«Η Κύπρος στην ποίηση του Σεφέρη – Εισαγωγή και ανάλυση του ποιήματος ‘Έγκωμη’ (Μέρος Α’)», γράφει ο Δρ. Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης

Καλό μήνα και από την Κύπρο, φίλοι αναγνώστες (και συνεργάτες) της Λόγω Γραφής!

 

Εισαγωγή: O Σεφέρης και η Κύπρος – ΕΓΚΩΜΗ (Μέρος Α’)

Ο Σεφέρης που έφτασε στην Κύπρο το 1953 εντόπισε τις υπόγειες δυνάμεις αρκετών φαινομένων, και σχεδόν προφήτευσε το αύριο της Κύπρου. Μελέτησε σε βάθος πολλά κείμενα για την Κύπρο, εμπνέεται από τον αγώνα των Κυπρίων για Ελευθερία και πιστεύει στην επικράτηση του Πολιτισμού της που είναι Ελληνικός, αν και με δισταγμό.

Θεωρώ κορυφαίο το ποίημα ‘Έγκωμη’. Φρονώ ότι δεν έτυχε της δέουσας πολύεδρης / σφαιρικής ανάλυσης, κάτι που το επιχειρώ πιο κάτω με πολύ σεβασμό στον ποιητή.

Επειδή η ανάλυση είναι μεγάλη, θα καλύψω το Γ1 μέρος (σήμερα, 1η Δεκέμβρη 2018) και θα ολοκληρώσω με το γ2 Μέρος (σε ένα μήνα από σήμερα, 1η Γενάρη 2019).

Ποίημα ‘Έγκωμη’ 

Η Έγκωμη είναι ο Πολιτισμός, που μες στον άχρονο χρόνο και θαμμένος ανασταίνεται!

Σύντομη ιστορική αναφορά για την αρχαία πολιτεία της Έγκωμης

Η αρχαία αυτή πολιτεία χτίστηκε στη σύγκλιση των δύο μεγαλύτερων ποταμών της Κύπρου, του Γιαλιά και του Πηδιά, που εκβάλλουν ενωμένοι στον κόλπο Αμμοχώστου. Την έκτισαν οι Μυκηναίοι και ήκμασε για τέσσερις αιώνες (1600-1200 π.Χ.), ιδίως κατά τη μέση εποχή του χαλκού. Πιθανολογείται ότι ήταν η πόλη που αναφέρεται με την ονομασία Αλασία (ή Αλάσια). Μετά το 1200 π.Χ. άρχισε να παρακμάζει και το 1050 π.Χ. μάλλον εξαιτίας κάποιου ισχυρού σεισμού, οι κάτοικοι της την εγκατέλειψαν για να εγκατασταθούν βορειότερα, στο μετέπειτα ξακουστό βασίλειο της Σαλαμίνας.

Ο Σεφέρης επισκέφθηκε την Έγκωμη τον Νοέμβρη του 1953 με φίλους του (τον ζωγράφο Αδαμάντιο  Διαμαντή και τον Ευάγγελο Λουίζο) την οποία αρχαία πόλη ανέσκαπτε με επιτυχία το τότε Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου υπό τη διεύθυνση του Πορφύριου Δίκαιου με βοηθό τον Βάσο Καραγιώργη. Και οι δύο συνέχιζαν το θαυμαστό έργο που πέτυχε από το 1932 ως το 1948 η Σουηδική Αρχαιολογική Αποστολή και συνέχισε μετά η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, υπό την καθηγήτρια Claude Schaeffer. Ο Σεφέρης είδε, κατενθουσιάστηκε, έμαθε και συγκέντρωσε υλικό για το ποίημα Έγκωμη΄’, όπου μετουσιώνει σε ποιητικό λόγο τα συναισθήματά του από την επίσκεψή του στο χώρο. Βίωσε το ποίημα, ταυτίστηκε πέρα για πέρα με αυτό!

Στο ποίημα ο Σεφέρης, εκτός απ’ τη λυρική αναδιήγηση και εικονογραφία του τοπίου και των μνημείων, επιδεικνύει, ως πολιτικός, μια οξεία πολιτική σκέψη. Επιχειρεί και μια μυστικιστική διατύπωση που υπερβαίνει τα όρια μιας απλής καλοσχηματισμένης στιχουργικής και διεισδύει βαθύτερα· φτάνει στο σημείο να κάνει έμμεση πολιτική δήλωση για την τότε κατάσταση στην Κύπρο, ως διαίσθηση ή χρησμό ή προαγγελία.

