«Ιτιά και Μουριά», γράφει η Λένα Μαυρουδή-Μούλιου

-Μη με παρεξηγήσεις καλή μου Ιτιά μα καιρό θέλω να σου την κάνω την καυτή μου ερώτηση και πολύ το φοβόμουν. Τόσον καιρό που μεγαλώσαμε δίπλα δίπλα στην φιλόξενη όχθη του ποταμού, έχουμε γίνει φίλες μα δεν έχω καταλάβει μα την αλήθεια, γιατί κλαις. Περνάει βέβαια μια σκέψη από το μυαλό μου γιατί κι εγώ τα ίδια πάνω κάτω σκέπτομαι και μη κοιτάς που δεν κλαίω, είμαι πιο ρεαλίστρια από σένα, ίσως γι’ αυτό.

Ρωτώ λοιπόν: Κλαις γιατί είσαι συνεχώς στο ίδιο μέρος, με τα φύλλα σου πότε να πέφτουν και να σ’ αφήνουν θεόγυμνη και πότε να σε στολίζουν ασπροπράσινα και γυαλιστερά;

Κλαις γιατί είσαι ριζωμένη σ’ αυτήν την  όχθη του ποταμού, που και αυτό πότε έχει μπόλικο νεράκι και πότε ξεραίνεται και δεν το πιστεύει κανείς ότι τον χειμώνα ξεχείλισε, σε σημείο να πληγεί το κοπάδι που ξεχειμώνιαζε στα στεγνά, καθώς κοιμόταν, με μόνο τον βοσκό να γλυτώνει την τελευταία στιγμή από βέβαιο πνιγμό κι αυτός; Μη μου πεις ότι δεν τ’ άκουσες τούτα τα κακά μαντάτα;

Και πες ότι μπορούσες να φύγεις από τις ρίζες σου, πού θα πήγαινες νομίζεις; Πάλι σε κανένα παρόμοιο αμμουδερό και υγρό τοπίο θα βρισκόσουν. Τα ίδια και τα ίδια θα έβλεπες και θα άκουγες τις ίδιες ιστορίες να διηγούνται οι γειτόνισσές σου οι καλαμιές στις άλλες Ιτιές τις αδερφάδες σου.

Όσο για ελόγου μου, μπορεί να μην κλαίω αλλά δεν σου κρύβω ότι βρίσκομαι σε μεγάλη αναστάτωση. Έμαθα και μη με ρωτάς από πού, γιατί αφ’ ενός δεν ξέρω αν επιτρέπεται να κοινοποιήσω πράγματα που μου εμπιστεύτηκαν και αφ’ ετέρου δεν έχει καμιά απολύτως σημασία, ότι οι κάτοικοι της γύρω μας περιοχής μαζεύουν υπογραφές να τις πάνε στο Δασαρχείο διαμαρτυρόμενοι, λέει, για τους ρύπους που αφήνουν τα κατάμαυρα ζουμερά μου μούρα έτσι καθώς τα πατούν άτσαλα και απρόσεκτα  άνθρωποι  και ζωντανά και λερώνουν τον τόπο. Θα ζητήσουν, άκουσον άκουσον, την αποψίλωση της περιοχής από την οικογένεια και όλο μου το σόι, για να ησυχάσουν μια και καλή, καταλαβαίνεις τι σου λέω; Γενοκτονία σκέτη. Και στη θέση μας θα φυτέψουν δέντρα και φυτά καλλωπιστικά να μην αμαυρώνουν το τοπίο.

Πες μου λοιπόν, εσύ αν ήσουν στη θέση μου τι θα έκανες; Εδώ εσύ κλαις για άλλα και για άλλα ασήμαντα πράγματα, για κάτι το τόσο υπαρξιακό θα θρηνούσες φαντάζομαι δεν θα μυξόκλαιγες απλά. Με βλέπεις εγώ να κάνω κάτι τέτοιο; Το φιλοσόφησα ξέρεις το πράγμα. Είπα, καθένας με τη μοίρα του και το ριζικό του. Και ύστερα, πού ξέρεις; Μπορεί και τίποτα να μη γίνει από αυτά που σαν φήμες ακούστηκαν, γιατί να καθίσω και να οδύρομαι για το αν, το πότε και το πώς;

Γι’ αυτό σου λέω καλή μου, απόλαυσε την Άνοιξη κατά πώς της αξίζει, γιατί μη σου πω πως και η ίδια θα απορεί με την αχαριστία σου. Και φοβάμαι μην τα πάρει στο κρανίο και μπουρινιάσει ρίχνοντας κανένα χαλαζόνερο που θα μας πάρει και θα μας σηκώσει όλους, αθώους και ένοχους. Άνοιξη είναι αυτή και αν κάτι απεχθάνεται είναι η μουρτζουφλιά και το σιγόκλαμα το υπόκωφο και αναβλύζον από το πουθενά και για το τίποτα. Περάσαμε έναν τόσο άγριο χειμώνα, τόσες φορές πλημύρισε το ποτάμι, είπαμε δεν θα ξαναδούμε ήλιο και μπλε του ουρανού, που ήταν συνεχώς ντυμένος κάτασπρα σαν νεκρός και αστραποβρόντι που χάλαγε την οικουμένη. Τότε λοιπόν που θα ‘χες όλα τα δίκια του κόσμου να μαυρίσεις στο κλάμα, εσύ ΚΥΡΙΑ, τσιμουδιά. Δεν μπορώ ρε πούστη μου να σε καταλάβω. Ανάποδος χαρακτήρας είσαι φιλενάδα μου και παραδέξου το.

