«Η κ. Μαλικέντζου», γράφει η Λένα Μαυρουδή-Μούλιου

Κάποτε πέρασε και ο μεγάλος σάλος με το καινούργιο άρωμα ‘’ΑΔΑΜ ΚΑΙ ΕΥΑ’’ που έφτιαξε ο Ευθύμης, ο βοηθός του Φαρμακοποιού και υπεύθυνος του τμήματος καλλυντικών. Πόσο κρατάνε λες τα μεγάλα γεγονότα; Δέκα μέρες; Είκοσι; Μετά, η ζωή κυλά με τους συνήθεις ρυθμούς και μόνον ίσως ένας απόηχος των ημερών της δόξας πλανιέται στον αέρα. Αυτά από απόψεως βαβούρας βέβαια, γιατί ουσιαστικά η ζωή των δύο φίλων άλλαξε δραματικά. Έτρεχαν και δεν προλάβαιναν από τις πολλές παραγγελίες που έπαιρναν απ΄ όλα τα μήκη και πλάτη της Γης, με αποκορύφωμα αυτές από τα Αραβικά Εμιράτα. Ε, να μη δοκίμαζαν κι εκεί τη μυρωδιά του Παραδείσου στους δικούς τους Παραδείσους τους γήινους; Δεν παίζει.

Ο Ευθύμης, μην μπορώντας να συγκρατήσει στο μυαλό του τον καταιγισμό γεγονότων και εικόνων που ελάμβαναν χώρα στον… μικρό σχετικά χώρο τους, κρατούσε σημειώσεις με σκοπό την συγγραφή του βιβλίου της ζωής του, που  σκόπευε να γράψει μια μέρα των ημερών. Ένα σχέδιο, που οι  περισσότεροι από εμάς έχουν κατά νου να συγγράψουν, μα λίγοι το πετυχαίνουν στο σημείο που να βγει ένα ενδιαφέρον πόνημα.

Άρχισε με μία ιστορία από τις πρώτες που αντιμετώπισε όταν πρώτο ήρθε στο λατρεμένο του… φαρμακοτριβείο, όπως το έλεγε η Νενέ  του.

Επρόκειτο για μια πολύ καλή τους πελάτισσα, που δεν υπήρχε ημέρα που να μην αγοράσει το κάτι τις της. Μα φάρμακο θα ήταν αυτό. Μα καλλυντικό,  μα παντόφλες ανατομικές και ό,τι άλλο τέλος πάντων της ήταν, ή νόμιζε ότι της ήταν, απαραίτητο. Μέχρι και έναν ‘’Νεφελοποιητή‘’ για το Χ.Α.Π. της που την βασάνιζε αγόρασε, ακολουθώντας με θρησκευτική ευλάβεια τις υποδείξεις της Αγγελικούλας (της ειδικευόμενης φαρμακοποιού) για το πώς θα τον χρησιμοποιήσει…

Και τελείως ξαφνικά, ‘’ούτε φωνή, ούτε σημάδι, ούτε κανένα μήνυμά της’’. Άκρα του τάφου σιωπή, εξαφανίστηκε, εξαϋλώθηκε, θαρρείς και άνοιξε η γη και την κατάπιε (και μακάρι να μην κυριολεκτούμε λέγοντας αυτό το   τελευταίο)!

Περνά μία ημέρα, περνά μια δεύτερη, οπότε στέλνουν την Αγγελικούλα που της ήταν και ιδιαίτερα αγαπητή, να δει ιδίοις όμμασι τι συμβαίνει στη γηραιά κυρία.

Κτυπά το κουδούνι, ξανά μανά κτυπά, περιμένει απόκριση μα τίποτα.

Απορημένη επιστρέφει στο Φαρμακείο και όλοι μαζί πλέον πολύ ανήσυχοι αποφασίζουν ότι πρέπει να ειδοποιήσουν την Αστυνομία και επαγγελματία ‘’διαρρήκτη’’ τουτέστιν κλειδαρά, να ανοίξουν την πόρτα και  να δουν μη και  συνέβη κάτι κακό. Όσο να ‘ναι, μεγάλη γυναίκα ήταν η Κ. Μαλικέντζου και  τούτο το ενδεχόμενο ήταν το πλέον πιθανόν.