Συναφώς η έρευνα μου και η ανάλυση του ποιήματος λαμβάνει μεν υπόψη τη συνήθη φιλολογική μεθοδολογία, αλλά τείνει να επεκταθεί και σε άλλους κόσμους του Σεφέρη, όπως η πολιτική εμβέλεια του μυαλού του, ο εξ’ αυτής προφητικός λόγος του και ο διακειμενικός διάλογος του με τον Τ.Σ.Έλιοτ, τον Διονύσιο Σολωμό και πρόσωπα της Αγίας Γραφής και κυρίως τον Ιάκωβο με τις διηγήσεις του στο Πρωτοευαγγέλιο, τον Μακρυγιάννη, αλλά και δύο φιλόσοφους, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη.

Λυρισμός, πριν από τη δραματική εξέλιξη

Ο Σεφέρης επιχειρεί με ένα απαλό λυρισμό να μας οδηγήσει στο τοπίο της Έγκωμης, όπως το αντικρύζει και το πλησιάζει π.χ. πλατύς και στρωτός κάμπος, από μακριά η κίνηση των χεριών των εργατών στις ανασκαφές, στον ουρανό σύννεφα με πολλές καμπύλες, το δείλι ως μια σάλπιγγα χρυσή και ρόδινη, τα βουνά που έπαιρναν χρώμα.  Δεν είναι τυχαία η εισαγωγική ‘χάρη της αίσθησης’ πριν από τη δραματική εξέλιξη του ποιήματος. Το ίδιο επιχειρεί ο Έλιοτ στο θεατρικό ’Φονικό στην εκκλησία’: περιγράφει λυρικά/αισθησιακά τον ωραίο χώρο της εκκλησίας πριν γίνει το φονικό στον ίδιο χώρο.

Το προαισθάνεται η ματιά του ποιητή, που απομακρύνεται για μια στιγμή από τα γήινα και στρέφεται στον ουρανό, με τα σύννεφα και τις καμπύλες τους που τις στολίζουν χρυσές και ρόδινες ακτίνες του δύοντος ήλιου. Αρχή απομόνωσης ποιητή; Γιατί όμως;

Επιστρέφοντας στη γη με το λιγοστό χορτάρι, τ’ αγκάθια, μα και τις ανάσες δροσιάς μετά τη βροχούλα, ο ποιητής πλησιάζει τους εργάτες και τις εργάτριες που με τις αξίνες τους πασκίζουν να φέρουν στην επιφάνεια τα απομεινάρια της πάλαι ποτέ τρανής πολιτείας, τα ίχνη των τειχών, των δρόμων και των κατοικιών της. Με την εξαίρετη  παρομοίωση ‘σαν πετρωμένοι μύες Κυκλώπων’ ο Σεφέρης μεταδίδει την αίσθηση του γιγάντιου μεγέθους της πολιτείας, πλην νεκρωμένης (στις σημειώσεις του ανέφερε ‘μύες Τιτάνων’). Ωστόσο, πιστεύω ότι μας  παραπέμπει και στα Κυκλώπεια Τείχη του Άργους, υπενθυμίζοντας ότι η πολιτεία αυτή είχε δομηθεί από τους Μυκηναίους.

Θλίβει τον ποιητή το ό,τι το θέαμα μοιάζει με την ανατομία μιας ξοδεμένης δύναμης, άλλοτε τρανής, αλλά τώρα κάτω από το ερευνητικό μάτι του αρχαιολόγου, που δρα σαν αναισθησιολόγος ή σαν χειρούργος ή σαν θλιβερός νεκροτόμος. Πολύ έντονη η αντίθεση που καταγράφει ο ποιητής: από τη μια το φάντασμα της ανάμνησης μιας πολιτείας με χλιδή, πλούτο, πολυτελείς ενδυμασίες, χείλη ανθρώπων που μιλούν και φιλούν, ενώ απ’ την άλλη όλα αυτά χωνεμένα, νεκρά, διαλυμένα κάτω από το μάτι του αρχαιολόγου ερευνητή. Ο Σεφέρης ανοίγει απότομα και διάπλατα το παραπέτασμα, που πριν την ανασκαφή έκρυβε ερμητικά τον πόνο της απώλειας της Έγκωμης· αφήνει τραγικά γυμνό τον τάφο… κι εντούτοις δεν ενδιαφέρει τους αδιάφορους η οδύνη του.

