«Μια πάρα πολύ καλή νοικοκυρά», ένα διήγημα της Κατερίνας Ευαγγέλου-Κίσσα

«Τα βγάζεις απ’ το μυαλό σου». Αυτή ήταν η άκρως επιστημονική εξήγηση του ψυχιάτρου. Μετά από δέκα τακτές συνεδρίες, αυτό ήταν το μόνο συμπέρασμα. Φάρμακα δεν της έγραψε. Όχι ότι είχε και κάνα σκοπό να τα πάρει αν της έγραφε. Φτάνει που την πείσανε και πήγε με το στανιό στον τρελλόγιατρο και τραβιότανε πέρα-δώθε κοντά πέντε μήνες, λες και δεν είχε άλλες δουλειές να κάνει.

Τουλάχιστον του έφερε σε μια τάξη το αχούρι που είχε για ιατρείο όσο πήγαινε. Κάθε μία ώρα συνεδρίας όλο και κάτι συγύριζε. Μα τα κάδρα του θα ίσιωνε. Μα τα λιγοστά μπιμπελό του θα έβαζε σε μια σειρά. Και της βιβλιοθήκης του τα βιβλία τα έφερε σιγά-σιγά σε απόλυτη οργάνωση – πρώτα κατά συγγραφέα, μετά κατά ημερομηνία έκδοσης, ύστερα ανά θέμα, στο τέλος γύρισε τις ράχες σωστά ώστε να διαβάζονται όλοι ανεξαιρέτως οι τίτλοι από τ’ αριστερά προς τα δεξιά, χωρίς να χρειάζεται να γυρνάς το κεφάλι σου σαν εκκρεμές πότε απ’ τη μία και πότε απ’ την άλλη. Και εννοείται πως πλέον όλα τοποθετήθηκαν με αλφαβητική σειρά. Μέχρι και τις δύο στοίβες με τα χαρτιά και τα ημερολόγιά του, που είχε πάνω στο γραφείο του, έβαλε σε τάξη μια μέρα. Και μάλιστα, μια φορά, πήρε κρυφά το πετσετάκι από το τραπεζάκι δίπλα στον καναπέ κι αφού το έπλυνε, το σιδέρωσε και το κολλάρισε, το γύρισε πίσω και το έστρωσε κάτω από το μικρό του αμπαζούρ. Το αμπαζούρ το είχε ξεσκονίσει επιμελώς σε προηγούμενη συνεδρία.

Χαμπάρι δεν έπαιρνε εκείνος. Τσάμπα ο κόπος της. Όλοι, βέβαια, της λέγανε ότι αυτή ήταν η δουλειά του, να την αφήνει να εκφράζεται ελεύθερα και να την παρατηρεί. Κι έτσι, όσο αυτή συγύριζε και μονολογούσε, αυτός σημείωνε και σημείωνε. Για να καταλήξει στην τελευταία τους συνεδρία να της πει με στόμφο, αφού ξερόβηξε για να καθαρίσει τον λαιμό του, σταύρωσε τα δάχτυλα των χεριών του μεταξύ τους ακουμπώντας τους αγκώνες του στο γραφείο του και σκύβοντας μπροστά τόσο όσο χρειαζότανε για να την κοιτά πάνω από τα πρεσβυωπικά γυαλιά του: «Λοιπόν, Μαίρη, δεν χρήζεις συνταγογράφησης. Τίποτε δεν έχεις απολύτως. Τα βγάζεις απ’ το μυαλό σου». Άκου ‘κει τον αγράμματο κι είναι κι επιστήμονας τρομάρα του! Άκου ‘κει «δεν χρήζεις συνταγογράφησης»! Που, αν την ρωτούσανε, αυτός θα έπρεπε να την πληρώνει κάθε φορά, που είδε επιτέλους Θεού πρόσωπο εκείνο το γραφείο, μαζί κι ένας μεγάλος φίκος που υπήρχε στην υποδοχή, δίπλα στο γραφείο της γραμματέως του, τον οποίο φρόντιζε η Μαίρη όσο περίμενε να έρθει η σειρά της για το ραντεβού τους. Μάλιστα κύριε! Αυτή θα έπρεπε να πληρώνεται, που χρυσό τον ντύσανε τον ψυχίατρο τόσο που χρέωνε την κάθε επίσκεψη! Κι είχε και το θράσος να αργεί κιόλας σε προγραμματισμένο ραντεβού, το πρώτο της ημέρας. Το πρώτο ζητούσε πάντα η Μαίρη, μιας και δεν είχε χειρότερο από τις αναμονές, που την ανάγκαζαν να περιμένει άπραγη κι ακούνητη. Μα τι τα θες, εντελώς αντιεπαγγελματίας, από δέκα ως και είκοσι λεπτά αργούσε πάντα ο αγύρτης! Κι έσκαγε μύτη μετά με τα κοστούμια του, το άρωμα και τα γυαλιά του και γλιστρούσε στα γρήγορα στο γραφείο του σα σκιά.

