«Ιστορίες καθημερινών ανθρώπων», ένα αφήγημα της Κωνσταντίνας Βαληράκη

ΑΦΗΓΗΤΗΣ (Γείτονας –Κυρ Σταύρος)

Το σπίτι της κυρά-Αγγελικής δίπλα στο δικό μας. Η Άννα,  γυναίκα μου, τα πήγαινε πάντα καλά μαζί της. Μαζί μεγαλώσαν τα παιδιά μας. Παίζανε, μάλωναν, κι ύστερα φίλιωναν. Ποτέ δεν μπαίναμε ανάμεσα τους. Παιδιά λέγαμε σε λίγο θα τα βρούνε και τα βρίσκανε. Α! και εμείς οι μεγάλοι ποτέ δεν ανταλλάξαμε κουβέντα.

Στα πενήντα της χήρεψε η κυρά Αγγελική. Έφυγε γρήγορα ο άνθρωπός της. Καλοκάγαθος ο κυρ-Βασίλης με το γλυκό χαμόγελο και την καλή κουβέντα κέρδιζε  τη συμπάθεια και αγάπη των όλων μας. Μα  και ο ίδιος παράπονο δεν είχε. Πρόσχαρος ήταν.

«Καλοδεχούμενα και τα καλά μα και τα άσχημα. Ο Θεός τα στέλνει», έλεγε, «για να μας δοκιμάσει».

Δυο  κόρες πάντρεψε με την Αγγελική. Τη Σοφία  που ήταν και η αδυναμία του και πήρε το όνομα της συγχωρεμένης της μάνας του και όλοι τη φωνάζαμε Σοφούλα  και την Ερμιόνη. Με φτώχειες και με στέρηση, καλά τα καταφέρανε. Τις μορφώσανε και τις αποκατάστησαν. Τις καμάρωσαν στα σπιτικά τους και είδανε εγγόνια και χαρές. Μάλαμα παιδί η Σοφούλα τους πρόσεχε και τους νοιαζότανε και ας είχε τόσες έννοιες στο σπιτικό της. Εκείνη η Ερμιόνη έμοιαζε πιότερο στη μάνα. Σκληροτράχηλη, γλωσσού και απαιτητική. Μάνα και κόρη ίδιες. Στο γινάτι και στις απαιτήσεις, στη ζήλεια και το θυμό. Κόντρες μεταξύ τους, μαλώματα  και με τη Σοφούλα, που έκανε το μεσάζοντα όταν μαλώνανε και ανάμεσά τους έμπαινε για να τους μαλακώσει το θυμό. Σκληρή η Αγγελική, δε σήκωνε ανταρσίες ούτε και τώρα που ήταν παντρεμένες. Το κουμάντο όλο δικό της.

Ήξερε τα πάντα και αμφισβητούσε κάθε άποψη διαφορετική από τη δική της. Συνηθισμένος ο διάλογος μεταξύ τους. Τις άκουγα συχνά και τις τρεις να λένε, να λένε… Μα δεν βαριούνται αυτές οι γυναίκες σκεπτόμουνα. Πρώτη και καλύτερη στο λόγο και στις παρατηρήσεις η κυρά-Αγγελική. Κάθε λίγο και λιγάκι η φωνή της τρύπωνε στο σπιτικό μας.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ: Τι ξέρετε εσείς από ανατροφές παιδιών και από νοικοκυριό; Όλα από εμένα έτοιμα τα ΄χατε. Για να σπουδάσετε και να κάνετε τώρα σε εμένα την αμόρφωτη τις σπουδαίες.

