«Λεκτικό bullying νιόπαντρου ζεύγους», γράφει η Λένα Μαυρουδή-Μούλιου

Η Μέλπω μαγειρεύει ένα ρόστο, σωστό ποίημα. Επιδιώκει μα και φιλοδοξεί να φτιάξει ένα φαγητό που ο σύζυγος να  την αποκαλέσει ‘’ποιήτρια της κατσαρόλας’’.

Το σπίτι μοσχοβολά μέχρι και δύο τετράγωνα πάρα κάτω.

Μπαίνει εκείνος στο σπίτι, τον υποδέχεται εκείνη όλο χαρά. Της είχε λείψει το μωρό της ένα ολόκληρο πρωινόμεσήμερο και όλο αγωνία περιμένει να    της σχολιάσει κατ’ αρχάς τις θεσπέσιες οσμές που φτάνουν από κουζίνα μεριά, κατακλύζοντας όλο το σπίτι, και σαν συνέχεια αυτού, περιμένει τα γλυκόλογά του που εκείνος ξέρει πόσο πολύ της αρέσουν.

Μα εκείνος τίποτα δεν λέει από τα αναμενόμενα, μόνο ερωτά:

-Τι θα φάμε σήμερα γυναίκα;

Η πρώτη σφαλιάρα.

Μα πώς είναι δυνατόν να ρωτάει κάτι τέτοιο τη στιγμή που η ατμόσφαιρα δονείται γράφοντας με χρυσά νοερά γράμματα ‘’ρόστο’’;

Η Μέλπω βέβαια το πιάνει το απαξιωτικό φέρσιμο του νιόπαντρου συζύγου της, μα με μια ψυχρή θα λέγαμε απογοήτευση απαντά:

-Ρόστο σού είπα, δεν το άκουσες αγάπη μου;

-Τι λες; Ρόστο; Όταν η μακαρίτισσα η μάνα μαγείρευε αυτό το Κυριακάτικο ως επί το πλείστον φαγητό, μοσχοβολούσε η συνοικία όλη.  Να φανταστείς ένας θειος μου που καθόταν στην πάρα πάνω γειτονιά, στην πάρα πάνω ρούγα, το οσμιζόταν και κατέφθανε στο σπίτι μας ξελιγωμένος, να το γευτεί.

-Ναι, ε; Εμένα, η Θεία Καλλιόπη που μένει στα όρια Βύρωνα με Καισαριανή, μού τηλεφώνησε πριν λίγο και μού ζήτησε η καλή μου να της  φυλάξω μία ‘’μυρωδιά’’ και το  απόγευμα θα περάσει να το πάρει, όχι για τίποτα άλλο, αλλά για να θυμηθεί που και εκείνη  το ‘φτιαχνε στον καημένο   τον Κωστή της στα νιάτα τους, γιατί μετά, ο γιατρός είπε να το ξεχάσουν και το ξέχασαν. Μέχρι μόλις πριν λίγο το θυμήθηκε ξανά που ένιωσε τη μυρουδιά του.

-Λίτσα, πιάσε και μια μπύρα, όχι απ’ αυτές βέβαια τις χωρίς αλκοόλ που παίρνεις για σένα, ε;

-Παγωμένη είπα ρε συ Λίτσα, αυτή είναι κατουρλιό.

-Παύλο μου, στο ψυγείο μας τα παράπονα σου. Σ’ αυτόν τον βαθμό  κλίμακας δύναται να ψύξει.

-Α ρε τις μπυρίτσες της μακαρίτισσας πόσο πολύ τις νοσταλγώ. ’’Πιες αγόρι μου μια παγωμένη μπυρίτσα να στανιάρεις’’, μου έλεγε η καημένη και όντως δεν ήταν απλά μια μπύρα παγωμένη, αλλά σκέτη αμβροσία και με ψυγείο αρχαίο, του πάγου ε;

-Τι να σου πω Παύλο μου. Τα παράπονά  σου στον ΦΙΞ, στην ΑΜΣΤΕΛ. Πες ΠΟΙΑ ΜΑΡΚΑ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΨΩΝΙΖΩ ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΩ.