Τέλος πάντων, τέλειωσε κι αυτή η «υποχρέωση προς τον εαυτόν της», όπως της είχε περιγράψει ο σύζυγός της την επιτακτική -κατά τη γνώμη του- ανάγκη να επισκεφθεί για ένα διάστημα, έστω συμβουλευτικά, έναν ψυχίατρο. Ορίστε. Πήγε. Και τι κατάλαβε; Πληρώσανε ένα σκασμό λεφτά για να της πει ουσιαστικά ότι δεν είχε τίποτα. Ή μήπως της είχε πει ότι ήταν εντελώς τρελλή;… Πώς να ερμηνεύσει εκείνο το ανεκδιήγητο «τα βγάζεις απ’ το μυαλό σου»; Τα βγάζω απ’ το μυαλό μου, τύπου «όλα μια χαρά είναι, χαλάρωσε» ή τα βγάζω απ’ το μυαλό μου, τύπου «όλα μια χαρά είναι, εσύ έχεις τζαζέψει τελείως κι ό,τι θες καταλαβαίνεις»;

Αυτά ξανάφερνε στο μυαλό της η Μαίρη καθώς έτριβε μανιωδώς με σύρμα τον πάτο μιας χύτρας ταχύτητας, η οποία φάνταζε ολοκαίνουργια έτσι όπως άστραφτε κι ας την είχε σχεδόν δέκα χρόνια πια. Τουλάχιστον δεν θα έχει ο άντρας της να λέει πως κάτι δεν πάει καλά με εκείνη, επειδή «και καλά» της είχε γίνει εμμονή το νοικοκυριό. Όλων τα στόματα θα βουλώνανε για την ακρίβεια! Μόνος τους γνώμονας, φίλων και συγγενών, για το αν η Μαίρη είχε αρχίσει να τα τσαλαπατάει, ήταν τα ψυχοφάρμακα. Δεν της έγραψε ψυχοφάρμακα ο γιατρός; Ε, μια χαρά ήταν η Μαίρη το λοιπόν, χωρίς καμιά αμφιβολία.

Είχε αισίως σκατζάρει τα σαράντα έξι εκείνη. Μικροπαντρεμένη, είχε καταφέρει μέχρι τώρα να σπουδάσει Φιλόλογος αποφοιτώντας -με λίαν καλώς μάλιστα- χωρίς ποτέ να διδάξει ούτε μια λέξη. Είχε καταφέρει να μάθει άπταιστα αγγλικά, γαλλικά και κιθάρα, που ποτέ πουθενά δεν χρησιμοποίησε. Μαζί με όλα αυτά είχε επίσης καταφέρει να γεννήσει δυο αγόρια, να τα μεγαλώσει, να τα σπουδάσει, για να φύγουν και τα δύο ακολουθώντας επαγγελματική καριέρα μόνιμα στο εξωτερικό και να τα βλέπει σπανίως και πώς… Ήταν όμως μια εξαιρετική μητέρα, όλοι είχαν να το λένε τι ανατροφή έδωσε στα παιδιά της. Κι όσο για σύζυγος… Ήταν μια άριστη, πειθήνια, καλόβουλη σύζυγος ενός αξιοπρεπέστατου όσο και συντηρητικότατου ορκωτού λογιστή. Προπάντων όλων, όμως, ήταν μια καλή νοικοκυρά. Μια πολύ καλή νοικοκυρά. Μια πάρα πολύ καλή νοικοκυρά.