Στο σπίτι της όμως, που οι αρχές άνοιξαν και μπήκαν, δεν υπήρχε ψυχή, μήτε ζώσα μήτε φευγάτη από  ανθρώπινο κορμί και όχι μόνον. Δηλαδή, ούτε το πεκινουά σκυλάκι της ήταν εκεί, ούτε ο θηριώδης, ο τεράστιος γάτος της, που ήταν φόβος και τρόμος να τον βλέπεις. Κατ’ ευθείαν απόγονος της οικογένειας των αιλουροειδών, κάτι  σαν πάνθηρας ή τίγρης. Πώς τον έφερνε βόλτα αυτόν τον γατόπαρδο γριά γυναίκα, απορίας άξιον. Καμιά μέρα θα τη έκανε μια μπουκιά έτσι μικροκαμωμένη που ήταν, έτσι και ξυπνούσαν από  μέσα του τα σαρκοβόρα ένστικτά του. Ας είναι.

Κανείς λοιπόν στο σπίτι ΜΑ τα παράθυρα ανοικτά, αν και Φθινόπωρο αρκετά ψυχρό που δεν δικαιολογούσε τέτοιες εξάψεις της γηραιάς ενοίκου του σπιτιού τούτου.

Το ότι έλειπαν τα ζωντανά, ήταν παρηγορητικό. Κάπου θα πήγε η σεβαστή τους ‘’φίλη’’ και πελάτισσα και θα τα πήρε μαζί  της. Όσο για τα παράθυρα θα πρέπει να ξέχασε να τα ασφαλίσει καλά φεύγοντας και με τον αέρα που λυσσομανούσε εδώ και τόσες ημέρες, μεγάλωσε το άνοιγμά τους.

Βέβαια όλα αυτά δεν ήταν παρά εικασίες, με τον Ευτύχη, κυρίως αυτόν, να έχει ένα κακό προαίσθημα, μια ανεξήγητη ανησυχία, για την ακεραιότητά της ή και την ζωή της.

Γιατί η  γυναίκα, ήταν ένα συγκροτημένο άτομο που τα είχε τετρακόσια, δράμι δεν έλειπε από τη λογική  και το μυαλό  της και κουτουράδες σαν  αυτή, να αφήσει το σπίτι της με ανοικτά παράθυρα και να φύγει φάνταζαν περίεργες το λιγότερο, βάζοντας βούτυρο στο ψωμί, των  λογίς-λογίς λωποδυτών που λυμαίνονταν την περιοχή και ιδιαίτερα τα σπίτια μοναχικών ατόμων, σαν την κ. Μαλικέντζου.

Αμ, το άλλο;

Πρόσεξαν άπαντες ότι  πάνω στο τραπέζι του living room ήταν ένας ασημένιος δίσκος με μισοαρχινισμένο  breakfast, με την τσαγέρα γεμάτη και στο χρωματιστό πιατάκι δύο  φρυγανίτσες αλειμμένες με βούτυρο και μαρμελάδα, αφάγωτες κατά τα ¾ τους. Η εικόνα παρέπεμπε προς μια βιαστική φυγή, δικαιολογώντας και το άνοιγμα των παραθύρων που δεν σκέφτηκε καν να τα κλείσει. Φυγή για κάτι το πολύ σοβαρό. Σίγουρα. Αφού,  ούτε και τον συναγερμό της ενεργοποίησε, που αν το είχε κάνει, κι εκείνος με τη σειρά του θα της υπενθύμιζε ότι με τα παράθυρα ανοικτά θα αναστάτωνε το σύμπαν με τη σειρήνα του.

Η γραία ζούσε μόνη της και απ’ όσο ήξεραν, δεν είχε μήτε κοντινούς μήτε μακρινούς συγγενείς. Συντροφιά της τα δύο ζωάκια της, τα βιβλία της και… οι γιατροί της όλων των ειδικοτήτων που απομυζούσαν το μεγαλύτερο  μέρος από τη σύναξή της σαν απομάχου δασκάλας της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που μπαινόβγαιναν πυκνά συχνά στο τριάρι διαμέρισμά της. Αυτά όλα τους τα έλεγε η ίδια χαριτολογώντας, οσάκις τους επισκεπτόταν στο φαρμακείο τους και ήταν απόλαυση να την ακούς να αυτοσαρκάζεται, αλλά και να σαρκάζει.

…Ένας χαριτωμένος άνθρωπος μα την αλήθεια, που εύκολα κέρδιζε τη συμπάθεια του συνομιλητή της, ακόμη και την αγάπη του.

