«Οι φίλοι μου του Σύμπαντος ξανάρχονται», γράφει η Λένα Μαυρουδή-Μούλιου

Και οι φίλοι μου επανέκαμψαν κάπως διαφορετικά αυτή τη φορά, αλλά και  πάλι μέσω ενός  ονείρου. Νόμιζα ότι τα όνειρά μας καλά ή κακά, που δεν τα  θυμόμαστε συνήθως το πρωί με την αυγούλα, νόμιζα ξαναλέω, ότι είναι  προσωπική υπόθεση του καθ’ ενός από εμάς. Είτε σαν συνέχεια της πραγματικής μας ζωής, είτε αλληγορικά, σαν κάτι να θέλουν να μας ΠΟΥΝ δηλαδή, καλυμμένα. Και επαφίεται στην φαντασία και την οξυδέρκειά μας να τα αποκωδικοποιήσουμε. Λένε ότι είμαστε σκηνοθέτες των ονείρων μας και το αποτέλεσμα των διεργασιών που γίνονται στο υποσυνείδητό μας. Αυτά πίστευα κοντολογίς κι εγώ, μέχρι πριν λίγο. Γιατί δεν είναι δυνατόν όση φαντασία και να έχουμε να σκαρφιζόμαστε ιστορίες σαν αυτή, που ρέει ως ακολούθως:

Στο όνειρό μου πάντα, είδα τους ‘’φίλους’’ μου να επισκέπτονται το παιδί μου που περνά μια μεγάλη προσωπική στενοχώρια και να του χαρίζουν ένα περίεργο δώρο, ένα είδος πολύτιμου λίθου, που για τα δεδομένα του Πλανήτη μας ήταν αμύθητης αξίας. Στο σχήμα και το χρώμα μιας υπερμεγέθους γαζίας χωρίς μυρωδιά μεν, αλλά η μυρωδιά του χρήματος που απέπνεε πολύ μα πολύ έντονη. Απ’ ό,τι συγκεκριμένα μού είπαν, η αξία του υπερέβαινε, δεν θυμάμαι κατά πόσο, τα τρισεκατομμύρια αγγλικές λίρες.

Ξαφνικά λοιπόν και από τη μία ημέρα στην άλλη, το παιδί μου βρέθηκε να είναι μάλλον ο πλουσιότερος κάτοικος του πλανήτη ΓΗ, που όμως αυτό σαν γεγονός, καθόλου δεν μετρίασε τον πόνο που περνούσε. Το μόνο που αναγκαστικά άλλαξε, ήταν ο τρόπος ζωής, τόσον αυτού, όσο και της οικογένειας, μέχρι τρίτου βαθμού συγγενείας. Π.χ. έμπαιναν σε όποιο μαγαζί ήθελαν και μόνον με μία  τους τζίφρα αγόραζαν από χρυσαφικά, έως τα πιο πανάκριβα αυτοκίνητα και ό,τι τέλος πάντων έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στους πάμπλουτους!

Επόμενο ήταν λοιπόν, να γεννηθεί ένας υπέρμετρος φθόνος από τους κατοίκους της παγκόσμιας κοινότητας και παράλληλα να ξεσαλώσει η Παγκόσμια Μαφία θέλοντας να αποκτήσει τον απίστευτο ουράνιο λίθο, σε σημείο που και οι ουράνιοι φίλοι μου να  απορήσουν για την τόση απληστία. Όταν όμως εγώ τους εξήγησα ότι για εκείνους τα πράγματα  ήταν διαφορετικά καθώς όπως μου είπαν ένα τέτοιο πετράδι μπορούσε να το έχει ο καθείς, ενώ στη γη κανείς, κατάλαβαν.

Και ξαφνικά ενώ τα πάντα κυλούσαν σαν όνειρο, αυτό μεταλλάχτηκε  σε εφιάλτη.

Η ζωή της οικογένειας σε τεράστιο κίνδυνο.

‘’Ή μας δίνετε τον λίθο ή ΑΝΤΙΟ ζωή.’’ Δεν το έλεγαν τόσο απροκάλυπτα, αλλά οι συμπεριφορές τους προς τα κει οδηγούσαν τη σκέψη.

