«Κοντή μνήμη», γράφει η Λένα Μαυρουδή-Μούλιου

ΤΟ τετράδιο με τις διηγήσεις του Ευθύμη, έπαιρνε μέρα με τη μέρα μορφή βιβλίου. Τελικά, το μυαλό τ’ ανθρώπου αυτού, συνεχώς γεννούσε ιδέες, τις υλοποιούσε γράφοντά τις και μέσω αυτών υλοποιούσε όσα από παιδί είχε οραματιστεί και  φαίνεται βρίσκονταν εν υπνώσει στο μυαλό και την καρδιά του.

Πέστε μας τώρα. Βρίσκετε να υπάρχει κάτι καλύτερο από το να είσαι συνταξιούχος και να δημιουργείς αριστουργήματα είτε στο χώρο της κοσμετολογίας, είτε σ’ αυτόν της λογοτεχνίας; Και το κυριότερο, τα επιτεύγματά σου να αναγνωρίζονται επισήμως, να επιβραβεύονται, να θαυμάζονται, να ξεχωρίζουν και να τιμούν την ίδια σου την Πατρίδα;

Όσο βρισκόταν στον χώρο του Φαρμακείου και πολύ μετά αφού έκλεινε το κατάστημα με αυτόν απορροφημένο με τις αναλύσεις των βοτάνων του, ήταν  και ο ίδιος ΜΕΡΟΣ των δρώμενων στον χώρο αυτόν. Όταν όμως γύριζε στο σπίτι του και την επιλεγμένη μοναξιά του, συνέχιζε την δραστηριότητά του από άλλο μετερίζι, γράφοντας και εξιστορώντας γεγονότα που ελάμβαναν χώρα στο Φαρμακείο, που κατά την γνώμη του είχαν κάποια αξία να ειπωθούν. Αυτά έδιναν το υλικό για το βιβλίο του που σιγά σιγά έπαιρνε μορφή.

Άρχισε δειλά δειλά να κάνει παρουσιάσεις των ιστοριών που έπλαθε, με ακροατές τους θαμώνες του Φαρμακείου, που όπως ξαναείπαμε το είχαν κάνει στέκι τους.

Φαρμακείο – Κοσμετολογία – Λογοτεχνία. Έννοιες δηλαδή που γλύκαιναν την πικρίλα και την αψάδα του κυρίως προϊόντος του χώρου αυτού χωρίς να του αφαιρούν κάτι από την χρησιμότητα εφ’ ής ετάχθη.

Στο σπίτι του λοιπόν το φως από το γραφείο του έσβηνε πάρα πολύ αργά, τις πρωινές περίπου ώρες.

’’Μια αιωνιότητα θα κοιμάμαι, ενώ τούτη η ζωή μας είναι τόσο μικρή, τόσο λίγη δεν μου φτάνει, πώς να το πω, ρε παιδί μου;’’ έλεγε ο Ευθύμης και ξεκινούσε την ημέρα του… εύθυμα και αισιόδοξα.

Και πια το Φαρμακείο έγινε μια όαση μέσα στην έρημο και την μουρτζουφλιά της καθημερινότητας πελατών και φίλων. Πώς λες χαρούμενα ‘’έχω ραντεβού με την αισθητικό μου’’ ελπίζοντας να σε κάνει ομορφότερη, έτσι και οι πελάτες έλεγαν  ‘’πάω στο ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ ΜΟΥ ΝΑ ΑΝΑΣΑΝΩ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ, ΟΜΟΡΦΙΑ, ΛΟΓΟΤΕΧΝΊΑ, ΑΝΑΤΑΣΗ ΨΥΧΗΣ». Δεν υπερβάλουμε. Αυτό συνέβαινε στον μαγικό αυτό χώρο, που και η θλίψη της αρρώστιας ξεχνιόταν ή απαλύνονταν, όσον χρόνο τουλάχιστον βρισκόσουν εκεί.

Αυτά, για να μην ξεχνιόμαστε από πού πήγαζαν οι ιστορίες του Φαρμακείου που έγραφε ο Ευθύμης.

«Που λέτε φίλοι μου, σε τούτον εδώ το χώρο, μέχρι πριν λίγο καιρό, μας έκανε τη τιμή να συχνάζει ο γνωστός σε όλους σας μουσικός τάδε. Δεν έλειψε ούτε μέρα, ούτε από τις πρωινές, ούτε από τις απογευματινές μας μαζώξεις, πώς αλλιώς να τις ονοματίσω, πέστε μου και θα το υιοθετήσω. Μας μιλούσε για μουσική με πάθος, όπως συμβαίνει με τους γεννημένους μουσικούς τους αληθινούς καλλιτέχνες. Κρεμόμαστε από τα χείλη του. Εβραίος. ΚΑΙ μίαν εφιαλτική Εποχή, τρόφιμος αυτός και η οικογένειά του, του Κολαστηρίου του Άουσβιτς, του εφιαλτικού βασιλείου της Γερμανικής θηριωδίας. Απόφευγε να μας περιγράψει τον εφιάλτη που έζησε από τους τωρινούς ‘’φίλους‘’ μας, ίσως γιατί δεν άντεχε να ανακαλεί στην μνήμη του τη φρίκη με τις διηγήσεις του.

