«Η Χαρά», ένα διήγημα της Χρυσαυγής Τούμπα

Χα, χα, χα!!! Όλη μέρα η Χαρά μέσα στην καλή χαρά.
Χάχα την έλεγε η μάνα της, χάχανα και λάχανα  απαντούσε η Χαρά. Από κοντά και η γιαγιά Πορτογύρω, την φώναζε «στρώσε κώλο στο σκαμνί… βάλε και καμιά βελονιά».
Δεν χαμπάριαζε όμως η Χαρά από λόγια. Όλη μέρα έξω… Μια στο δρόμο, μια στις φίλες, ψου-ψου και γελάκια. Από μικρή της άρεσε το έξω. Το σπίτι… ένα πράμα… να πέσει να την πλακώσει.
Ενώ έξω!!! Είχε τα πουλιά, τις πέτρες, σαν κατσίκι έτρεχε, τα βουνά, τα δέντρα και τη μεγάλη της αγάπη, τη θάλασσα.
Η θάλασσα!!!Το καλύτερο δώρο που θα μπορούσαν να της κάνουν. Πόσες φορές την ονειρεύτηκε τις κρύες νύχτες του χειμώνα!!! Βυθισμένη στις υγρές αντανακλάσεις της, στον υφάλμυρο αφρό της. Και είχε μάθει το κόλπο να βρίσκεται κοντά της. Απλά έκλεινε τα μάτια και η θάλασσα την περίμενε εκεί υγρή, γλυκιά σαν όνειρο παιδικό… Και ξαφνικά πήδαγε στην αγκαλιά της. Τέτοιες στιγμές ένιωθε απαλή και ανάλαφρη η Χαρά, σαν αυτές τις νιφάδες που πέφτουν από τις λεύκες το Μάη μήνα.
Και με τα γράμματα τα πήγαινε καλά η κοπέλα μας. Πρώτη κι εκεί. Πουλιά στον αέρα έπιανε, που λένε.
Φορές φορές καθότανε τις νύχτες στο κατώφλι κι έβλεπε τη ζωή της μακριά, πέρα στη μεγάλη πόλη και την έπιανε μια περιέργεια, μια αδημονία! Έβλεπε το χλωμό μηνίσκο της σελήνης που κρεμόταν πάνω από το βουνό και ριγούσε. Ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, σκεφτόταν «Έτσι ζω κι εγώ, ανάμεσα στη νύχτα και τη μέρα. Από την άλλη μεριά θα ξημερώνει, θα λάμπει ο ήλιος, κι από ‘δω θα κρέμεται η νύχτα πάνωθέ μου». Έβλεπε το φεγγάρι γεμάτο φθινόπωρο, εκείνη όμως το φώτιζε με μια βιολέτα στα μαλλιά της. Ηλιοτρόπιο ίδιο το έκανε.
Ένα τέτοιο βράδυ το αποφάσισε.

-Θα φύγω, είπε κι έλαμψε το μάτι της.

Φύλαξε στην κασέλα τα ψάθινα καπέλα, όλη την ανάσα του καλοκαιριού, τις παλιές φωτογραφίες και τις πάνινες κούκλες κι εκείνο το κοχύλι… την αγάπη των γονιών της, έβαλε κι ένα κλαράκι λεβάντα και την έκλεισε. Μια ζωή!
Τελείωσε το Λύκειο η Χαρά μας και ένα μεσημέρι, εκεί που έτρωγαν πέταξε τον κεραυνό της εν αιθρία:

-Εγώ θα πάω στο Πανεπιστήμιο να σπουδάσω. Θα φύγω.

Τσίνισε λίγο ο πατέρας αλλά τι να κάμει… μοναχοπαίδι την είχε, της είχε μια αδυναμία!!!
Η μάνα έβαλε τον όρο της:

-Μόνο μια φορά, είπε, θα δώκεις. Αν δεν περάσεις με την πρώτη θα παντρευτείς τον Μήτσο, καλό παιδί και σε θέλει.

«Αμ δε!», σκέφτηκε η Χαρά. «Θα περάσω και θα φύγω».

Και πέρασε και έφυγε από το χωριό, πήγε στην πόλη, τελείωσε και τη Σχολή της, με άριστα μάλιστα, κι ερωτεύτηκε κιόλας με την πρώτη ματιά, που λένε, έναν έρωτα όπως τον ήθελε. Ήρθε και το μωράκι, στρουμπουλό στρουμπουλό και η Χαρά είχε όλη την ευτυχία στα πόδια της.
Ναι, ναι, τι όμορφη που είναι η ζωή κι ο κόσμος. Ένιωθε πεταλούδες να φτερουγίζουν στο στομάχι της, η καρδιά της ελαφριά κι ανοιχτή. Είχε επιλέξει να ζει ανάμεσα σε γελαστούς ανθρώπους, όπως κι εκείνη, και κάθε πρωί χαμογελούσε, λέγοντας «Θεέ μου σ’ ευχαριστώ».
Όμως πάντα θυμόταν τη γιαγιά της. «Μακάρι καμάρι μου πάντα να γελάς. Όλα να σου πάνε δεξιά».
Η ζωή παίζει άσχημα παιχνίδια όμως. Εσύ κάνεις όνειρα κι άλλος αποφασίζει!
Σε μια στιγμή, στο διάδρομο ενός νοσοκομείου, όλη η χαρά έγινε πόνος, όλο το γέλιο κλάμα, όλο το φως των ματιών της Χαράς δάκρυ.
Ακόμα και σήμερα, κι ας έχουν περάσει τόσα χρόνια, δεν μπόρεσε να καταλάβει πώς γίνεται ένα μωρό στα τέσσερά του να γίνει αγγελούδι.
Κι έμεινε μόνο το όνομα στη Χαρά.

Ίσως σας αρέσει και

1 σχόλιο

  • Μαριάννα Γληνού
    6 Νοεμβρίου 2018 at 22:06

    Καλοστέριωτη να είσαι, Χρυσαυγή στο σπίτι της «Λόγω γραφής» που αγκάλιασε κι εμάς.. Πόσο πολύ όμορφα γράφεις… Φτιάχνεις εικόνες, στήνεις συναισθήματα. Και μπράφ! ξέρεις όπως τα στέριωσες, να τα κάνεις χώμα! Αχ, αυτή η χαρά κι η άλλη, η ζωντανή Χαρά! Κομμάτι τους η λύπη..Να είσαι καλά. Χαρούμενη. Και να γράφεις.

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music