Τα χρειάστηκε η οικογένειά μου. Και πού να κρύψουν τον θησαυρό; Σε όποια κρύπτη των σπιτιών μας να το παραχώναμε θα τον εύρισκαν τα εξασκημένα σαΐνια. Θα έκαναν τα σπίτια μας φύλλο και φτερό και αν δεν τα κατάφερναν να τον βρουν, από τη λύσσα τους θα έβαζαν μπουρλότο παντού, όπως έκαναν οι ‘’καλοί’’ ΛΕΥΚΟΙ στα σπίτια των ‘’κακών’’ ΙΝΔΙΑΝΩΝ και  μέσα σε λίγες δεκαετίες τους αφάνισαν από προσώπου της γης τους. Γενοκτονία, η σωστή λέξη.

Να το κρύβαμε σε κανένα χωράφι; Πολύ επικίνδυνο να χαθεί, όπως συχνά πυκνά συμβαίνει με θησαυρούς που θάβονται εκεί και με την παρέλευση δεκαετιών, είτε κάνουν λάθος στο σημείο της ανασκαφής ή τον είχαν αρπάξει άλλα σαΐνια, με μόνο κέρδος να έχει αφρατέψει το χώμα στο χωράφι από το σκάψε, σκάψε και να γίνει γονιμότερο!

Να το έκρυβαν σε καμιά υποθαλάσσια σπηλιά; Και αν το έτρωγε κανένα ψάρι; Εδώ τα χαζόψαρα καταπίνουν ό,τι βρουν μπροστά τους, ακόμη και πλαστικά ομοιώματα δολωμάτων ως και πλαστικές σακούλες και θα άφηναν αφάγωτο έναν λαχταριστό πορτοκαλοκίτρινο καρπό; ΞΕΡΕΤΕ ΤΙ ΘΑ ΣΥΝΕΒΑΙΝΕ έτσι και η ανθρωπότητα κατέληγε σε μια τέτοια σκέψη ε; Όλα τα ψάρια μικρά και μεγάλα τόσο του αλμυρού νερού όσο και αυτά των λιμνών θα εξαφανίζονταν αφού και ο τελευταίος πολίτης θα γινόταν ψαράς, ελπίζοντας ΝΑ ΕΙΝΑΙ αυτός Ο ΤΥΧΕΡΟΣ  ΠΟΥ ΣΤΟ ΨΑΡΑΚΙ ΠΟΥ ΘΑ ΑΛΛΙΕΥΕ ΘΑ ΕΥΡΙΣΚΕ ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΙΤΣΑ ΤΟΥ το ονειρεμένο ρουμπινοδιάμαντο του Σύμπαντος!

Και δυστυχώς, αυτό που σαν υπόθεση κάναμε, οι άνθρωποι το πίστεψαν και έγιναν όλοι ψαράδες. Γέμισαν οι παραλίες από κόσμο. Πιένες τα μαγαζιά με είδη ψαρικής. Ξεπούλησαν και το τελευταίο ψαροκάλαμο και μετά βίας κράτησαν ένα τελευταίο για τον εαυτό τους. Χαζοί ήταν να μην δοκιμάσουν και αυτοί, που όσο να ‘ναι γνώριζαν από ψάρεμα και δυο πράγματα παραπάνω;

Πώς ξετινάζει ο πρωτάρης την μπάνκα σε καζίνο που μπαίνει για πρώτη του φορά; Η μπίλια τον ερωτεύεται και του κάθεται (έλα τώρα όχι σόκιν συνειρμούς).

Όλα θέμα τύχης δεν είναι στη ζωή; Έπρεπε άπαντες να δοκιμάσουν. Ε, αυτό και έκαναν. Αν μη τι άλλο δεν θα είχαν να το λένε πως δεν έκαναν και αυτοί το χρέος τους στο βωμό της τύχης.

Πώς γίνεται σε περιόδους διπλού και τριπλού τζακ ποτ, με την υστερία του κόσμου να κτυπά κόκκινο και να ελπίζει ότι μπορεί αυτός να είναι ο τυχερός που εν μια νυκτί θα γίνει πάμπλουτος; Τηρουμένων των αναλογιών ΚΑΤΙ ΤΕΤΟΙΟ ΣΥΝΕΒΑΙΝΕ, ΣΤΟΝ… ΚΥΒΟ!

Ο μύθος των υποθαλάσσιων σπηλιών (γιατί περί μύθου πρόκειται) κάπως έτσι ξεκίνησε και κατέληξε να γίνει ελπίδα και πίστη.

