«Η όμορφη μηλιά», ένα παραμύθι της Λιάνας Μιχελάκη

Μια φορά κι έναν καιρό, πριν πολλά χρόνια, ήταν ένα όμορφο χωριό, χτισμένο στην καταπράσινη πλαγιά ενός βουνού. Το χωριό αυτό είχε μικρά και όμορφα σπιτάκια, χτισμένα από πέτρα, με όμορφα επίσης κεραμίδια. Πάνω στα κεραμίδια των σπιτιών κατοικούσαν γάτοι, με όμορφες φουντωτές ουρές και  μάτια λαμπερά, που έλαμπαν κάθε βράδυ μέσα στο πυκνό σκοτάδι.

Στο χωριό αυτό υπήρχαν επίσης πολύ όμορφα λουλούδια, με χρώματα εξωτικά, καθώς επίσης και πανέμορφες φουντωτές μηλιές, με κατακόκκινα, λαχταριστά μήλα. Οι μηλιές ήταν τόσες πολλές και φορτωμένες με τόσα πολλά μήλα, που σχεδόν έκρυβαν το χωριό και κανένας περαστικός από τα μέρη αυτά, τις πιο πολλές φορές, δεν μπορούσε να διακρίνει το χωριό.

Όλοι οι κάτοικοι επίσης αυτού του χωριού δούλευαν πολύ σκληρά, από την Ανατολή του ήλιου μέχρι τη Δύση του. Όταν με το καλό επέστρεφαν στο σπίτι τους, ήταν τόσο σκοτεινά, σαν ένα μαύρο πέπλο να είχε απλωθεί παντού και το μόνο, που μπορούσε να διακρίνει κανείς μέσα στο πυκνό σκοτάδι ήταν τα λαμπερά μάτια των γάτων, που κοίταζαν από τα ψηλά κεραμίδια. Όλοι οι κάτοικοι ακόμη αυτού του χωριού τρέφονταν αποκλειστικά με μήλα, φτιάχνοντας έτσι πεντανόστιμες πίτες, τις μηλόπιτες, καθώς επίσης κι ένα γλυκό κρασί, το μηλόκρασο.

Λίγα μέτρα έξω από το χωριό, στην κορυφή του βουνού, ζούσε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, όπου είχαν ένα πανέμορφο σπίτι με μία τεράστια αυλή… Μέσα στην αυλή υπήρχε μία λίμνη, στην οποία κολυμπούσαν στρουμπουλές πάπιες. Υπήρχε ακόμη ένας σκύλος, ο οποίος κοιμόταν συνήθως ολημερίς μέσα στο μικρό του σπιτάκι. Τέλος υπήρχε μία μηλιά, φορτωμένη με λαχταριστά, κατακόκκινα μήλα, την οποία το ηλικιωμένο ζευγάρι αγαπούσε και φρόντιζε καθημερινά. Έτσι λοιπόν την πότιζαν με νερό από το πηγάδι τους, της έκοβαν τα ξερά φύλλα και την κλάδευαν κάθε άνοιξη.

Το ηλικιωμένο αυτό ακόμη ζευγάρι, όταν δεν δούλευε στα χωράφια, μάζευε μήλα πολλά από τη μηλιά της αυλής. Έτσι λοιπόν ανέβαινε ο παππούς πάνω σε μία ψηλή, ξύλινη σκάλα, έκοβε τα μήλα και τα τοποθετούσε μέσα σε ένα μεγάλο, ψάθινο καλάθι, το οποίο κρατούσε ο σκύλος με το στόμα του. Όταν το καλάθι γέμιζε, το πήγαινε ο σκύλος στη γιαγιά μέσα στην κουζίνα. Η γιαγιά με τη σειρά της άδειαζε το καλάθι και το επέστρεφε στο σκύλο, που κι αυτός με τη δική του σειρά το πήγαινε στον παππού να το ξαναγεμίσει.