-Ξέρεις κι εσύ κάτι; Βαρέθηκα τις νουθεσίες σου και τις επικρίσεις σου. Μα να μην βγαίνει καλή κουβέντα από το στοματάκι σου βρε παιδί μου; Δεν με αφήνεις λέω εγώ μόνη μου στο κλάμα μου ναι, που στο κάτω κάτω κανέναν δεν βλάπτει. Το αντίθετο, έγινε και αφορμή να μου γράψουν όμορφο  αθάνατο τραγούδι. Υμνήθηκε ρε το κλάμα μου. Έχεις δει πολλά από δαύτα να τα υμνούν σαν το δικό μου; Λεβέντικη μουσική. Για εσένα κυρία συμβουλάτορα έχει μια νότα γραφτεί, όχι πες μου;

-Καλά είσαι και τελείως άσχετη όσο και ανιστόρητη. Βρε, εγώ και όλο μου το σόι, δώσαμε το δοξασμένο μας όνομα σε ολόκληρη πανώρια περιοχή της Χώρας, λίγο παραλλαγμένο βέβαια, αλλά ψιλά γράμματα, τι να λέμε τώρα… Μωριάς μωρέ ΚΑΙ Γέρος του Μωριά, δοξασμένα ονόματα. Εσύ, πέρα από ένα τραγούδι, έστω και λεβέντικο όπως το αποκαλείς το ΤΣΑΜΙΚΟ, τι έχεις να επιδείξεις; «Ιτιά Ιτιά Λουλουδιασμένηηηηη…»

-Αναφορά στην ΕΛΗΝΙΚΗ ΛΕΒΕΝΤΙΑ, αυτό έχω να επιδείξω, πέρα από την ομορφιά μου. Αλλά εγώ, δεν επαίρομαι σαν ελόγου σου. Έπαρση μια φορά και η δικιά σου! Να σε δω όταν σε πριονίσουν για καυσόξυλα τι θα λες;

Είδες ποτέ ή άκουσες να κάνουν  οι άνθρωποι κάτι παρόμοιο στην οικογένειά μου; Να γιατί σε έπιασε και καλά η συμπόνια και η έγνοια για το κλάμα μου. Όμως το αντιπαρέρχομαι και απλά σε ρωτώ γιατί ζηλεύεις; Μη και η μοίρα η δική σου είναι καλύτερη; Όλα τα δέντρα τον ίδιο καημό δεν κουβαλάμε; Λέω εγώ τώρα , γιατί αν θες να ξέρεις και αυτό ακόμη είναι ανθρώπινη άποψη και      όχι δική μας. Καθ’ ένα είδος εφ’ ώ ετάχθη και ας μη συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα και υπάρξεις.

-Και αφού είσαι τόσο πολύ φιλοσοφημένη και προσγειωμένη, και εδώ κυριολεκτώ, τι έχεις που ο διάβολος να σε πάρει και όλο κλαις; Και ξανάρχομαι στην αρχική μου ερώτηση. ΤΙ έχεις ΚΑΙ ΚΛΑΙΣ;

-Μα δεν κλαίω. Επειδή γέρνουν τα κλαδιά μου; Και τι τα πέρασες τα κλαδιά, ανθρώπινους ώμους που είναι σκυφτοί όταν δακρύζουν οι φέροντες ή όταν πονούν; Σύγκριση με τον άνθρωπο κάνουμε; Δεν παίρνεις και από λόγια βλέπω. Και να πεις ότι δεν σου εξήγησα; Μα εσύ το βιολί σου, το παρατσούκλι που μου κόλλησες ‘’η κλαίουσα Ιτιά και η κλαίουσα Ιτιά‘’. Και γιατί δεν το παίρνουμε και αλλιώς. Γιατί και καλά να γέρνουν τα κλαδιά μου  από λύπη και όχι από  το βάρος μιας ανείπωτης ευτυχίας, ας πούμε; Έχει ξέρεις ΚΑΙ η ευτυχία το δικό της βάρος.

Το έμαθες και αυτό λοιπόν Μουριά μου και από μεριά σου πάψε να σκορπάς λεκέδες πετώντας  άτσαλα τους ωραίους σου καρπούς δεξιά και αριστερά γιατί οι ίδιοι οι άνθρωποι που εκτιμάς τόσο, θα σου δείξουν ότι  ούτε συμπόνια έχουν όταν σε ξεριζώνουν αλύπητα. Άκου με που  σου λέω κι εγώ.

Και τώρα άντε καλή σου νύχτα. Κλείνουν τα μάτια μου από τη  νύστα. Έχω πολύ πρωί να ξυπνήσω, γιατί μου αρέσει το καλωσόρισμα της αυγής, όταν ο ήλιος σκορπά τα μαλάματά του στα νερά του ποταμού μας. Και συγκράτησε αυτό που σού είπα. Οι ετικέτες δεν μας ταιριάζουν. Μας  τις καρφίτσωσαν  οι άνθρωποι για να μην μπερδεύονται. Καθαρά δικό τους και μόνο θέμα το πώς θα μας αποκαλούν.  Όχι δικό μας.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Πρόσφατα σχόλια

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music