Πολιτική σκέψη Σεφέρη, πνευματική καθυπόταξη και απαθλίωση συνειδήσεων

Στο σημείο αυτό φαίνεται να αρχίζει να λειτουργεί ο πολιτικός Σεφέρης. Είδε το δράμα της Κύπρου από κοντά. Είδε τη διάψευση των προσδοκιών των Ελλήνων της Κύπρου για απελευθέρωση. Διάβασε τη μοίρα τους – όπως και άλλων μικρών κρατών και κοινωνιών, σε άλλα μέρη της γης. Μήπως η μοίρα της Έγκωμης, που εγκαταλείπεται και αφήνει μόνο θλιβερά απομεινάρια, θα είναι τελικά και η μοίρα του Ελληνικού πολιτισμού της Κύπρου; Θα είναι ανάλγητη η αλλοτρίωση των ελληνικών συνειδήσεων των Κυπρίων που συστηματικά επιχειρούν στο άμοιρο νησί οι Βρετανοί από το 1930;

Σε σημείωμα στο ημερολόγιό του ο ποιητής γράφει ότι από το 1953 που πήγε στην Κύπρο τον βασάνιζε το ότι στο νησί υπήρχαν 400 χιλιάδες ψυχές από την καλύτερη, την πιο ατόφια Ρωμιοσύνη, που προσπαθούσαν οι Άγγλοι να τις αποκόψουν από τις πραγματικές τους ρίζες, ‘να τις κάνουν λουλούδια θερμοκηπίου’. Φοβόταν την αόρατη αγγλική προπαγάνδα και γράφει στον Γιώργο Θεοτοκά (Αλληλογραφία, 1930-1966):

‘…δουλεύει μια μηχανή που κάνει τους Ρωμιούς σπαρτούς-Κυπρίους,

όχι-Έλληνες που κάνει τους ανθρώπους μπαστάρδους,

με την εξαγορά και την απαθλίωση των συνειδήσεων,

με τις κολακείες των αδυναμιών ή των συμφερόντων …

και ονομάζει τη φυσιολογική παιδεία αυτών των ανθρώπων ‘πολιτική προπαγάνδα’

O Πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας Anthony Eden το 1955, με την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα των Κυπρίων, σχεδίαζε ίδρυση Πανεπιστημίου. Εφ’ όσον η Μ. Βρετανία είχε αρχικά πρόθεση να προσφέρει στους Κύπριους Σύνταγμα μέσα από μια συνδιάσκεψη, έπρεπε να ανακοίνωνε ταυτόχρονα για την Κύπρο α) ένα σχέδιο ανάπτυξης που να διατηρούσε τα συμφέροντα της Γηραιάς Αλβιώνος και β) σχέδιο για την παιδεία και ίδρυση πανεπιστημίου ή Παιδαγωγικής Ακαδημίας που να εξαρτάται από τα αγγλικά πανεπιστήμια. Αυτά τα δύο θα απογαλάκτιζαν τους Κύπριους από τον εξ Αθηνών εθνικό και πολιτιστικό θηλασμό τους. Υποχθόνιος σκοπός για ν’ αλλάξει τις συνειδήσεις των Κυπρίων ώστε να σκέπτονται ως μη-Έλληνες, να διάκεινται ευνοϊκά υπέρ των Άγγλων και ν’ αδιαφορούν για τους δεσμούς τους με την Ελλάδα και για λυτρωτικές ιδέες, όπως η Ένωση με την Ελλάδα. Η  Αγγλία όντως από πολύ πιο νωρίς είχε αρχίσει να εξαγοράζει με προνόμια/ οφίκια/ προαγωγές ένα ποσοστό Κυπρίων – οι επικαλούμενοι ‘προδότες’ – και αυτούς εννοεί ‘αδιάφορους’ ο Σεφέρης στο στίχο:

‘αφήνοντας να φαίνεται γυμνός και αδιάφορος ο τάφος (στην Έγκωμη)’

Πολιτεία-Πολιτισμός, εγκατάλειψη και ανάληψη

Ο ποιητής αναβλέπει ‘προς τους ανθρώπους που δούλευαν, προς τους τεντωμένους ώμους και τα μπράτσα που χτυπούσαν μ’ ένα ρυθμό βαρύ και γρήγορο τούτη τη νέκρα’ και διερωτάται αν πέρασε μέσα από τα χαλάσματα ‘ο τροχός της μοίρας’. Για τον Σεφέρη λες και επανέρχεται κατά την ανασκαφή η αδυσώπητη ισχύς της μοίρας. Η ίδια που προκάλεσε το 1050 π.Χ. σεισμό, καταστροφή και εγκατάλειψη της Έγκωμης επανέρχεται με ρυθμό βαρύ και γρήγορο ν’ αναδείξει τα ιερά στοιχεία του θαμμένου πολιτισμού. Ο ποιητής με τον ‘τροχό της μοίρας’ παραπέμπει στον ‘κύκλο της ζωής’

σπόρος => φυτό => ανθός => καρπός => ξόδεμα καρπού => νέος σπόρος, κ.ο.κ.