Έπειτα, όταν η γιαγιά συγκέντρωνε τα μήλα που ήθελε, τα έπλενε για αρκετή ώρα με νερό από το πηγάδι της αυλής, τα σκούπιζε και άρχιζε σιγά σιγά να τα ξεφλουδίζει. Όταν τα ξεφλούδιζε όλα, πήγαινε τα φλούδια έξω στην αυλή, για να ταΐσει τις στρουμπουλές της πάπιες, που κολυμπούσαν αμέριμνες μέσα στη λίμνη της αυλής. Μετά επέστρεφε στην κουζίνα κι έφτιαχνε με τα μήλα μία πεντανόστιμη μαρμελάδα, την οποία τοποθετούσε μέσα σε μικρά βαζάκια.

Την επόμενη ημέρα τα πήγαινε στην αγορά μαζί με τον παππού, για να τα πουλήσουν. Η μαρμελάδα της πράγματι ήταν πολύ νόστιμη και όλοι την προτιμούσαν, έτσι πουλούσαν όλα τα βαζάκια τους και επέστρεφαν με χαρά μεγάλη κατά το σούρουπο στο σπίτι τους.

-Σε ευχαριστούμε όμορφη μηλιά μας, γιατί χάρη στα κόκκινα και λαχταριστά μήλα σου, φτιάξαμε για άλλη μια φορά την καλύτερη μαρμελάδα και πουλήσαμε όλα τα βαζάκια, έλεγαν όλο ευγνωμοσύνη η γιαγιά και ο παππούς, χαϊδεύοντας με στοργή μεγάλη τον κορμό της μηλιάς.

Η μηλιά τότε όλο ικανοποίηση, έγνεφε κι αυτή με τη σειρά της όλα τα φυλλαράκια της, σαν να έκανε μια βαθιά υπόκλιση στο ηλικιωμένο ζευγάρι, που τόσο πολύ την αγαπούσε και τη φρόντιζε.

Κάποια μέρα όμως συνέβη κάτι πολύ παράξενο. Το ηλικιωμένο ζευγάρι, καθώς έφτιαχνε μαρμελάδα, για να την πουλήσει στην αγορά, έλαβε ένα γράμμα και μάλιστα από τη βασιλική αυλή της μεγάλης πολιτείας, που βρισκόταν πολύ μακριά, έξω από το χωριό. Θεώρησαν μάλιστα μεγάλη τους τιμή να λάβουν γράμμα από τον ίδιο το Βασιλιά και χωρίς να χάνουν χρόνο κάλεσαν ένα μικρό αγόρι από ένα σπίτι γειτονικό, προκειμένου να τους διαβάσει την επιστολή, αφού οι ίδιοι δεν γνώριζαν γράμματα.

Κάθισαν λοιπόν και οι τρεις κάτω από τη μηλιά, ο παππούς, η γιαγιά και το αγόρι και με παρέα το σκύλο, το γάτο και τις πάπιες, το αγόρι διάβασε πολύ προσεκτικά  τη βασιλική επιστολή, που έλεγε τα εξής:

«Καλοί μου χωρικοί, εγώ ο βασιλικός υπουργός, σας γράφω εκπροσωπώντας τον ίδιο το βασιλιά, γι’ αυτό το λόγο, διαβάζοντας το γράμμα μου είναι σαν να διαβάζετε και να ακούτε τα λόγια του ίδιου του βασιλιά μας. Κατ’ αρχήν όλη η βασιλική αυλή εύχεται να είσαστε καλά και να έχετε υγεία. Γνωρίζουμε επίσης πως μέσα στην αυλή σας έχετε μία πανέμορφη μηλιά και αυτός είναι και ο λόγος, που λαμβάνετε αυτήν την επιστολή. Η μικρότερη κόρη του Βασιλιά, κάνοντας λίγες μέρες πριν μία βόλτα με τη βασιλική άμαξα, διέκρινε μέσα από αυτήν την πανέμορφη μηλιά σας, η οποία άλλωστε στολίζει και την αυλή σας. Της άρεσε όμως τόσο πολύ και έτσι ζήτησε από το Βασιλιά και πατέρα της, ως μοναδικό δώρο για τα γενέθλια της, που είναι μετά από λίγες μέρες, τη μηλιά σας, με σκοπό να την φυτέψουν στη βασιλική αυλή. Της αρέσει αυτή η μηλιά τόσο πολύ, που τη θέλει δική της, για να τη βλέπει και καμαρώνει κάθε καινούρια ημέρα. Έτσι σας ενημερώνουμε πως πολύ σύντομα θα έρθουν οι κηπουροί του παλατιού να κόψουν τη μηλιά σας, γιατί η μικρή κόρη του Βασιλιά τη θέλει, όσο γίνεται πιο σύντομα. Είναι βέβαιο πως ο Βασιλιάς θα σας ανταμείψει με κάποια χρυσά φλουριά. Με τη βαθύτατη εκτίμηση της βασιλικής οικογένειας, προς το παρόν σας αποχαιρετώ.