ΣΟΦΟΥΛΑ: Γιατί καλέ μητέρα, παράπονο το ‘χεις; Καλά είμαστε στα σπίτια μας και με τους άντρες μας καλά περνάμε.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ: Εμένα μου λες. Δεν βλέπω εγώ  τον προκομένο σου, πώς σου μιλάει και χάνεται με τις ώρες απ΄ το σπιτικό σας. Εκείνα τα παιδιά σου πότε τον βλέπουνε; Mήπως μου τα φέρνεις κι εμένα να τα δω που τ΄ αποθύμησα;

ΕΡΜΙΟΝΗ: Άρχισες πάλι τα παράπονα;

AΓΓΕΛΙΚΗ: Καλή είσαι και του λόγου σου. Μαζεμένα σου τα έχω. Κοίταξε να μαζευτείς, να κάνεις κανένα παιδί και ν΄ αφήσεις τις καριέρες και τα σούρτα–φέρτα. Πώς σε αντέχει αυτός ο άντρας σου; Άγιος άνθρωπος! Άλλη θα ‘πρεπε να ’χει.Να του κάνει παιδιά και να τον προσέχει.΄Οχι εσένα, που χάνεσαι στα συμβούλια και στα γραφεία. Μορφωμένες, σου λέει, και να τηγανίσουνε αβγό δεν ξέρουνε.

ΕΡΜΙΟΝΗ: Τον άνδρα μου να τον αφήσεις ήσυχο. Ξεχνάς και τα δικά σου. Μαύρη την έκανες τη ζωή του πατέρα μας με τη μουρμούρα σου. Θεός σχωρέστον. Κουβέντα δεν μπορούσε να σου πει. Μάλαμα άνθρωπος κι εσύ θεριό με τα κουμάντα και τις φωνές σου.

Ξέχνα τα πια αυτά τα κουμάντα σου. Κοίταξε το νοικοκυριό σου και άσε μας στην  ησυχία μας.

ΣΟΦΟΥΛΑ: Mη μιλάς βρε Ερμιόνη για τον πατέρα, ήσυχα θα ’ναι εκεί που βρίσκεται. Και εσύ καλέ μητέρα ησύχασε, σταμάτα πια να καταγίνεσαι με όλα.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ  (Θυμωμένα) Σαν τον πατέρα σου κι εσύ. Ζαρωμένη σε μια γωνιά, δειλή και φοβισμένη. Αχ και να ‘χα  σπουδάσει εγώ σαν κι εσένα θα ‘βλεπες τι θα ‘κανα. Τον κόσμο θα  γύριζα  πάνω κάτω.

ΕΡΜΙΟΝΗ (Σαρκαστικά) Ευτυχώς  που δεν σπούδασες και είναι ο κόσμος στη θέση του. Α, να μην το ξεχάσω. Τι σου ‘ρθε κι έπιασες το Δημήτρη προχθές και του ‘λεγες τάχα μου να με μαζέψει και να με στρώσει στο νοικοκυριό. Σταμάτα  τα κουμάντα και άσε μας ήσυχους επιτέλους.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ Τι παιδιά έχω εγώ; Βαλθήκατε να με πεθάνετε πριν της ώρας μου. Nα μου ανεβάζετε την πίεση, να τρέχω στους γιατρούς με την αδιαφορία σας και τα πείσματά σας.

ΣΟΦΟΥΛΑ:Καλέ μητέρα μην παραπονιέσαι, αφού το ξέρεις ότι σε αγαπάμε και σε νοιαζόμαστε, αλλά μεγαλώσαμε κι εσύ φαίνεται δεν θέλεις να το παραδεχθείς. Είναι που είχες μάθει και αλλιώς. Αλλά αλλιώς είναι και η ζωή όλων μας τώρα.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ: Άσε τα κηρύγματα και κοίταξε να μου φέρεις τα παιδιά που τ’ αποθύμησα… Δεν φαντάζομαι να τους λες τίποτε κακό για εμένα, ότι είμαι παράξενη γριά, να μη με θέλουν.

ΣΟΦΟΥΛΑ:  Τι είναι αυτά που λες. Τα παιδιά έχουν τα μαθήματα τους. Τρέχουν όλη ημέρα. Σχολεία. Φροντιστήρια. Ξένες γλώσσες.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ: Άστα αυτά… Αν ήθελες εσύ κάθε μέρα κοντά μου θα τα είχα και να ‘σαι σίγουρη καλύτερα θα τα μεγάλωνα από εσένα.