Και αυτό ήταν που ανακούφισε την όλη οικογένεια, γιατί για ένα διάστημα οι πάντες έπαψαν να ασχολούνται με αυτήν. Ανάσαναν. Μάλιστα ορισμένοι  από εμάς έφτασαν να νοσταλγούν την εποχή της φτώχειας τους, τότε που        κυκλοφορούσαν άφοβα που κοιμόντουσαν ξέγνοιαστοι και που κανένας δεν νοιαζόταν αν αυτοί ζούσαν ή αν πέθαναν.

Τελικά αυτό δεν συμβαίνει πάντα; Ελαχιστοποιείς τα αρνητικά του παρελθόντος  σου και μεγεθύνεις τα ελάχιστα θετικά του, κάνοντάς το να φαντάζει μαγικό.

Και ό,τι δεν έχει ο καθένας, αυτό ονειρεύεται. Ο πλούσιος μακαρίζει τον φτωχό που δεν αντιμετωπίζει το φάσμα της καταστροφής από τα βυθισμένα καράβια του με τα πολύτιμο φορτίο τους, ενώ ο φτωχός βλέπει τον Εμίρη πετρελαιά με τα παλάτια του και τις πανέμορφες γυναίκες του και μακαρίζει την δική του τύχη. Και μόνο αν βρεθεί σε παρόμοιο με την οικογένειά μου κίνδυνο μένει ικανοποιημένος από τη φτώχεια του για να την ξαναθυμηθεί όταν βρεθεί αντιμέτωπος με την περίπτωση να βρεθεί πίσω από της φυλακής τα σίδερα για χρέη 100 μόνον ευρώ οφειλή προς το δημόσιο.

Και στις δύο περιπτώσεις τα προβλήματα μεγάλα, που σαν φίδια δηλητηριάζουν ζωές και σπάνια να βρεθεί ισχυρό αντίδοτο να σωθούν οι άνθρωποι, από μια τέτοια φιδίσια δηλητηρίαση.

Ο καιρός κυλούσε και όλη η οικογένεια επωφελούνταν και αγόραζε ό,τι ποθούσε η ψυχή της, μόνο με μία υπογραφή όπως είπα.

Μα περίεργο, κανείς μας δεν άλλαξε σπίτι ή γειτονιά. Θα μπορούσαμε αν θέλαμε, να αγοράζαμε ακόμη και τα ανάκτορα του Τατοΐου και να ζούμε σαν Βασιλιάδες άνευ χαρτοφυλακίου, αλλά μεγαλεία αυτού του επιπέδου δεν συγκινούσαν κανέναν ιδιαίτερα. Είχαμε ο καθένας μας βέβαια και μια κρυφή και εν υπνώσει ονειρική του επιδίωξη, όπως π.χ. ένας τρίτος ξάδερφος που με μία και μόνη υπογραφή του εξαγόρασε την μεγαλύτερη δισκογραφική εταιρεία της Χώρας με υποκαταστήματα σε όλον τον κόσμο με αποτέλεσμα οι μουσικές του συνθέσεις να βρουν πλατειές λεωφόρους εξέλιξης αν και εμπειρικός μουσικός. Ξεπέρασε σε φήμη ακόμη και τον Χατζιδάκι και Θεοδωράκη και τα τραγούδια του που τα ακούγαμε ολημερίς και ολονυκτίς από ραδιοφώνου και ΤV ήταν στα χείλη όλου του λαού, αν και προσωπικά δεν ήταν του γούστου του δικού μου. Τι σου είναι και η πλύση του εγκεφάλου μια φορά…

«Να μου ζήσεις ρουμπινοδιάμαντό μου», αναφωνούσε πανευτυχής ο μουσικάντης μας, που δόξαζε το όνομά μας ανά τη Γη.

Τα ίδια και καλύτερα να πω με έναν μακρινό άλλο ξάδερφο με τι βαθμό συγγένειας θα σας γελάσω, που χρήσθηκε συγγραφέας (πώς πονάει το θέμα ακόμη και στα όνειρα…) και σε τέτοιο βαθμό η αναγνωρισιμότητά του, που μεγάλοι εκδοτικοί της ημεδαπής και αλλοδαπής, σφάζονταν για το ποιος θα αναλάβει τα κείμενα του. Προτάθηκε ακόμη και για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Δεν αποκλείεται να δούμε να το κερδίζει, έχουν τόσα δει τα μάτια μας. Αλλά αυτό θα το μάθουμε σαν έρθει η στιγμή. Και μέχρι τότε ο Χρόνος κυλάει υπέρ  του.