Κι όλα αυτά τα χρόνια κανένας και τίποτα δεν είχε καταφέρει να τη βγάλει από την καθιερωμένη ρουτίνα της. Την όποια ρουτίνα τής επέτασσε η κάθε περίοδος που περνούσε. Όλα στη ζωή της Μαίρης ήταν ισορροπημένα, ζυγισμένα, μετρημένα, πάντα με ακρίβεια μοιρογνωμονίου. Ακόμα κι αυτή η ίδια η θέση των πραγμάτων μέσα στο σπίτι της. Ήξερε με κάθε λεπτομέρεια πού βρισκόταν το κάθε τι. Κι όχι που βρισκόταν στο περίπου αλλά την απόλυτα ακριβή θέση του. Ούτε λίγο πιο δεξιά, ούτε λίγο πιο αριστερά. Και σε καμία περίπτωση αλλού. Τα πάντα ήταν εκεί. Εκεί που έπρεπε. Γιατί στο φινάλε, αυτή ήταν η νοικοκυρά στο σπίτι, αυτή είχε το αναφαίρετο δικαίωμα να τακτοποιεί τα πάντα όπως την βόλευαν καλύτερα και οι υπόλοιποι είχαν την αδιαπραγμάτευτη υποχρέωση να τηρούν με ιερή ευλάβεια αυτή την τάξη πραγμάτων.

Η Μαίρη είχε εκ γενετής την κατάρα να κόβει το μάτι της σαν αλφάδι. Δεν της ξέφευγε ούτε πόντος σε τίποτα. Αυτό, σε συνδυασμό με την εξαιρετική περιφερειακή της όραση, τής έκανε το βίο αβίωτο. Τον δικό της μαζί και όλων των υπολοίπων γύρω της. Δεν μπορούσε να ανεχτεί την οποιαδήποτε ακαταστασία. Η παραμικρή «λάθος» λεπτομέρεια τής έτρωγε τα σωθικά μέχρι να τη διορθώσει. Έφτιαχνε καφέ ο άντρας της, ακουμπούσε πίσω στη θέση της τη ζαχαριέρα -πάντα στο περίπου- κι από κοντά η Μαίρη την ίσιωνε για να είναι σε απόλυτη ευθεία με την καφετιέρα. Τρώγανε στο τραπέζι, έβαζε ο άντρας της την καρέκλα του στη θέση της -πάντα στο περίπου- κι από κοντά η Μαίρη την ίσιωνε για να είναι σε απόλυτη ευθεία με το τραπέζι. Κι έτσι πήγαινε λέγοντας και κλαίγοντας η ιστορία. Όχι μόνο σε ό,τι φαινότανε αλλά και σε ό,τι δεν φαινότανε. Τα ρούχα στις ντουλάπες, για παράδειγμα, ήταν χωρισμένα ανά είδος, χρώμα, εποχή, ύφασμα. Ακόμα και τα εσώρουχα στα συρτάρια έπρεπε να είναι σώβρακα με σώβρακα, κάλτσες με κάλτσες, φανέλες με φανέλες. Όλα ανά είδος, χρώμα, εποχή, ύφασμα. Μετά το μαγείρεμα, κάθε μέρα, όσες φορές κι αν χρειαζόταν να μαγειρέψει, έπλενε νιπτήρες, εστίες, πλακάκια, ακόμα και τα ντουλάπια της κουζίνας απ’ έξω. Το μπάνιο τους το καθάριζε και το απολύμαινε με χλωρίνη δύο φορές ημερησίως. Κάθε μέρα. Ολόκληρο, απ’ άκρη σ’ άκρη. Με λίγα λόγια απλά, η Μαίρη δούλευε αδιαλείπτως λες κι ήταν είλωτας. Ακόμα και στον ύπνο που κοιμόταν λογάριαζε με το νου της τις δουλειές της επόμενης μέρας.

-Άκου κει, τα βγάζω απ’ το μυαλό μου!

Τελικά η Μαίρη το είχε πάρει πολύ βαριά αυτό το συμπέρασμα. Ο γιατρός καλύτερα να το έσκιζε το πτυχίο του και να πήγαινε να πουλήσει λάχανα στη λαϊκή. Αν και κει ακόμη δεν ήταν σίγουρη ότι θα πήγαινε και πολύ καλά, τέτοιος που ήταν. Θα τα ‘βλεπε τα λάχανα ωραία και δροσερά απ’ έξω και όταν θα τα πούλαγε και θα του τα γυρνάγανε πίσω κομμένα στη μέση για να δει τη σαπίλα, αυτός θα τους απαντούσε «τα βγάζεις απ’ το μυαλό σου».