Όλο σε μουσεία και σε θέατρα τα τραβολογάς, θα τα τρελάνεις τα κακόμοιρα. Φέρτα σε εμένα, να τα καθοδηγήσω όπως πρέπει.

ΕΡΜΙΟΝΗ: Χα! Χα! Παιδαγωγός να σου πετύχει. Όσο δεν τρέλανες εμάς, να τρελάνεις τα ανίψια μου.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ: Εσύ κοίταξε να κάνεις κανένα παιδί, πριν σε πάρουν τα χρόνια και άσε τις θεωρίες.

ΕΡΜΙΟΝΗ: Δεν ξέρω πότε και αν θα κάνω παιδί και αφού τον άνδρα μου δεν τον νοιάζει, εσύ να μην ανακατεύεσαι.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ: Μμμ! Μορφωμένες σου λέει. Μόνο για δουλειά και καλοπέραση. Να τα βράσω τα πτυχία σας. Με συγχύσατε πάλι. Τέλος πάντων. Την Κυριακή λέω  να σας μαγειρέψω. Να ‘λθετε όμως, μη μ΄ αφήσετε όπως προ ημερών μόνη με τα μαγειρευτά. Έφτιαξα τόσα πράγματα για χάρη σας κι εσείς τάχα μου δεν μπορέσατε να ‘ρθείτε. Καθόμουν και τα κοίταζα, θύμωνα και μου ερχόταν να κλαίω με τη συμπεριφορά σας. Καθόλου δεν με υπολογίζετε και δεν…

Γκουχ, γκουχ, γκουχ (στο σημείο αυτό βήχας δυνατός κόβει την τελευταία φράση της Αγγελικής)

ΣΟΦΟΥΛΑ: Tι συμβαίνει μητέρα μου, τι έπαθες;

EΡΜΙΟΝΗ: Πάλι με ανοιχτά παράθυρα κοιμήθηκες; Πόσες φορές σου το έχω πει δεν είσαι πια  νέα, πρόσεχε την υγεία σου. Δεν καταλαβαίνεις ότι δεν έχουμε καιρό να τρέχουμε στα νοσοκομεία;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ: Είπα κι εγώ ότι με νοιάζεσαι. Να  μην τρέχεις για χάρη μου μόνο φοβάσαι. Άσε που με θεωρείς και γριά.

ΣΟΦΟΥΛΑ: Σε πειράζει η Ερμιόνη και εσύ πιστεύεις ό,τι λέει.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ: Εμένα μου λες…

ΚΥΡ–ΣΤΑΥΡΟΣ: Δεν χρειαζόταν να στήσουμε αυτί εγώ και η γυναίκα μου  κάθε φορά που βρίσκονταν και οι τρεις τους. Η συζήτησή τους κατέληγε σε καβγά.

Απαιτητική η Αγγελική με μόνιμο αντίπαλο στη συζήτηση την Ερμιόνη που δεν της χάριζε κουβέντα και τη Σοφούλα να ακούει και να προσπαθεί μάταια  να τους τα συμβιβάσει. Και ο καιρός περνούσε. Η αλήθεια είναι ότι  ήταν ιδιόρρυθμος άνθρωπος η  Αγγελική. Όμως τόσο εγώ όσο και η γυναίκα μου δεν την συνεριζόμασταν και είχαμε καταφέρει παραβλέποντας τις παραξενιές της να έχουμε καλή σχέση μαζί της.

Παράξενη μπορεί να ήταν η Αγγελική αλλά το φιλότιμο της περίσσευε. Νοικοκυρά και καλή μαγείρισσα. Το σπίτι της μοσχομύριζε από τις μαγειρικές της. Άσε την απλοχεριά της, να προσφέρει ό,τι καλούδια ετοίμαζε. Την είχαμε βέβαια και έννοια. Μοναχή της ήταν, μεγάλωνε και ας μην ήθελε να το παραδεχτεί. Παρέες πολλές δεν είχε και τα κορίτσια, είναι η αλήθεια, δεν έρχονταν να την επισκεφθούν πολύ συχνά. Γκρινιάρα ήταν αλλά όχι και πολύ άδικα. Όταν μεγαλώνουμε, είναι η αλήθεια, γινόμαστε όλο και πιο ευαίσθητοι, πολλές φορές και απαιτητικοί  με τα παιδιά μας. Δεν ξέρω τι μας συμβαίνει. Ανασφάλεια,  φόβος; Θέλουμε πάντως τους δικούς μας ανθρώπους κοντά μας…