-Δεν φταίει η φίρμα Λίτσα μου.

-Αλλά τι φταίει καλέ μου;

-Ο τρόπος που την ψύχει κανείς.

-Δηλαδή, η μητέρα σου είχε και ένα PHD στο πάγωμα της μπύρας, ενώ εγώ η έρμη είμαι του Δημοτικού, ας πούμε;

-Χα, χα, χαααααα! Κοίτα που το’ πιασε η Λίτσα μου. Να σου πω τη μαύρη μου αλήθεια, δεν περίμενα ότι θα καταλάβαινες ότι ΑΥΤΟ ακριβώς εννοούσα. Δεν σου το είπα για να μην νιώσεις προσβεβλημένη. Να όμως που το είπες από μόνη σου, καλό κορίτσι… Ψωμάκι δεν πήρες σήμερα;

-Και αυτό στο καλαθάκι μπροστά σου σαν τι να ‘ναι Παύλο μου; ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΕΣΠΑΝΙ;

-Καλά τώρα, εξυπνάδες… Ομιλώ για φρέσκο ψωμάκι και όχι χθεσινή μπαγιατούρα, που τέτοια φαντάζει ότι είναι, ακόμη και δια γυμνού οφθαλμού.

-Μόλις χθεσινό είναι παράξενε τύπε. Είπα να μην το  πετάξω κάνοντας και λίγη οικονομία. Το ζέστανα λίγο στο φούρνο μας και είναι πιο φρέσκο και από σημερινό. Αν το θέλεις να ‘ναι της ώρας, να το πω στον κυρ’ Ηλία τον αρτοποιό μας, να σου έχει κάθε μεσημέρι ειδική παραγγελία, να το παίρνεις καθώς έρχεσαι  από το γραφείο σου.

-Αχ μωρό μου τα πάντα είναι θέμα τεχνικής. Αν ζούσε η μάνα, θα σου έδειχνε πώς να πετυχαίνεις ορισμένα πράγματα.

-Ενώ η δικιά μου η μάνα ντιπ ντουβάρι, ε;

-Είπα εγώ κάτι τέτοιο; Μόνη σου τα λες.Μα γιατί δεν τρως; ΔΕΝ ΣΟΥ ΑΡΕΣΕΙ ΤΟ ΦΑΓΗΤΟ; ΗΠΙΤΣΑΡΙΑ ΔΙΠΛΑ ΕΙΝΑΙ. ΝΑ ΠΑΡΑΓΓΕΙΛΩ ΚΑΤΙ ΓΙΑ ΣΕΝΑ;

-Φάε εσύ Παύλο μου,  εμένα σαν να μου κόπηκε η όρεξη.

-Τα είδες; ΚΑΙ μετά ΕΓΩ είμαι ο παράξενος. Αν είναι να μαγειρεύεις και να τρώω υποχρεωτικά το φαγητό σου μόνος μου, πες μου το, να τρώω στην ταβέρνα, λιγότερο θα μας στοιχίζει. ΤΟΣΟ ΦΑΓΗΤΟ ΠΟΥ ΕΦΤΙΑΞΕΣ ΤΙ ΘΑ ΤΟ ΚΑΝΟΥΜΕ, ΜΟΥ ΛΕΣ; ΚΑΙ ΜΕ ΤΕΤΟΙΑ ΚΡΙΣΗ ΠΟΥ ΠΕΡΝΑ Ο ΕΛΛΗΝΑΣ; Θα πέσει φωτιά να μας κάψει, που λένε…

-Μην το ‘χεις έγνοια αγάπη μου. Θα το φάω όλο εγώ, θα έχω να τρώω για τρεις ημέρες. Για σένα θα φτιάξω κάτι άλλο που να σου αρέσει…

-Μα και τούτο τρώγεται δε λέω. Να, μόνον που ορισμένες συγκρίσεις και να θέλεις, δεν μπορείς να τις αποφύγεις. Πειράζει;

