«Νύχτα Ανάστασης», γράφει η Λένα Μαυρουδή-Μούλιου

Έμενα με τα χαρτιά ανοικτά μπροστά μου και με ένα απρόθυμο μολύβι στα χέρια, που δεν υπάκουγε θαρρείς, ναι μεν στην απροθυμία μου να γράψω, μα που έπρεπε να το κάνω από υποχρέωση στη σελίδα που συνεργαζόμουν. Προσδοκούσα σε μιαν έμπνευση που θα λειτουργούσε σαν εναρκτήριο λάκτισμα στα γρανάζια του νου και θα τους έδινε την κίνηση ζωής του  γραπτού που όφειλε να γεμίσει τις λευκές κόλλες που παρέμεναν λευκές τόσες ώρες τώρα. Παρ’ ότι μέσα μου ήξερα καλά ότι δεν θ’ αργούσε αυτή η στιγμή να έρθει, με κατέκλυζε και το γνωστό συναίσθημα σε μας τους γραφιάδες της ανυπομονησίας, και δεν κομίζω γλαύκα στην ωραία μας πόλη  λέγοντάς κάτι τέτοιο.

Πάσχα, ανήμερα και θες γιατί το στομάχι υπέφερε ως συνήθως μια τέτοια ημέρα από το φορτίο που το είχα φορτώσει, δεν συνηγορούσε θετικά στο να κατεβάζει το μυαλό ιδέες.

Όταν, ένα τόσο δα μικρό κλικ στην πόρτα του μυαλού και τα γρανάζια της μηχανής του Χρόνου τρίζοντας χαρμόσυνα, άρχισαν να παίρνουν μπρος. Σχήμα οξύμωρο το «εμπρός», γιατί η μηχανή γύρισε πίσω.

Μεγάλο Σάββατο και βράδυ Ανάστασης στη Μονή της Αναλήψεως, σαράντα χρόνια πριν.

Τα παιδιά μου μικρά και κατατρομαγμένα από τα βαρελότα που ακούγονταν μεν αραιά και πού, πολύ πριν ο παπάς πει το ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ αλλά που προϊδέαζαν για το τι έμελλε γενέσθαι. Μα εκείνο που επακολούθησε την χαρμόσυνη είδηση  της Ανάστασης του Κυρίου, με τις πολλές καμπάνες να δονούν εκκωφαντικά την ατμόσφαιρα από τη μια και από την άλλη, ένας πόλεμος πραγματικός από βεγγαλικά, βαρελότα παντός είδους και ισχύος και φωτοβολίδες που έκαναν το Ανοιξιάτικο βράδυ να καταυγάζεται σε σημείο που ήταν δυνατό και το πέρασμα της κλωστής στο μάτι μιας βελόνας, έδινε στα παιδιά μια σαφή εικόνα του τι εστί ΠΟΛΕΜΟΣ και βομβαρδισμός μιας πόλης από αεροπλάνα, που άκουγαν από τις διηγήσεις των μεγάλων για τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο που εκείνοι βίωσαν.

Το μικρό μου το παιδί να έχει κρυφτεί μέσα στο σακάκι του πατέρα του, να κλαίει με αναφιλητά και να τρέμει σαν φυλλαράκι στο φύσημα της ανοιξιάτικης αύρας που μύριζε λιβάνι μα και αλμύρα από την θάλασσα που από κει ψηλά την έβλεπες μέχρι πέρα την Καστέλα, με τα πλοία φωταγωγημένα, έτσι ανεμπόδιστη από πολυκατοικίες που ήταν η θέα.

Τρομάξαμε να το συνεφέρουμε το μικρό μου, για να ολοκληρωθεί ο   τρόμος του βλέποντας ένα άλλο μικρό παιδάκι να έχει πάρει φωτιά το ξανθό του κεφαλάκι από μια άτσαλα κρατημένη λαμπάδα, μία από τις εκατοντάδες που κρατούσαν προσεκτικά και απρόσεκτα οι ευσεβείς Χριστιανοί με το μυαλό τους πιότερο στο Αναστάσιμο τραπέζι παρά στην αναμμένη λαμπάδα που κρατούσαν… Άλλα δράματα και ξεφωνητά και πάλι. Για να κορυφωθεί το θέατρο του παραλόγου όταν ένα πεκινουά, που προφανώς το έσκασε από  τα αφεντικά του και τα έψαχνε μετά μέσα στο πανδαιμόνιο, πλησίασε το παιδάκι μου και άρχισε να το γαβγίζει, μυρίζοντας καταφανώς την αδρεναλίνη του που θα είχε πιάσει κόκκινο εξιτάροντας το σκυλί. Φανταστείτε το να γαβγίζει αγριεμένα και να φέρνει κύκλους γύρω από το μικρό μου, με απρόβλεπτες συνέπειες αν ο πατέρας του δεν το ανέβαζε ψηλά στους ώμους του, να το γλυτώσει από την νέα απρόβλεπτη και για μας τους μεγάλους απειλή, να είχαμε και τρεχάματα για αντιλυσσικά εμβόλια μέρες  άγιες και γιορτινές που ήταν.

Και μέσα σε όλον αυτό τον κακό χαμό, να ακούς τους παπάδες να ψέλνουν αμέριμνα μέσα από την ασφάλεια του εσωτερικού του ιερού Ναού το ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ξανά και ξανά και ξανά.

Θυμάμαι, ότι όταν φύγαμε από την εκκλησία και πήγαμε στο σπίτι να γευτούμε τις Πασχαλινές λιχουδιές, το μικρό μου, δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα του πέφτοντας να κοιμηθεί νηστικό και ακόμη σε κατάσταση σοκ. Ποιος ξέρει δε, τι σκηνές τρόμου έβλεπε και στον ύπνο του, γιατί συνεχώς τρανταζόταν με βουβά αναφιλητά.

Ποτέ ξανά δεν κάναμε Ανάσταση σε εκείνον τον Ναό. Όπως δε μάθαμε, συνεχιζόταν για χρόνια μετά, το βάρβαρο έθιμο των ‘’πυρομαχικών’’ που έπεφταν σαν σε πεδίο μάχης, μέχρι που δια νόμου απαγορεύτηκαν  ορισμένες ακραίες εκδηλώσεις τους. Έτσι ο κόσμος μπορούσε να απολαύσει και να χαρεί το θείο μήνυμα της Ανάστασης του Χριστού μας.

Βέβαια αυτό το σκηνικό που περιέγραψα, δεν είναι παρά μια παρωνυχίδα σε σύγκριση με όσα έθιμα επικρατούν σε άλλα μέρη της Επικράτειας.  Πολεμικές αναπαραστάσεις και απωθημένα ίσως άλλων εποχών, με συνέπεια κάθε χρόνο να έχουμε ακρωτηριασμούς από τα βαρελότα και λογής-λογής τραυματισμούς.

Σήμερα, σαράντα τόσα χρόνια μετά τα εξιστορούμενα, θυμάμαι εκείνην την Ανάσταση σαν σε εφιάλτη και αναρωτιέμαι τι τραυματικό σοκ θα πρέπει να υπέστη η νηπιακή ψυχούλα του παιδιού μου, αφού από τότε δεν μπορεί να αντέξει ακόμη και λεκτική φασαρία…

Είμαστε τελικά ένας λαός της υπερβολής, που δεν μπορεί να κάνει κράτει τουλάχιστον σε στιγμές άγιων ημερών. Είναι στο DNA μας, πώς να το κάνουμε!!!

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Πρόσφατα σχόλια

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music