Μια μέρα είδα τα παράθυρα της κλειστά. Την επομένη το ίδιο. Η γυναίκα μου έλεγε ότι δεν είχε καλό ένστικτο. Α! εσείς οι γυναίκες με τα ένστικτά σας, που δεν πέφτετε όμως ποτέ έξω.

Ένα πρωινό βλέπω την Αγγελική να βγαίνει από το σπίτι με μερικά πράγματα  πολύ καταβλημένη.

ΚΥΡ-ΣΤΑΥΡΟΣ: Τι έγινες κυρά-Αγγελική; Σε χάσαμε.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ: Γεια σου κυρ-Σταύρο. Η Ερμιόνη  δεν είναι καλά.

ΚΥΡ-ΣΤΑΥΡΟΣ: Τι έπαθε το κορίτσι;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ: Δεν ξέρω, κάτι ξαφνικό. Οι γιατροί εμένα δεν μου λένε τίποτα. Με βλέπουνε «μεγάλη» και αποφεύγουν να μου πούνε τι έχει το παιδί μου. Πάνε κ έρχονται, της κάνουν εξετάσεις αλλά δεν μιλούν. Τι περιμένεις, μέσα στην κούραση ήταν πάντα, τον εαυτό της ποτέ δεν τον νοιαζόταν. Ύστερα είμαι εγώ γκρινιάρα, που της το ‘λεγα να ξεκουράζεται. Μήπως ακούει και ποτέ; Όλη την ημέρα είμαι στο νοσοκομείο κοντά της. Εκείνος ο άνδρας της κοντεύει να διαλυθεί. Άνδρες σου λέει μετά. Ας μην είμαστε εμείς να σας παρηγορούμε και να σας συντρέχουμε και θα έβλεπα την κατάντια σας.

ΚΥΡ-ΣΤΑΥΡΟΣ (από μέσα του):…αχ βρε κυρ-Αγγελική ο τελευταίος λόγος πάντα δικός σου.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ (μονολογεί): έκλεισα το σπίτι μου, είπα στο Σταύρο και στην Άννα να έχουν το νου τους, πήρα πέντε  πράγματα και πήγα και εγκαταστάθηκα κοντά της. Δίπλα στο κρεβάτι της. Ακούς εκεί να λένε ότι θα πάρουνε  αποκλειστική, για να μη με κουράσουνε μεγάλη γυναίκα τάχα μου. Δεν είμαστε καλά. Κι εγώ τι κάνω που είμαι μάνα της; Θα την νοιαστεί και θα την περιποιηθεί περισσότερο εκείνη η «αποκλειστική»… πως τη λένε… από εμένα; Αυτό αποκλείεται να γίνει. Δεν σήκωσα κουβέντα, θα μας άκουγε όλο το νοσοκομείο. Ας μου πούνε εμένα πως να την προσέχω και τι να κάνω και δεν θα βρεθεί καλύτερη για περιποίηση. Αυτό φαίνεται  το κατάλαβαν γιατί τελικά το δέχτηκαν. Ας μπορούσαν να κάνουν και αλλιώς! Καθώς ήμουν δίπλα της και της κράταγα το χέρι κι αυτή ήταν βυθισμένη, σκεπτόμουν διάφορα.