Υ.Γ.: Σύντομα θα σας γνωρίσω.»

Ακούγοντας τα νέα αυτά από το γράμμα, το ηλικιωμένο ζευγάρι στεναχωρήθηκε τόσο πολύ, που εκείνο το βράδυ έμειναν άυπνοι και έκλαιγαν γοερά κάτω από τη μηλιά.

-Τι θα κάνουμε τώρα; Εμείς ζούμε χάρη σε αυτήν τη μηλιά. Πώς θα φτιάχνουμε τώρα τις μαρμελάδες μας, αφού δεν θα έχουμε μήλα; Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Αγαπάμε πολύ τη μηλιά μας. Κανείς δεν θα μπορέσει να τη φροντίσει όσο εμείς, έλεγαν και ξανάλεγαν ο παππούς και η γιαγιά, ποτίζοντας τη μηλιά τους εκείνο το βράδυ, όχι με νερό από το πηγάδι, αλλά με τα πυκνά δάκρυα τους.

Κάποια στιγμή όμως ο ήλιος ξύπνησε και φώτισε με τις λαμπερές ακτίνες του όλα τα χωριά και τις πολιτείες και όπως είναι φυσικό φώτισε και το χωριό με τις μηλιές. Το ηλικιωμένο ζευγάρι, που είχε μείνει άυπνο όλο το βράδυ, όταν ξημέρωσε περίμενε με ανυπομονησία μεγάλη για το βασιλικό εκπρόσωπο. Kάποια στιγμή, σκόνη πολλή σηκώθηκε, ακούστηκαν χλιμιντρίσματα και ένα μαύρο κοράκι ήρθε να καθίσει πάνω στη μηλιά. Οι κηπουροί του παλατιού είχαν καταφθάσει με τη βασιλική άμαξα και όλα τα απαραίτητα σύνεργα, προκειμένου να ξεριζώσουν τη μηλιά.

-Καλημέρα χωρικοί, όπως γνωρίζετε, έχουμε έρθει, προκειμένου να ξεριζώσουμε τη μηλιά σας για τη μικρή κόρη του Βασιλιά, είπαν οι βασιλικοί κηπουροί όλο στόμφο.

Μια και δυο τότε το ηλικιωμένο ζευγάρι χωρίς να χάνει χρόνο, ανάβει ένα φανάρι και κατεβαίνει στη σκοτεινή αποθήκη. Εκεί είχαν φυλαγμένο μέσα σε μεγάλα πιθάρια ένα σπάνιο μεθυστικό κρασί, το οποίο είχαν παρασκευάσει από μήλα και το φύλαγαν για σπάνιες περιπτώσεις. Όποιος δοκίμαζε από το κρασί αυτό ξεχνούσε ακόμη και το όνομα του.

-Τι θα λέγατε κηπουροί πριν ξεκινήσετε τις εργασίες σας να σας κεράσουμε ένα ποτηράκι κόκκινο κρασί, το οποίο εμείς οι ίδιοι έχουμε παρασκευάσει από τα κόκκινα μήλα της μηλιάς μας, είπαν με ένα στόμα και μια φωνή η γιαγιά και ο παππούς.

-Πολύ ευχαρίστως, απάντησαν οι βασιλικοί κηπουροί, ανυπομονώντας να δοκιμάσουν από αυτό το κρασί. Πίνοντας όμως ένα και μόνο ποτηράκι, τους άρεσε τόσο πολύ, που έτσι ήπιαν και δεύτερο και τρίτο, ώσπου άδειασαν όλο το πιθάρι. Στο τέλος όμως από το πολύ κρασί δεν θυμόντουσαν ούτε το όνομα τους, έπεσαν καταγής και κοιμήθηκαν πολύ βαθιά, τόσο βαθιά, που δεν άκουσαν ούτε το Βασιλιά, που ήρθε, για να επιτηρήσει τις εργασίες τους.