Κατ’ ανάλογη απεικόνιση στο ποιητικό ζητούμενο της Έγκωμης εννοεί τον κύκλο:

ακμή Έγκωμης => καταστροφή => εγκατάλειψη => ανασκαφή για ανασύνθεση

Έτσι, δείχνει την αναπότρεπτη κυκλική κίνηση των ανθρώπων, της φύσης και γιατί όχι του πολιτισμού∙ απ’ τη γέννηση στον θάνατο και ξανά στην (ανα)γέννηση, από την ακμή στην παρακμή και πάλη στην (επαν)ακμή. Αλλά είναι όντως τόσο απλό το θέμα;

Πόσα απομεινάρια/ στοιχεία της Έγκωμης πρέπει να έλθουν στην επιφάνεια ώστε ν’ ανασυντεθεί η ιστορία της; Αν τα στοιχεία είναι ελλιπή με κενά ή απώλειες ή ακόμη αν είναι παραπλανητικά, τότε πόσο καλά δούλεψε ‘ο τροχός της μοίρας’; Μήπως η μοίρα το θέλει μοιραίο να μη φανερωθούν όλα ή να χαθούν μερικά ώστε η αποκάλυψη της νέας πραγματικότητας να υπολείπεται της πάλαι ποτέ αλήθειας, πριν από 30 αιώνες;

Αν είναι έτσι, τότε ποτέ δεν θ’ ανακτήσουμε την αρχική αλήθεια, και άρα ποτέ δεν θα έχουμε την ανασύσταση της ιστορίας της χαμένης πολιτείας. Η ανάγνωση θα περιείχε  λάθη και σοβαρά κενά, οι δε άνθρωποι θα έχαναν τη γνώση και αυτήν την επαφή με την αλήθεια της καταγωγής τους. Για ποια Ένωση θα μιλούσαν τότε οι Κύπριοι, αν δεν αποδεικνυόταν η ελληνικότητα μέσα από τα απομεινάρια της Έγκωμης; Αυτό θα ισοδυναμούσε με αποπροσανατολισμό των Κυπρίων, στροφή σε εξαγγλισμό τους. Να  τι απασχολούσε έντονα τον Σεφέρη ως πολιτικό και ανασκαφέα-ποιητή! Ακόμα και ο Άγγλος Sir George Hill, που συνέγραψε την Ιστορία του νησιού, με αφορμή ένα απόσπασμα από τις Ικέτιδες του Ευριπίδη ότι ‘οι Κύπριες γυναίκες ήταν μελαχρινές’ ισχυρίστηκε ύπουλα ότι οι Κύπριοι είναι άλλης φυλής, και όχι Ελληνικής. Τον Hill αποστόμωσαν με άρθρα οι Δρ Κωνστ. Σπυριδάκις και Δρ Κώστας Χατζηστεφάνου.

 

Η ακινησία του κινούμενου

Καθώς η ανασκαφή εξελίσσεται μπροστά στα μάτια του ποιητή ο Σεφέρης νιώθει να πλησιάζει αιφνίδια στο φως μια θεότητα. Τότε ανακαλεί στη μνήμη του μια πρωτοφανή σουρεαλιστική αφήγηση του θετού πατέρα του Χριστού, Ιωσήφ, την οποία αφήγηση αναφέρει στο Πρωτοευαγγέλιό του ο Ιάκωβος. Συγκεκριμένα, ο Ιωσήφ αφήνει την έγκυο Μαρία στο σπήλαιο, όπου κατέφυγε μη έχοντας βρει θέση σε πανδοχείο. Δίνει εντολή στους άλλους γιους του να τη φροντίζουν και πηγαίνει να βρει μαμή για να του ξεγεννήσει τη Μαρία. Η αφήγηση της πορείας του είναι όντως εντυπωσιακή: ο ίδιος, και οτιδήποτε γύρω του μαρμαρώνουν, πράττουν και δεν πράττουν, ο χρόνος κυλά και δεν κυλά. Ο χρόνος ως τέταρτη διάσταση χάνει τη δύναμη του και την έννοιά του.

Συγκεκριμένα ο Ιάκωβος αναφέρει για τη συγκλονιστική εμπειρία του Ιωσήφ τα εξής:

«18. 1. Εκεί βρήκε ένα σπήλαιο, την έβαλε μέσα και άφησε τους γιους του

να την φροντίζουν. Κατόπιν βγήκε να αναζητήσει μαμή στα μέρη της Βηθλεέμ.