Να, ότι η Ερμιόνη μου πάντα μ΄ έβλεπε αφ΄ υψηλού κι ας είναι και παιδί μου. Είμαι αγράμματη βλέπεις κι εκείνη μορφωμένη με τα πτυχία της. Ίσως  θα ντρεπόταν να με συστήσει στις παρέες της. Σίγουρα ποτέ δεν ένοιωσε πώς μεγάλωσα εγώ και πώς εκείνη και η αδελφή της. Πείνα και στέρηση εγώ, όλα τα καλά αυτές. Ο σχωρεμένος ο άνδρας μου ο Βασίλης  το ‘λεγε. «Αγγελική μου, έλεγε, ό,τι περάσαμε εμείς μην το περάσουν τα κορίτσια. Διπλοβάρδιες στη «ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗ» εκείνος, πλέξιμο εγώ. Τα κουτσοκαταφέραμε και τις μεγαλώσαμε και τις μορφώσαμε. Δεν λέω, τις καμάρωνα και τις καμαρώνω. Καλά κορίτσια γίνανε. Άλλα είναι που με εκνευρίζουνε. Με την καριέρα της η μία… Άκου δεν θέλει να κάνει παιδιά… Με τις ανασφάλειες της η άλλη και με τον προκομένο της να την έχει σούζα… Ααα, εμένα έπρεπε να είχε αυτός να τον κανόνιζα εγώ. Αλλά βρίσκουν βλέπεις και τα κάνουν κάτι τέτοιοι τύποι. Να μη μου μοιάσει καθόλου αυτό το κορίτσι. Σίγουρα από τον πατέρα της έχει πάρει. Έτσι δειλός ήταν κι εκείνος. Θεός σχωρέστον, εγώ ήμουν που τον στήριζα. Όλα κι όλα, τον Βασίλη τον σεβόμουν, αλλά το κουμάντο το είχα εγώ. Η γυναίκα διοικεί το σπίτι. Τελείωσε. Και μη μου πει κανείς το αντίθετο… Παράπονο δεν έχω κι εκείνος συμφωνούσε μαζί μου. Αλλά κι εγώ σπαθί άνθρωπος. Νοικοκυρά πρώτης. Παιδιά του έκανα, τίμια, η καλύτερη στη γειτονιά ήμουνα. Το ‘λεγε ο Βασίλης μου κ εγώ καμάρωνα. Θεός σχωρέστον, νωρίς τον έχασα… Εκείνος αναπαύτηκε κι εγώ μέσα στις σκοτούρες.

Να μην ξεχάσω να πάω κι εκείνο το πρόσφορο στην εκκλησία, να παρακαλέσω για το κορίτσι μου. Θεέ μου βοήθησέ το. Ούτε εκείνο μπορεί να καταλάβει πόσο πολύ το αγαπάω κι ας είναι και γλωσσούδικο. Κι αυτό και τη Σοφούλα μου, που δεν  μου μοιάζει στο τσαγανό.

ΚΥΡ –ΣΤΑΥΡΟΣ: Πέρασε καιρός που δεν είχαμε μάθει νέα από τη κυρά –Αγγελική και η αλήθεια είναι ότι ανησυχούσαμε. Μια μέρα ακούσαμε θόρυβο, πεταχτήκαμε έξω με την Άννα και τι να δούμε. Την κυρά-Αγγελική «αλά μπρατσέτα» με την Ερμιόνη να μπαίνουνε στο σπίτι της. Πίσω ο άνδρας της κουβαλούσε κάτι πράγματα. Χαρήκαμε και πήγαμε στο σπίτι τους να μάθουμε τι είχε συμβεί. Η Ερμιόνη είχε πράγματι σοβαρό πρόβλημα με την υγεία της. Οι γιατροί είπαν ότι έπρεπε οπωσδήποτε  να ξεκουρασθεί και η κυρά-Αγγελική με απερίγραπτη χαρά δήλωσε ότι θα αναλάμβανε την φροντίδα της μέχρι να αναρρώσει. Η Ερμιόνη της είχε ασυζητητί δεχθεί τη φροντίδα τής μάνας της. Θεέ μου τι χαρά ήταν αυτή. Σύντομα θα την έκανε περδίκι. Ήξερε αυτή καλύτερα από τους γιατρούς τι θα έκανε για το παιδί της… αιώνια Αγγελική. Αν μπορούσες να της φέρεις αντίρρηση, έτσι και της είχε καρφωθεί κάτι στο μυαλό της. Με σιγουριά μεγάλη ανακοίνωσε:

ΑΓΓΕΛΙΚΗ: Ξέρω εγώ πως θα συνέλθει το κορίτσι μου. Τη μάνα του χρειάζεται να το περιποιηθεί και να το κανακέψει. Με την αγάπη όλα γιατρεύονται.