Ποτέ και κανένας δεν την είχε ακούσει να παραπονιέται για τη μοναξιά της την ανελέητη. Υπάρχουν και άτομα που τα έχουν καλά με αυτήν τη μοναξιά  και δεν τους τρομάζει. Πώς το καταφέρνουν αυτό; Δεν ξέρουμε να πούμε. Είναι θέμα δύναμης χαρακτήρα; Είναι συνειδητοποίηση ότι έτσι της έλαχε και αλλιώς δεν γίνεται; Ήταν δηλαδή θέμα μοιρολατρίας; Ό,τι και να ήταν πάντως, γκρίνια γεροντική και μουρμούρα, έννοιες άγνωστες γι’ αυτήν, ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε προς τα έξω. Πού να ξέρει  κανείς τι έλεγε κατά μόνας;

Στους δύο φίλους άρεσε να της πιάνουν την κουβέντα. Είχε άποψη επί παντός του επιστητού και ακόμη τους διηγιόταν ιστορίες από τη ζωή της που δεν ήταν απλά πολυτάραχη στα νιάτα της, αλλά τρικυμιώδης.

Αυτά όλα σκεπτόταν ο Ευθύμης, όταν μια φλασιά τον έκανε να πεταχτεί από τον πάγκο του. Βρε πώς και δεν το είχε σκεφτεί πιο πριν;

Ο κτηνίατρος; Ναι αυτός. Αλλά το τηλέφωνό του δεν το είχε μήτε και το όνομά του ήξερε.

Έστειλε λοιπόν την Αγγελικούλα να ρωτήσει αν την είχε πάρει το μάτι του.

Περίμενε να γυρίσει η μικρή, με ανάμεικτα συναισθήματα ελπίδας και ανησυχίας.

Και όντως με αυτά που άκουσε, δεν ήξερε αν έπρεπε να ελπίζει ή να ανησυχεί περισσότερο.

Τόσο  το πεκινουά της κ. Μαλικέντζου όσο η γάτα της και όχι γάτος, ήταν προσωρινοί φιλοξενούμενοι στο ιατρείο του. Του τα είχε αφήσει η κυρία για ορισμένες προγραμματισμένες εξετάσεις, και αντί να έρθει να τα παραλάβει σε δύο ώρες πέρασαν δύο ημέρες και ακόμη να φανεί. Ήταν πολύ ενοχλημένος γιατί το ιατρείο του δεν ήταν χώρος διαμονής. Θα περίμενε, είπε, καμιά δυο ώρες ακόμη και μετά θα τα μετέφερε σε ένα resort ζώων. Τι άλλο μπορούσε να κάνει;

Και ο Ευθύμης κατέληξε να θορυβηθεί για τα καλά και να πάνε με το φίλο του ξανά στο αστυνομικό τμήμα να δηλώσουν εξαφάνιση, γιατί όλες οι ενδείξεις προς τα κει συνέκλιναν δυστυχώς. Παράλληλα άρχισαν και το ψάξιμο στα κοντινά Νοσοκομεία που εφημέρευαν τις δύο επίμαχες ημέρες και μη βρίσκοντας και  από κει φως, κατέφυγαν ως και στη Νικολούλη. Δεν το είχαν σκοπό να μείνουν άπραγοι. ‘’Φίλοι’’ με την εξαφανισθείσα, με την στενή έννοια της λέξης, δεν ήταν βέβαια, μα ήταν μια γνωστή τους που την συμπαθούσαν και θα της έδειχναν την ανθρωπιά τους, ενδιαφερόμενοι για την τύχη της. Έψαξαν ως και στα ΚΑΠΗ, στα γηροκομεία ιδιωτικά και  Δημόσια, τίποτα. Είχε ανοίξει η γη και την είχε καταπιεί, στην κυριολεξία. Ήταν πια σίγουροι γι’ αυτό.

Μα οι άνθρωποι είχαν και την δουλειά τους τις υποχρεώσεις τους και το ψάξιμο ήθελε Χρόνο, Χρόνο πολύ.

Και το αποφάσισαν.

Αποτάθηκαν σε έναν γνωστό ερευνητή, του εξέθεσαν την κατάσταση

με όσες λεπτομέρειες γνώριζαν, τις υπόνοιες μα και τις σκέψεις τους ακόμα, μένοντας ικανοποιημένοι τουλάχιστον από το γεγονός ότι έκαναν ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν για την γηραιά κυρία.

Πόσο καλύτερος δεν θα ‘ταν ο Κόσμος μας αν και όλοι εμείς δείχναμε το έμπρακτο ενδιαφέρον μας για τον άγνωστο συνάνθρωπό μας χωρίς εκείνον τον ωμό ωχαδελφισμό που είναι ό,τι χειρότερο έχει να επιδείξει ένας ΑΝΘΡΩΠΟΣ!!!

***

Μέχρι τώρα που γράφονται τούτες οι γραμμές η κ. Μαλικέντζου δεν έχει βρεθεί.

Τα κακά νέα όμως μαθαίνονται και το ό,τι δεν έχουμε νέα της ίσως είναι και καλό σημάδι.

Πώς το λέει η παροιμία;

‘’Νο news, good news.’’

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music