Δηλαδή, συγνώμη, ποιος έφταιγε που δεν ένιωθε από νοικοκυριό ο άντρας της κι αναγκαζότανε να είναι εκείνη συνεχώς μ’ ένα πατσαβούρι στο χέρι; Μήπως έφταιγε που ήταν αυτός ακατάστατος και αναγκαζότανε πάλι εκείνη κάθε τρεις και λίγο να τακτοποιεί όλα τα πράγματα του σπιτιού μαζί και τα δικά του; Ε, πολύ θέλει ο άνθρωπος; Λίγο-λίγο της έγινε ψυχαναγκασμός το καθάρισμα. Τόσα χρόνια προσπάθεια εκ μέρους της και απαιτήσεων εκ μέρους του, το απέκτησε το χούι, ποτέ δεν το αρνήθηκε. Είχε μια «μέντα» παραπάνω στο θέμα του νοικοκυριού. Διότι ο καλός της τη γυναίκα του την ήθελε και δούλα και κυρά. Ούτε το ποτήρι του δε σήκωνε. Και τα πρώτα  χρόνια δεν την πείραζε. Ένιωθε καμάρι που εκείνη ήταν η καλύτερη νοικοκυρά, που είχε και την παίνευε ο αγαπημένος της τι χρυσοχέρα ήταν. Αλλά μετά, σαν κάπως να παράγινε το πράγμα. Εντάξει, τα ήθελε όλα στην πένα το αφεντικό του σπιτιού, τουλάχιστον ας τη βοηθούσε έστω λίγο να τα διατηρήσει έτσι. Αλλά όχι. Εκείνος κουραζόταν στη δουλειά! Λες κι εκείνη έξυνε το πράμα της όλη μέρα στο σπίτι με δύο παιδιά. Που ας τόλμαγε να ήθελε κάτι ο κανακάρης της και να μην το έβρισκε καθαρό και στη θέση του κι αμέσως γύρναγε και την επέπληττε αυστηρά. Και στο κατόπι του πατέρα τους την ίδια συμπεριφορά απέναντί της απέκτησαν και τα δυο της τ’ αγόρια. Και βρέθηκε στο τέλος εκείνη από αριστούχος της Φιλολογίας να καθαρίζει και να καθαρίζει λες και θα περνούσε κάνας στρατηγός να επιθεωρήσει το σπίτι της κι αν δεν τα έβρισκε όλα άψογα θα την καταδίκαζε σε πέντε μέρες φυλάκιση. Μα αφού φυλακή ήταν ήδη, τι διαφορά θα είχε… Ούτε μια εκδρομή δεν την πήγε ο «καλός» της ποτέ, ούτε καν όταν ορκίζονταν τα καμάρια της φαντάροι δεν την πήρε μαζί του. Χα… Να την πάρει μαζί του! Λες κι ήταν χειραποσκευή… Πού να τα ξεθυμάνει κι αυτή πια τόσα νεύρα, τόσα απωθημένα… Ούτε καν στο κρεβάτι δεν εισέπραττε λίγη τρυφερότητα, να πεις έστω ότι κάπου ίσιωνε. Εκείνος την πήδαγε σαν κόκορας κι έπειτα γύρναγε πλευρό και κοιμότανε του καλού καιρού.

«Αχ… Τι τα θες καημένη Μαίρη… Τα βγάζεις απ’ το μυαλό σου», αναστέναξε η Μαίρη καθώς στέγνωνε με μια πετσέτα τον ήδη καθαρισμένο πάγκο της κουζίνας της.  Είχε τελειώσει με αυτό το δωμάτιο. Σειρά είχε το σαλόνι. Τώρα που είχε ευκαιρία μιας και ήταν μόνη της, θα έκανε μια γερή γενική. Έπρεπε να στρώσει, ζύγωνε χειμώνας. Ο άντρας της είχε πάει εκτάκτως… πού σκατά να έλεγε ότι είχε πάει αλήθεια;… Στα τσακίδια; Στο διάολο; Στον αγύριστο σίγουρα… Τέλος πάντων, θα σκεφτόταν τι δικαιολογία θα έβρισκε για την απουσία του αργότερα. Δεν θα ήταν δύσκολο να την πιστέψουν εξάλλου, θα λέγανε όλοι «δεν άντεξε στο τέλος ο ανθρωπάκος και την έκανε…». Προς το παρόν προείχε να απαλλαχτεί από τον τεράστιο λεκέ που είχε αφήσει η λίμνη αίματος μπροστά στο τζάκι.