Ο Βασιλιάς με τη σειρά του, όταν είδε τους κηπουρούς του να κοιμούνται αμέριμνα αντί να εργάζονται σκληρά γι αυτόν, θύμωσε τόσο πολύ, που διέταξε τους στρατιώτες του να τους πετάξουν στη λίμνη της αυλής μήπως και ξυπνήσουν. Μάταια όμως, γιατί αυτοί συνέχιζαν να κοιμούνται βαθιά και να ροχαλίζουν. Τόσο πολύ οργίστηκε τότε ο Βασιλιάς, που έδωσε όρκο, πως θα έστελνε την επόμενη ημέρα πιο άξιους κηπουρούς, για να ξεριζώσουν την περιβόητη μηλιά.

-Αύριο η μηλιά θα βρίσκεται στο παλάτι μου, είπε ο Βασιλιάς όλο οργή στους φοβισμένους χωρικούς, που είχαν συγκεντρωθεί από τα γύρω σπίτια του χωριού, προκειμένου να συμπαρασταθούν στο ηλικιωμένο ζευγάρι.

Πράγματι, τη δεύτερη ημέρα στάλθηκαν από τη βασιλική αυλή άλλοι κηπουροί με φτυάρια και τσουγκράνες και όλον τον εξοπλισμό, προκειμένου να ξεριζώσουν τη μηλιά.

-Πάει, χάθηκαν όλες οι ελπίδες μας να σώσουμε τη μηλιά μας, είπαν όλο απογοήτευση η γιαγιά και ο παππούς.

Ενώ όμως οι κηπουροί έσκαβαν αμέριμνοι γύρω από τη μηλιά, ξύπνησε ο σκύλος της αυλής, τεντώθηκε αρκετά, βγήκε από το σπιτάκι του και άρχισε να γαυγίζει στους κηπουρούς και στη συνέχεια να τους δαγκώνει όπου έβρισκε, στα ρούχα, στα πόδια και τα χέρια. Τόσο πολύ τότε φοβήθηκαν και πόνεσαν οι βασιλικοί κηπουροί, που άφησαν τα σύνεργα τους και το ‘βαλαν στα πόδια.

-Σε ευχαριστούμε ολόψυχα καλέ μας σκύλε. Χάρη στη βοήθεια σου, μάλλον σώθηκε η όμορφη μηλιά μας, είπαν η γιαγιά και ο παππούς, δίνοντας ένα γενναίο κομμάτι μηλόπιτα στο σκύλο, που κουνούσε κι αυτός όλο ευχαρίστηση και ικανοποίηση τη φουντωτή ουρά του.

Δεν πρόλαβαν όμως να χαρούν και την τρίτη ημέρα ήρθαν από τη βασιλική αυλή άλλοι κηπουροί, οι οποίοι στρώθηκαν στη δουλειά. Κι ενώ ήταν ευχαριστημένοι από το σκάψιμο που έκαναν γύρω από τη μηλιά, εμφανίσθηκαν διά μιας οι πάπιες της αυλής, οι οποίες μεταφέροντας νερό με το ράμφος τους, κατάβρεχαν διαρκώς τους κηπουρούς και δεν τους άφηναν να δουλέψουν. Οι κηπουροί αυτοί βράχηκαν από τις πάπιες τόσο πολύ, που αρρώστησαν απρόσμενα και έσπευσαν στο νοσοκομείο.

O Βασιλιάς όμως δεν παραιτήθηκε από την προσπάθεια του και ξανάστειλε άλλους κηπουρούς. Αυτή τη φορά όμως δεν τους έστειλε μέρα, αλλά όταν νύχτωσε και το σκοτάδι ήταν πυκνό. Έτσι ενώ ξεκίνησαν όλο χαρά οι βασιλικοί κηπουροί το σκάψιμο γύρω από τη μηλιά, σταμάτησαν διά μιας, γιατί δεν μπορούσαν πια να δουν.