   Το moto του ήταν: ‘’κοντή η μνήμη τ’ ανθρώπου και η μεγαθυμία του’’. Kαι συμπλήρωνε: ’’Πώς είναι δυνατόν να ξεχνάει τη φρίκη και να στέλνει τα παιδιά του να σπουδάσουν στην κόλαση που έζησαν οι παππούδες τους; Δεν πρόκειται ΠΟΤΕ να το καταλάβω αυτό το πράγμα. Παλάτι να μου έχτιζαν θα ένιωθα αποτροπιασμό και μόνο  στην σκέψη ότι τα θεμέλια του ήταν ποτισμένα από το αίμα εκατομμυρίων αθώων γυναικόπαιδων και οι γόνοι τους θα στοίχειωναν  τις μέρες και τις νύχτες μου. Πώς μπόρεσε αυτός ο Λαός να υπακούει και να επικροτεί  τα οράματα ενός θεόμουρλου που βρισκόταν σε οργασμική έξαψη, βγάζοντας πύρινους λόγους κατά της ανθρωπότητας, ονειρευόμενος μια παγκοσμοποίηση με αυτοκράτορα τον ίδιο; (Βλέπετε, αποφεύγω επιμελώς να χρησιμοποιήσω άλλη λέξη μη και παρεξηγηθώ).

Φίλοι μου είχα πάθος με το βιολί μα το μίσησα. Από τότε δεν το ξανάπιασα στα χέρια μου. Με υποχρέωναν να παίζω Μότσαρτ και Μπετόβεν την ώρα που οδηγούσαν γυναικόπαιδα στους θαλάμους των αερίων. Με μίσησα. Μίσησα τους θεούς μου της μουσικής. Απορία μου και τότε και πάντα: Πώς αυτή η γη που γέννησε τέτοιες θεότητες, γέννησε και τέτοιους διαβόλους; Ίσως για να επαληθευτεί το ρηθέν δια των προφητών ότι το ΚΑΚΟ συνυπάρχει με το ΚΑΛΟ, τι άλλο να πω;

Και τώρα είναι ‘’φίλοι ‘’μας, και μικρή σημασία έχει που διαφεντεύουν τη ζωή μας με τον Μαμωνά στη θέση του τρελάρα προγόνου τους. Και για τον επιούσιο πηγαίνουμε και δουλεύουμε ΕΚΕΙ. Και στέλνουμε τα παιδιά  μας να σπουδάσουν ΕΚΕΙ. Kαι ο πολιτικοί μας κλαρίνο ΕΚΕΙ.

Μα είναι τρελό.

Γι’ αυτό λέω ότι ο άνθρωπος έχει πολύ κοντή μνήμη».

Αυτά έλεγε ο γέρο-μουσικός και τα λόγια του ζωντάνευαν όσα και εμείς είχαμε παλιά δει στα επίκαιρα του σινεμά και αργότερα στα έργα και τα ντοκιμαντέρ της T.V. καθώς και στα πολλά βιβλία που είχαμε διαβάσει.

Τα μάτια τα θολά του δεν τα είδαμε ποτέ γελαστά. Πάντα θλιμμένα,  έβλεπαν εικόνες που εμείς δεν μπορούσαμε να δούμε. Άλλο να σου τα διηγούνται και άλλο να τα έχεις στο πετσί σου ζήσει. Τεράστια η διαφορά. Και μη μας πει κανείς «μα έτσι ήταν πάντα αφού it takes all kinds of people to make up the world», γιατί τόσο το ζωικό βασίλειο όσο και το φυτικό, διέπονται από συγκεκριμένους κανόνες. Όταν ξεφεύγεις από τους νόμους αυτούς, γραφτούς και άγραφτους, παύεις να ανήκεις στο φυσιολογικό και γίνεσαι ένα περιθωριακό κτήνος με βαθιά ριζωμένο στο DNA σου το ΚΑΚΟ, που το μεταβιβάζεις θες δεν θες στους  απογόνους σου.

Πόσο δίκιο είχε ο γέροντας σε ό,τι μας έλεγε και που και αυτόν  τον χάσαμε ξαφνικά.

‘’Να δεις που τελικά θα πρέπει να προσλάβουμε κανέναν ερευνητή που θα αναλάβει επαγγελματικά και με επιτυχία ελπίζω, την ανεύρεση των εξαφανισμένων μας φίλων. Σοβαρά, το σκέπτομαι στ’ αλήθεια. Τι στην ευχή,  για ανθρώπους ψάχνουμε και όχι για ψύλλους στα άχυρα!!!…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music