Ίσως σας αρέσει και

9 Σχόλια

  • Σοφία
    22 Οκτωβρίου 2017 at 23:11

    εξαιρετικό! συγχαρητήρια Κατερίνα μου για τα διηγήματά σου , κάθε φορά είναι σαν να ζωντανεύουν μπροστά σου. .

    • Κατερίνα Ευαγγέλου - Κίσσα
      25 Οκτωβρίου 2017 at 13:17

      Χαίρομαι που σου άρεσε Σοφία. Ευχαριστώ!

  • Μαρκος Κωνσταντινου
    23 Οκτωβρίου 2017 at 18:49

    !!! Φοβερή η κατάληξη μη αναμενόμενη ομολογώ! Αγχωτικό το κείμενο στο σύνολο του ώστε …να το ζήσει ο αναγνώστης! Γνωστή λατρεμένη πένα!

    • Κατερίνα Ευαγγέλου - Κίσσα
      25 Οκτωβρίου 2017 at 13:18

      Γνωστός λατρεμένος αναγνώστης! Σε ευχαριστώ Μάρκο μου!

  • Μαριάννα Γληνού
    23 Οκτωβρίου 2017 at 23:04

    Δύσκολος λεκές το αίμα!

    • Κατερίνα Ευαγγέλου - Κίσσα
      25 Οκτωβρίου 2017 at 13:19

      Ε… όσο να πεις! 😉

      • Μαριάννα Γληνού
        30 Οκτωβρίου 2017 at 22:29

        Όσο και μερικοί άνθρωποι- λεκέδες!

  • Στέλιος Χρονόπουλος
    26 Οκτωβρίου 2017 at 20:27

    Ωραίο διήγημα!
    Μία απορία, κάπως σχολαστική: υπάρχουν σημεία του κειμένου, κάποιες λεπτομέρειες, όπου η αφηγημένη πραγματικότητα έρχεται σε ελαφρά αντίφαση με την πραγματικότητα που ο χαρακτήρας «Μαίρη» φαίνεται να έχει στο μυαλό της. 1) 10 συνεδρίες σε πέντε μήνες σημαίνει 2 συνεδρίες τον μήνα, μία το δεκαπενθήμερο: αμφιβάλλω πολύ ότι υπάρχουν ψυχιάτροι που ακολουθούν τέτοιον αραιό ρυθμό. 2) Με πτυχίο φιλολογίας με βαθμό «λίαν καλώς» δεν είσαι «αριστούχος της Φιλολογίας». Αναρωτιέμαι, αν η ερμηνεία που έδωσα ότι η αφήγηση στοχεύει με κάτι τέτοιες λεπτομέρειες να υποδείξει μια απόσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα και στον τρόπο με τον οποίο η «Μαίρη» την αντιλαμβάνεται ή αν απλώς υπερερμηνεύω αδικαιολόγητα.

    • Κατερίνα Ευαγγέλου - Κίσσα
      31 Οκτωβρίου 2017 at 19:27

      Κε Χρονόπουλε, ευχαριστώ για την ανάγνωση, με ευχαριστούν τόσο τα καλά σας λόγια όσο και οι προβληματισμοί σας επί του κειμένου. Στην πρώτη σας παρατήρηση θα πω αφενός να μην αμφιβάλετε, τουλάχιστον όχι πολύ, αφετέρου θα πω πως -δυστυχώς ή ευτυχώς- δεν είναι όλοι οι γιατροί ούτε το ίδιο καλοί, ούτε το ίδιο κακοί. Σχετικά με το «Λίαν καλώς» και το αν κάποιος αριστεύει όταν το αποκτήσει, εξαρτάται από ποια σκοπιά το βλέπετε. Στην ερμηνεία που δίνετε γενικότερα στο διήγημα, δεν θέλω να επέμβω, προτιμώ ο κάθε αναγνώστης να κρατά τις δικές του προσλαμβάνουσες.

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music