Έτσι, ένα ένα τα μέλη  της οικογένειας μας, ταλαντούχο ή μη, έβλεπε  τα κρυφά του όνειρα να πραγματοποιούνται και έπινε νερό στο όνομα των εξωγήινων για το κυριολεκτικά ουρανοκατέβατο δώρο που μας έκαναν.

Εντωμεταξύ και για να μην ξεχνιόμαστε, το ψάρεμα σε ακτές αλλά και  ανοικτά στα πελάγη, καλά κρατούσε. Ο κόσμος έτρωγε το ψάρι της ζωής του, που όμως στην κοιλιά του δεν υπήρχε όχι πολύτιμος λίθος μα μήτε κοτρωνάκι για ξεγέλασμα έστω. Αφανισμός του θαλάσσιου βίου. Γενοκτονία να πούμε πιο καλά.

Και όταν κάποιος, σοβαρά ή αστεία δεν ξέρω, έριξε την ιδέα ότι η πολύτιμη μπίλια μπορεί να έγινε βορά πτερωτού όντος, το πλήθος εγκατέλειψε την ψαρική και εστράφη στον ουρανό. Χελιδόνια και σπουργίτια αφανίσθηκαν. Να γιατί, μήτε χελιδόνια ξαναβλέπουμε τη Άνοιξη στους ουρανούς μας, (τα κακά νέα δεν τους επέτρεψαν να επιστρέψουν στις φωλιές των προγόνων τους και αναγκαστικά μένουν στις παγωμένες χώρες του βορά, προτιμώντας να πεθάνουν από το ψύχος παρά από τα σκάγια των κυνηγών).

Καινούργια γενοκτονία. Μα τι ανόητος που είναι ο άνθρωπος. Χωράει ένα  τέτοιο μεγάλο αντικείμενο να περάσει από το ράμφος πουλιού μικρού ή μεγάλου; Και αφού πια το κατάλαβαν και αφού ούτως ή άλλως δεν έμεινε πια φτερό, το πλήθος στράφηκε στα ζώα  του εδάφους. Όταν τα αφάνισε και αυτά, το μένος τού αλαλάζοντος πλήθους εστράφη στα σπίτια μας μέχρι τέταρτου βαθμού συγγένειας. Δεν μπορεί, κάπου θα το είχαμε κρυμμένο.

Ισοπεδώθηκαν περιοχές, κάτι σαν τη Χιροσίμα με την πτώση της ατομικής βόμβας, ένα πράγμα. Μα ρουμπίνι πούπετα, όπως έλεγε η συγχωρεμένη  γιαγιάκα μου η Πέρσα.

Και  ενώ ο Αϊνστάιν είχε προειδοποιήσει την παγκόσμια κοινότητα για τα ολέθρια αποτελέσματα της διάσπασης του ατόμου για την κατασκευή υπερόπλου, (γι’ αυτό και δεν συμμετείχε στην κατασκευή του) στην περίπτωση του ρουμπινιού δεν βρέθηκε κανείς να προειδοποιήσει τον κόσμο. Αφανισμός άνευ προηγουμένου. Και επιτέλους οι εξωγήινοι κατάλαβαν πια το κακό που προκάλεσε το δώρο τους στους ανθρώπους. Και  ζήτησαν να πάρουν πίσω το διαβολικό υπερπετράδι, που το είχε κρυμμένο το  παιδί μου σε μια γλάστρα στο μπαλκόνι του εξοχικού μας σπιτιού που γλύτωσε από την καταστροφή. Κουνούσαν το κεφάλι τους με απογοήτευση για το κάκιστο IQ μας.

Και έφυγαν με την υπόσχεση να ξανά έρθουν με πολλά περισσότερα δώρα, εάν και εφ’ όσον βάζαμε λίγο περισσότερο μυαλό στο άδειο μας κεφάλι.

Και τώρα πέστε μου, υπάρχει κανένας ονειροκρίτης να μας εξηγήσει το όνειρο τούτο που γράψαμε υπό μορφήν διηγήματος, που όμως ελάχιστη είναι η μυθοπλασία του;

Σαν επιμύθιο να πω μόνον, ότι μετά το όνειρο τούτο, μια απέχθεια για τους πολύτιμους λίθους την νιώθω. Να μην το πω;

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Πρόσφατα σχόλια

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music