-Ω, μα τι λες τώρα; ΓΙΑΤΙ να πειράζει; Άλλωστε το τακτ, ή το ‘χει κανείς ή δεν το ‘χει. Είναι βέβαια και θέμα παιδείας αλλά πιο πολύ είναι θέμα χαρακτήρα. Αδύνατον να το  επιβάλεις σε κάποιον. Και όπως καταλαβαίνεις, ΑΝ καταλαβαίνεις, μια τακτοπενία την έχουμε σε τούτο το σπιτικό!…

-Ελπίζω να μην υπονοείς ΕΜΕΝΑ μέσα ΣΕ ΤΟΥΤΟ ΤΟΝ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟ  ΣΟΥ, Ε;

-Ω, μα τι λες πυλώνα του οίκου μας και κουβαλητή μου. Εσύ πενία στο τακτ; Αν σε ήξερε ο Ζαμπούνης θα σου έβγαζε το καπέλο.

-Ναι το ξέρω, μου το έλεγε και η μάνα μου.

-Να σε ρωτήσω κάτι αγάπη μου. Από ετυμολογία λέξεων είσαι δυνατός; Επειδή ελόγου μου βαριέμαι να ανοίγω Λεξικά, (όχι μη μου πεις για google δεν του έχω και απόλυτη εμπιστοσύνη), ΜΕΤΡΙΟΠΑΘΕΙΑ, ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΚΡΙΒΩΣ;

-Θα αστειεύεσαι βέβαια, ε; Και για να είμαι πιο παραστατικός θα σου πω, ΜΕΤΡΙΟΠΑΘΕΙΑ σημαίνει Παύλος Παύλου, δηλαδή ο υποφαινόμενος αυτοπροσώπως.

-Αμ το βλέπω, δεν το βλέπω θαρρείς; Αυτή σου η αρετή ήταν που με έκανε να σε αγαπήσω. Μέρα την ημέρα το εμπεδώνω όλο και περισσότερο, σε σημείο που άλλο δεν το αντέχω πια.

-Που σημαίνει Τι, Λίτσα μου; Γιατί εσύ τώρα, κάπου το πηγαίνεις.

-Εγώ το πηγαίνω; Μόνο του πηγαίνει παγώνι μου. Σε σημείο που αναρωτιέμαι, ‘’μα καλά, τόσο πολύ στραβώνει ο έρωτας ρε συ Λίτσα;’’ Και επειδή εγώ τη Λίτσα ΜΟΥ την σέβομαι και δεν την φουσκώνω με ψέματα της απαντώ: ’’ΌΧΙ, στραβή δεν ήμουνα ρε συ, ερωτευμένη ΗΜΟΥΝΑ, που το μαύρο το έβλεπα για γκρι και το κρεμ για άσπρο. Το ‘πιασες καλέ μου;

-Να σου πω την αλήθεια, όχι ακριβώς, παρ’ ότι τα λόγια σου ποτέ δεν έχουν ειδικό βάρος και βάθος… Ίσως γιατί παράφαγα σήμερα. Να που το φαγητό σου τρωγόταν ρε γυναίκα. Πώς είπαμε πως το έλεγαν τελικά;

-Να σου πω Παύλο Παύλου, θα την ξέρεις την Ελληνική παροιμία που λέει: ’’Η καλή η μέρα από το πρωί φαίνεται’’, αν και στην Ελλάδα κάτι τέτοιο δεν ισχύει με τον καιρό και απορώ γιατί τη λένε. Πάντως επειδή είθισται να παρομοιάζουμε ορισμένα πράγματα που λίγες αλήθειες όσο να ‘ναι τις κρύβουν, να σου πω τούτο: Προτού τα πρωινά που έλεγα χειροτερέψουν και γίνουν εφιάλτες, εγώ παίρνω  το κουβαδάκι μου και την κάνω για άλλη παραλία. Εγώ σου πέφτω λίγη. Εσένα σου αξίζει μια κοπέλα  του δικού σου επιπέδου, για να μην αλλάξει γνώμη και ο Ζαμπούνης για  το άτομό σου.

Άντε γεια. Ίσως σε κανένα σου όνειρο φανεί η μάνα σου και σου τα πει έξω από τα δόντια, πράγμα που κακώς δεν έκανε όσο ζούσε η καημένη, Θεός σχωρέστην!…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Πρόσφατα σχόλια

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music