Πράγματι, οι γάτες που ζούσαν πάνω στα κεραμίδια των σπιτιών του χωριού είχαν κάνει πολύ καλά τη δουλειά τους. Από τα λαμπερά τους μάτια έβγαινε τόσο δυνατό φως μέσα στο βαθύ σκοτάδι, με αποτέλεσμα οι κηπουροί να μην μπορούν να δουν καλά, που πρέπει να σκάψουν κι έτσι έφυγαν κι αυτοί άπραγοι χωρίς τη μηλιά.

Ύστερα από όλα αυτά όμως, η οργή του Βασιλιά ήταν τόσο μεγάλη, που αποφάσισε ο ίδιος να πάει στο σπίτι των χωρικών και να σκάψει με τα ίδια του τα χέρια, ώστε να πάρει μαζί του τη μηλιά. Μόλις τον είδαν λοιπόν ο παππούς και η γιαγιά, φοβήθηκαν τόσο πολύ την οργή του, αλλά από την άλλη δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τη μηλιά τους. Έτσι όσο ο Βασιλιά έσκαβε με τα ίδια του τα χέρια στο χώμα, το ηλικιωμένο ζευγάρι είχε αγκαλιάσει τον κορμό της μηλιάς και προσευχόταν να συμβεί ένα θαύμα, ώστε να σωθεί η μηλιά.

Πράγματι τότε, σαν να εισακούσθηκαν οι ευχές τους και συνέβη το εξής απρόοπτο: καθώς ο Βασιλιάς έσκαβε με μεγάλη οργή γύρω από τη μηλιά, σκέφθηκε πως θα ήταν συνετό να κατέβει κάτω στη γη και να κόψει τη μηλιά από εκεί. Έτσι λοιπόν έσκαψε πολύ βαθιά και κατέβηκε κάτω στη γη.  Εκεί όμως ήταν σκοτεινά και είχε πολλές ρίζες από τα διάφορα φυτά που ήταν πάνω στη γη. Έτσι δεν ήξερε ποια ρίζα πρέπει να κόψει. Όσο προχωρούσε μάλιστα πιο βαθιά προς το κέντρο της γης, τόσο πιο πολλές ρίζες συναντούσε, που ήταν μπερδεμένες μεταξύ τους και κάποιες φορές τον εμπόδιζαν να περπατήσει.

Επιπλέον συνάντησε στο δρόμο του αράχνες, σαύρες, σκουλήκια, μυρμήγκια, τυφλοπόντικες και σαλιγκάρια, που κατοικούσαν πάνω στις ρίζες των φυτών, έχοντας στήσει εκεί το νοικοκυριό τους, γεγονός που τον φόβιζε αρκετά  και δεν ήξερε που πρέπει να πατήσει. Κάποια στιγμή όμως και ενώ νόμιζε πως είχε φθάσει πολύ κοντά στη ρίζα της μηλιάς, γλίστρησε πάνω σε μία κάμπια και έπεσε τόσο βαθιά στη γη, που χάθηκε οριστικά και δεν θα μπορούσε ποτέ πια να ξανανέβει. Όσο και να φώναζε βοήθεια, κανείς από τους χωρικούς δεν ήταν διατεθειμένος να κατέβει στα έγκατα της γης, για να τον σώσει. Κάποια στιγμή μάλιστα σταμάτησαν να ακούγονται και οι φωνές του. Είχε χαθεί οριστικά.

Ύστερα από όλες αυτές τις περιπέτειες, το ηλικιωμένο ζευγάρι ήταν τόσο χαρούμενο, που κάλεσε όλο το χωριό και έγινε στην αυλή τους γύρω από τη μηλιά μια εκπληκτική γιορτή. Όλοι χόρεψαν, ήπιαν μηλόκρασο, έφαγαν μηλόπιτες και μαρμελάδες. Η μηλιά με τη σειρά της σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για την αγάπη που της έδειχναν όλοι, κάθε χρόνο έβγαζε τα πιο πολλά και πιο κόκκινα μήλα απ’ όλες τις μηλιές του χωριού και όλοι είχαν να θυμούνται την ιστορία της.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music