«Μία κάποια επέτειος…», ένα χρονογράφημα της Κατερίνας Ευαγγέλου-Κίσσα

Ήταν 25η Μαρτίου κάποιας χρονιά του ’80. Εγώ σχολιαρούδι ακόμα, η τάξη δεν έχει σημασία. Για εβδομάδες ολόκληρες πριν, παρελαύναμε στο προαύλιο του σχολείου μας, δοκιμαστικά, για να ισιώσουμε το χέρι, να σηκώσουμε το παράστημα, να συντονίσουμε το βάδην. Κάθε μέρα. Θέλαμε δεν θέλαμε. Μαζί κι ο δάσκαλος, γυμναστής στην ειδικότητα, που μας έκανε να θέμε κι ας μην θέλαμε κάποιες φορές.

-Ένα-δύο! Εν-δυο! Εν-δυο! Ένα!

Βαδίζαμε πειθήνια στο πρόσταγμα του γυμναστή μας.

 -Ένα-δύο, εν-δυο, εν-δυο, ένα! Ένα στ’ αριστερό!

Μπαμ! Ταυτόχρονα τα πόδια μας τ’ αριστερά.

-Δεν άκουσα τίποτε μωρέ! Δεν έχετε ψυχή μέσα σας; Φώναζε με τη γεμάτη, την χαρακτηριστική φωνή του εκείνος. Και φρρρρ! η σφυρίχτρα του να μας ξυπνάει και να μας επαναφέρει στην τάξη.

-Ένα-δύο, εν-δυο, εν-δυο, ένα! Ένα στ’ αριστερό!

Μπαμ! Πιο δυνατά τα αριστερά τα ποδάρια μας τότε.

-Ένα και στα δυο!

Μπαμ! Μπαμ! Με την ψυχή μας και τα δυο τα πόδια μας σηκώνανε κουρνιαχτό τη σκόνη στα χαλίκια με τη δύναμη που τα χτυπάγαμε στο έδαφος.

-Φρ! Φρ! Φρ-φρ-φρ! Σφύριζε ο γυμναστής μας τη σφυρίχτρα του.

Κόντευε η επέτειος. Στον μαυροπίνακα μας γράψανε τι να φοράμε. Λευκό ζιβάγκο, φούστα μπλε σκούρο πλισέ, λευκό καλσόν και μαύρα παπούτσια τα κορίτσια. Λευκό ζιβάγκο, μπλε σκούρο πανταλόνι, άσπρες κάλτσες και μαύρα παπούτσια τα αγόρια. Πλυμένοι και χτενισμένοι άπαντες. Νύχια κομμένα – το νου σας!

Τα της ένδυσης μπορούσαμε να τα προμηθευτούμε από δύο εμπορικά καταστήματα της πόλης μας. Οι τιμές ήταν οι ίδιες και στα δύο.

25η Μαρτίου κάποιας χρονιάς του ’80. Πρωί μαζευτήκαμε όλοι στο σχολείο. Οι δασκάλοι μας ήταν ντυμένοι τα καλά τους. Εμείς παραταχτήκαμε όπως μας είχε υποδείξει ο γυμναστής μας στις πρόβες. Μπροστά οι σημαιοφόροι κι οι παραστάτες με τις σημαίες. Πίσω εμείς. Η ντροπή μου μεγάλη που δεν βάσταγα εγώ τη σημαία…

Περπατήσαμε σαν άγημα όλοι μας, σιωπηλά, τραβήξαμε για την εκκλησία, την Κοίμηση της Θεοτόκου. Στην είσοδο του προαυλίου της διασταυρώνονταν  τα σχολεία. Νήπια, Δημοτικά, Γυμνάσιο, Λύκειο. Όλοι οι μαθητές, μηδενός εξαιρουμένου, παρόντες.

Οι σημαίες μπήκαν μέσα στον ναό. Οι δασκάλοι το ίδιο. Εκεί κι ο Δήμαρχος κι όλος ο λαός της πόλης μας. Η εκκλησία γεμάτη ως και τους γυναικωνίτες, φίσκα. Καρφίτσα δεν έπεφτε. Το προαύλιο γεμάτο επίσης. Μαθητές όλων των ηλικιών καρτερούσαν αγόγγυστα να σχολάσει η Λειτουργία. Άχνα δεν μας έπαιρνες. Δεν τολμάγαμε, ήταν ασέβεια, μέσα γινόταν Λειτουργία. Κι έτσι και μας έπιανε ο Γυμναστής μας να χαζοκουβεντιάζουμε σε καμιά έφοδο, ουαί κι αλίμονό μας! Ακούγαμε απ’ τα μεγάφωνα τις ψαλμωδίες, μετράγαμε τα «Χαίρε» – ήτανε εξάλλου εύκολο να ψέλνουμε τους Χαιρετισμούς και μεις. Κυλούσαν εύηχα σαν το νερό γλυκιάς πηγής στ’ αυτιά μας:

«Χαῖρε, δι’ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει,
χαῖρε, δι’ ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει.
Χαῖρε, τοῦ πεσόντος , Ἀδὰμ ἡ ἀνάκλησις,
χαῖρε τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις.
Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς,
χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ Ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς.
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα,
χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα.
Χαῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν Ἥλιον,
χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως.
Χαῖρε, δι’ ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις,
χαῖρε, δι’ ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.» [1]

Μετά, όλοι μεταβαίναμε στο Ηρώο Πεσόντων, κάτω στους Αγίους Θεοδώρους, για την κατάθεση των στεφάνων και την σύναξη των μαθητών για την έναρξη της σχολικής παρελάσεως.

Ο γυμναστής μας έκοψε μια τελευταία βόλτα γύρω απ’ όλους. Έλεγχε τις λεπτομέρειες.

-Πού πας έτσι εσύ! Ίσιαξε τη φούστα σου κι αν τη δω πόντο πάνω απ΄ το γόνατο έφυγες για τη μάνα σου! Και συ! Ναι, εσύ, καλά κατάλαβες! Βγάλ΄ τα σκουλαρίκια! Δεν κάνεις πασαρέλα! Εσύ, παιδί μου Μιχάλη, ξέχασες να χτενιστείς σήμερα όταν νίφτηκες το πρωί; Τράβα στη βρύση και στρώστο μη στο ισιάξω εγώ! Εσύ, δεύτερη σειρά απ’ τα αριστερά… Κραγιόν φοράς; Σκούπιστο τώρα! ΤΩΡΑ!

Κι αφού γινήκαν όλα κατά πώς έπρεπε, ανασάναμε όλοι βαθιά. Κι ούτε που μας πέρασε απ’ το νου ποτέ να βγάλουμε γλώσσα. Ήταν σαν τον πατέρα μας και τη μάνα μας μαζί. Κι όσο τον φοβόμασταν, άλλο τόσο τον αγαπούσαμε κιόλα.

Ξεκίνησε ψιλόβροχο. Δεν μας ένοιαζε. Ήμασταν καλυμμένοι εκείνη την ώρα  την περηφάνια μας που ήμασταν Έλληνες σαν αδιάβροχο. Τίποτε δεν μας χάλαγε…

-Ένα-δύο, εν-δυο, εν-δυο, ένα! Τράβα χέρια Κατερίνα! Ίσια οι γροθιές στους ώμους! Ένα-δύο… φρ! Φρ! Φρ-φρ-φρ!

Όλοι όσοι ήταν στην εκκλησιά τώρα στέκονταν αριστερά και δεξιά του δρόμου και μας καρτέραγαν να περάσουμε. Η μπάντα του Δήμου προπορεύονταν και έπαιζε δίνοντάς μας νοερά το βηματισμό.

Σ’ όλα τα μπαλκόνια ανεμίζανε γαλανόλευκες σημαίες. Σε αρκετά σπίτια μάλιστα έκαιγε ακόμα ευωδιαστό λιβάνι, στα λιβανιστήρια που ‘χαν αφημένα οι κυράδες δίπλα σε κάποια γλάστρα.

Κάποια στιγμή έφτασε η σειρά μου στο κεντρικότερο σημείο, που ήταν και οι πιο πολλοί μαζεμένοι απ’ όλους τους συγχωριανούς  μας. Κλαπ-κλαπ-κλαπ… έπεφτε η βροχή στην άσφαλτο, ίδιο ρυθμό θαρρείς και κράταγε με το χειροκρότημα… Βούρκωσα. Ένιωσα το στήθος μου να το φουσκώνει μια συγκίνηση, που ήμουν εκεί… Που ήμουν εκεί. Τίποτε άλλο δεν χώραγε να σκεφτεί το μυαλό μου κείνη την ώρα. Το που ήμουν εκεί τα κάλυπτε όλα. Δεν ήξερα να το αναλύσω τότε παραπάνω. Και τελικά ούτε χρειάζονταν, όπως το βλέπω τώρα μέσα στο βάθος του χρόνου. Που ήμουν εκεί, τα έλεγε όλα.

Την ώρα που παρελαύναμε μπροστά από τους επισήμους, «Ζήτω το Έθνος!» ακούστηκε απ’ τα μεγάφωνα στο δρόμο, «Ζήτω η Ελλάς!», «Ζήτω η 25η Μαρτίου!». Τα δάκρυα μου τα κάλυπτε η βροχή που είχε κάνει ήδη τα λυτά μαλλάκια μου μούσκεμα.

