αυτούς τους έχασε πριν χρόνια. Καθηγητής Μαθηματικών εργάζεται στο Πανεπιστήμιο της Πολιτείας που μεγάλωσε, αλλά και εδώ, σε μεγάλο φροντιστήριο της Αθήνας. Όπως χαρακτηριστικά είπε, είναι με το ένα πόδι στην Ελλάδα και το άλλο στην Αμερική.

Καθώς τους μιλούσε έπαιζε στα χέρια του μια ασημένια χοντρή αλυσίδα με περίεργα σχέδια πάνω της. Του έφυγε από τα χέρια και καθώς έσκυψε να την πιάσει η κ. Σοφία ξαφνικά έγινε κάτωχρη, ένιωσε έντονη ζαλάδα και μόλις που συγκρατήθηκε να μη γείρει και κτυπήσει στο μαρμάρινο πεζούλι της πελούζας.

«Τι συμβαίνει κυρία μου; Είπα μήπως κάτι που σας ενόχλησε;» την ρώτησε ο νέος με έκδηλο ενδιαφέρον.

‘’Ώρες είναι να μου πάθει κανένα εγκεφαλικό, η Σοφία  μου. Δεν θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου…’’  παλάβωσε η Μαργαρίτα.

«Νεαρέ μου συγγνώμη, αυτό το σημάδι πίσω  από το αφτί σας;»

«Για το (Ν) μου λέτε; Με αυτό γεννήθηκα και αυτός είναι και ο λόγος που με βάφτισαν Νικόλαο. Μια περίεργη ελιά στο σχήμα του διεθνούς γράμματος Ν. Κάτι έλεγε η μητέρα για άγιο Συμεών και δοξασίες που δεν πιστεύω βέβαια. Μα εσείς γιατί ρωτάτε;»

«Γιατί το ένα από τα δίδυμά μου, αυτό που μου πέθανε μετά τη γέννα, είχε ένα  παρόμοιο σημάδι. Και αυτός ήταν και ο λόγος που ονόμασα τον άλλο μου γιο, Νίκο». Και του διηγήθηκε τα της γέννας της, όπως και τα  του ναυαγίου, μέσα σε ένα καινούργιο κλίμα, περίεργο, μεταφυσικό, εξωπραγματικό.

Μια συνηθισμένη ιστορία θα πείτε, που όμως έμελλε να έχει ασυνήθιστη    συνέχεια.

Ο Νick, πάντοτε είχε στο πίσω μέρος  το μυαλού του να ψάξει για τους βιολογικούς του γονείς. Εκεί γύρω στα 20 του χρόνια το θέμα τον είχε πολύ βασανίσει. Μετά, θέλεις οι έρωτες, θέλεις οι σπουδές και τα διαβάσματα μετατόπισαν τις προτεραιότητές του και το θέμα της  υιοθεσίας του, μπήκε  στις καλένδες. Άλλωστε ήταν τόσο ευτυχισμένος με τους θετούς του γονιούς που συναισθηματικά τουλάχιστον ήταν καλυμμένος. Για το τυπικό μέρος όλο και το ανέβαλε για αργότερα. Αν ήταν κάτι να μάθει, μια μέρα θα το μάθαινε, συνήθιζε να λέει. Και τα χρόνια κυλούσαν. Μέχρι που η ίδια η ζωή, αυτή η απίστευτη σεναριογράφος, ανέλαβε η ίδια δράση και θέλησε να αποκαταστήσει τα πράγματα και τις ατασθαλίες των ανθρώπων. Οδήγησε τα βήματα της Μαργαρίτας σε αυτό εδώ το μέρος, για να φέρει αμέσως μετά όχι  τον Μωάμεθ στο βουνό αλλά το βουνό στον Μωάμεθ. Και κουβέντα στην κουβέντα και από έκπληξη σε κατάπληξη, έφτασαν στο σημείο να σκεφτούν μήπως κάτι πολύ, μα πάρα πολύ σοβαρό, παιζόταν εδώ μπροστά  τους.

Και ο Nick, σαν έτοιμος από καιρό αλλά και πιο πρακτικός και κατασταλαγμένος βρίσκοντας ότι οι συμπτώσεις και οι ομοιότητες παραήταν πολλές για να τις περάσουν αψήφιστα, πρότεινε, όχι έρευνες τύπου Νικολούλη, αλλά μια αντιμετώπιση που τα τελευταία χρόνια έλυσε γρίφους γενετικής, να κάνουν δηλαδή, μία εξέταση DNΑ αυτός και η κ. Σoφία. Θα έλυνε έτσι  και αυτός το δικό του πρόβλημα που το είχε ανασύρει από τα ντουλάπια του νου, αυτή η όμορφη κοπελιά και η συμπαθέστατη φίλη της, η κ. Σοφία.

«Λέτε κυρίες μου να είμαστε τόσο τυχεροί και να αρχίσουμε να ελπίζουμε ότι θα έχουμε καλά νέα; Έχουμε ακουστά φοβερές ιστορίες αρπαγής βρεφών από επίορκους εγκληματίες γιατρούς και άλλους  παραϊατρικών επαγγελμάτων που δεν αποκλείεται κάτι τέτοιο να συνέβη με σας και με  εμένα. ΔΕΝ έμαθα βέβαια ποτέ κάτι τέτοιο για μένα, αλλά δεν θα ήταν και πάλι εύκολο να ειπωθεί».

Για τα καλά πια προβληματισμένοι, έδωσαν ραντεβού για την μεθεπόμενη να πάνε σε ένα γνωστό ερευνητικό κέντρο να γίνει  η εξέταση.

Και όταν πέρασαν και οι τρελές ημέρες της αναμονής, η απάντηση  που τους δόθηκε δεν άφηνε περιθώρια του τύπου ‘’συν και πλην’’.  Επρόκειτο αναμφίβολα για μάνα και γιο. Είχαν ανοίξει γι’ αυτούς οι ουρανοί σαν την ημέρα των Θεοφανείων. Ναι. Ήταν αυτός ο  ‘’πεθαμένος’’ δίδυμος που ήταν και πιο γερός -ζωή να ’χει- και από ταύρο. Τον πρόσφερε η ζωή πίσω στη μάνα του, με πολύχρονη βέβαια καθυστέρηση, αλλά ίσως είχε και τους λόγους της.

Περιττό να πούμε πώς άλλαξε εκ  βάθρων η ζωή αυτών των ανθρώπων.

Ο γονιός βρήκε το γιο. Ο γιος τη βιολογική του μάνα και βέβαια η Μαργαρίτα τον μεγάλο έρωτα της ζωής της…

*

Ηθικόν δίδαγμα(!)

Οι περίπατοι που προσφέρουν αυτοί οι εκδρομικοί σύλλογοι μπορεί να κρύβουν για τους εκδρομείς πελάτες τους, απίστευτα ευχάριστες εκπλήξεις. Για, να το σκεφτούμε καλύτερα το θέμα αυτό και να πούμε, ότι όχι μόνον δεν  βλάπτουν αλλά ωφελούν σοβαρά την υγεία…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music