ΚΥΡ-ΣΤΑΥΡΟΣ: Είχε συμβεί το απίστευτο. Καβγάδες πλέον δεν ξανακούσθηκαν στο σπίτι της κυρα-Αγγελικής. Εκείνη πια μεταμορφωμένη. Έτρεχε σαν κοριτσόπουλο χαρούμενη όλη την ημέρα να ικανοποιήσει ότι χρειαζόταν  η Ερμιόνη. Ακόμη και μουσική ακουγόταν από το σπίτι της, κάτι που δεν επέτρεπε παλαιότερα. Η Ερμιόνη συνερχόταν σιγά-σιγά και η Αγγελική λες κι είχε ξανανιώσει. Οι μυρωδιές από την κουζίνα της πολλαπλασιάστηκαν και συναγωνίζονταν τις μυρωδιές του κήπου της που είχε γίνει αγνώριστος από τη φρεσκάδα του. Αχ! βρε κυρά-Αγγελική πόσο πολύ άλλαξες.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ: Πρώτη φορά στη ζωή μου φοβήθηκα τόσο πολύ με την αρρώστια του παιδιού μου. Αυτός ο φόβος μού ‘λειωνε τα σωθικά και την καρδιά μου. Τις νύχτες παρακαλούσα την Παναγία να με λυπηθεί. Μάνα, σκεπτόμουνα,  κι αυτή σαν κι εμένα δεν μπορεί  θα με καταλάβει. Και με κατάλαβε και με λυπήθηκε. Και το παιδί  μου να το πάλι γερό και δυνατό και το αγκαλιάζω και λέω από μέσα μου «Ερμιόνη μου ούτε και η ίδια εγώ η μάνα σου καταλάβαινα πόσο πολύ σε αγαπούσα». Ε, άλλαξα κι εγώ λιγάκι τώρα. Τα παιδιά βλέπεις έχουν άλλες ιδέες από εμάς. Ίσως και να παραξενεύουμε λίγο μεγαλώνοντας και τα θέλουμε  δικά μας όλα. Έχουμε όμως και τα δίκια μας. Δύσκολα ήταν τα χρόνια μας και δύσκολη κι η λογική μας… Α, την Κυριακή θα μαγειρέψω ό,τι τους αρέσει. Θα τους κάνω εγώ ένα τραπέζι να το θυμούνται… Αλλοίμονό τους όμως και δεν έλθουν… Τις αγαπάω πολύ, δε λέω,  πρέπει όμως να ακούνε και τη μάνα τους… ξέρει αυτή.

ΚΥΡ-ΣΤΑΥΡΟΣ: Αιώνια  κυρά-Αγγελική.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ: Ναι το παραδέχομαι, είμαι λίγο ιδιότροπη και απαιτητική ίσως με τους γύρω μου. Τα παιδιά μου όμως πολύ τα αγαπάω. Κατάλαβα τώρα πια ότι έχουν και αυτά τα δίκια τους. Ίσως και να μεγάλωσα λιγάκι, μπορεί και να παραξένεψα. Έμαθα όμως να τα δέχομαι όπως είναι. Και σ΄ εκείνη τη φωνή μέσα μου που μου λέει να κάνω ότι εγώ θεωρώ σωστό, προσπαθώ τώρα να κλείνω τ΄ αυτιά μου. Την  ξεχνάω κοιτάζοντας τα όμορφα κορίτσια μου και αγκαλιάζοντας τα εγγόνια μου… Γιατί να το ξέρετε, είναι σωστό αυτό που λένε «τα παιδιά  των παιδιών μου   δυο φορές είναι παιδιά μου».

…Ά, μην ξεχάσω να σας το πω… Η  Ερμιόνη μου, είναι έγκυος

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Πρόσφατα σχόλια

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music