Τραβήξαμε ίσα πάνω, σχεδόν μέχρι τον Μπαλάνο, στο τέρμα της δημοσιάς. Ύστερα σκορπίσαμε, στα σπίτια μας όλα, προστρέξαμε με λαχτάρα στον ζεστό, τον φρεσκοτηγανισμένο μπακαλιάρο μαζί με τη σκορδαλιά του -όπως καλούσε η μέρα- και στα συχαρίκια των δικών μας, που καμαρώσαν τις ελπίδες τους να περπατάν περήφανα, με τα κεφάλια ψηλά και τα κορμιά ίσια, σε μια παρέλαση εις Μνήμην Ηρώων, μια μέρα γιορτινή της Ορθοδοξίας.

Έβγαλα τα βρεγμένα μου, άφηκα τα παπούτσια μου, ντέθηκα τα πρόχειρά μου τα ζεστά κι έτρεξα να ανταμώσω με τ’ αδέρφια μου τα μικρά στο τραπέζι. Σ’ ένα τραπέζι γεμάτο, σ’ ένα σπίτι ζεστό, με τη γιαγιάκα μας εν ζωή, με τη μάνα μας και τον πατέρα μας αντάμα. Πρέπει να ήταν από τις λίγες φορές που έφαγα με τόση όρεξη στη ζωή μου τότε.

Τυχαία, καθώς ερχόταν για το τραπέζι, ο πατέρας είδε τα παπούτσια μου. Ήταν τρύπια και τα είχα στρώσει με εφημερίδες, που ‘χαν κι αυτές λιώσει απ’ το περπάτημα στη βροχή. Κοντοστάθηκε. Ύστερα:

-Γυναίκα, αύριο να πάρουμε παπούτσια στο παιδί!

Και γυρνώντας σε μένα:

-Γιατί δεν είπες τίποτα…

Τον κοίταξα μόνο. Γιατί;…

Ήμασταν δύσκολα εκείνον τον καιρό. Εγώ το μεγαλύτερο παιδί, το ήξευρα, τα ήξευρα όλα. Κι έπειτα, δεν ήταν δικιά μου δουλειά να το πω… Κυρίως, όμως, γιατί δεν με ένοιαζε. Μου έφταναν αυτά που είχα.


[1] Μέρος ψαλμών από την Λειτουργία του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου


Το παρόν αφιερώνω με αίσθημα απέραντης ευγνωμοσύνης και αγάπης στους εξαίρετους δασκάλους μου των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων,  που είχα την τύχη να με διδάξουν παιδεία, περηφάνια, ελευθερία, πίστη, πατρίδα, υπομονή και επιμονή. Ενδεικτικά αναφέρω τα ονόματα ολίγων:

-κος Κακάβας, δάσκαλος πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης

-(+)κος Ζιούτος, δάσκαλος πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης

-κα Μαρία Ευαγγελοπούλου, φιλόλογος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης

-κα Τριχιά, γυμνάστρια δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης

-κος Φίλιππος Πλακιάς, γυμναστής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης

Μακάρι η ασθενής μου μνήμη να συγκρατούσε τα ονόματα όλων. Ας με συγχωρέσουν. Οι γενιές που ανέθρεψαν τους αγάπησαν άπαξ και δια παντός.

Ίσως σας αρέσει και

2 Σχόλια

  • Μαρκος Κωνσταντινου
    27 Μαρτίου 2017 at 22:06

    Μετά από αυτή τη περιγραφή οι συγκρίσεις εύκολες! Σχεδόν τίποτα δεν έχει μείνει εκτός από σκόρπιες φφθίνουσες αναμνήσεις σε «παληά» μυαλά!

  • Σοφία Κιόρογλου
    25 Μαρτίου 2018 at 16:57

    Αγαπημένη μου Κατερίνα, Χρόνια πολλά στην Ελλάδα μας. Σου εύχομαι να είσαι παντα δημιουργική και καλόκαρδη. Πολλά μπράβο για αυτή σου την δουλειά και την αφιέρωση στους δασκάλους σου. Mε συγκίνησες. Μας γύρισες πολλά χρόνια πριν…Λέγαμε τον εθνικό μας ύμνο και ψέλναμε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας μας ….και να σου τα δάκρυα ποτάμι. Ο Θεός να σε ευλογεί γιατί το αξίζεις. Φιλιά από Αθήνα

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

exportsgr.com - Online B2B έκθεση Ελληνικών Προϊόντων

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music