  1. Εγώ ο Ιωσήφ περπατούσα και όμως δεν προχωρούσα, έστρεψα το βλέμμα μου ψηλά και είδα τον αέρα πλημμυρισμένο με φως, σήκωσα τα μάτια μου στον ουρανό και τον είδα σταματημένο και τα ουράνια πουλιά ακίνητα. Και κοίταξα προς τη γη

και είδα χάμω μια σκάφη και εργάτες ανασηκωμένους με τα χέρια μέσα στη σκάφη∙ όσοι έτρωγαν δεν έτρωγαν και όσοι σήκωναν το κεφάλι δεν μπορούσαν να το κατεβάσουν, όσοι πάλι άνοιγαν το στόμα τους δεν μπορούσαν να το κλείσουν,

αλλά ολονών τα πρόσωπα ήταν στραμμένα προς τον ουρανό.

Είδα και πρόβατα να περνούν και τα πρόβατα στάθηκαν ακίνητα και,

όταν σήκωσε το χέρι του ο βοσκός για να τα χτυπήσει, έμεινε υψηλά.

Και έριξα τα μάτια μου στον χείμαρρο και διέκρινα τα στόματα των μικρών προβάτων ανοιχτά χωρίς να πίνουν. Και ξαφνικά όλα εξακολούθησαν την πορεία τους

Ο Σεφέρης εισάγει στο ποίημα ‘Εγκωμη’ αυτούσιες ή αναπλασμένες/ παραλλαγμένες τις εικόνες του Ιακώβου, όπως δείχνει στο Παράτημα 3 ο πίνακας σύγκρισης.

Το απόγευμα εκείνο, όπως καταγράφει στο Ημερολόγιό του ο ποιητής, στον κάμπο των ανασκαφών, ο τόπος μιας μυκηναϊκής πολιτείας του φάνηκε ακίνητος για χιλιάδες χρόνια. ‘Δρόμοι, σπίτια σχεδίαζαν με τα θεμέλιά τους τη μορφή μιας ζωής όπως εσταμάτησε – στεκάμενη δύναμη κι εδώ και παρακάτω, πιο έντονα, εκεί που φαίνεται η βάση απ’ τα τείχια, υπέρογκα βράχια αραδιασμένα σαν απολιθωμένοι μυώνες Τιτάνων. Χόρευε το φως και δε χόρευε∙ αίσθηση στο γαλάζιο μιας αχάραχτης αγάπης, ασύλληπτης κι όμως εκεί. Άπειρες καμπύλες στα σύννεφα και κάπου-κάπου η σάλπιγγα ενός χρυσοκόκκινου τόνου. Η πλατωσιά του κάμπου σαν προσφορά, και στη χούφτα αυτής της παλάμης η αρχαία πολιτεία, οι χαραματιές μιας ακίνητης μοίρας.’

Όπως ο Ιωσήφ, έτσι κι ο ποιητής, είδε τα πάντα να ακινητοποιούνται. Όμως, ξαφνικά  ανάμεσα στους εργάτες της ανασκαφής, αρχίζει ν’ αναδύεται και να κινείται στο φως ένα πρόσωπο θεϊκό. Η απρόσμενη εμφάνισή της δίνει ζωή σ’ έναν τόπο νεκρωμένο.

Η εργάτρια Ανδρομάχη, έκσταση του Σεφέρη για τη νεαρή θεότητα

Ο ποιητής αναφέρεται σε μια θεϊκή μορφή, αντλεί όμως την έμπνευσή του από τα χαρακτηριστικά μιας νεαρής κοπέλας που εργαζόταν στην ανασκαφή, η οποία με την ομορφιά της του προκάλεσε εκπληκτική εντύπωση. Γράφει ‘Θα ήταν κάτι μέσα σ’ όλα αυτά που σ’ αγκύλωνε στο λαρύγγι. Οι κοπέλες χορεύοντας, τις έβλεπες γυμνές. Και η μία.’ Ποια ήταν αυτή η ‘μία’;; Ήταν η εργάτρια Ανδρομάχη όπως μου αποκάλυψε το 1995 ο Βάσος Καραγιώργης, ο τότε Υποδιευθυντής του Τμήματος Αρχαιοτήτων.

Αναφέρει στο εγχειρίδιό του ‘Ένα απόγεμα στην Έγκωμη’ ο φίλος και συνοδός του Σεφέρη, Ευάγγελος Λουίζος (χωρίς να την κατονομάζει) «Για μια στιγμή προσέξαμε ένα ζευγάρι ωραίες γάμπες (της Ανδρομάχης) από πίσω, που φτυαρίζανε σκυμμένες … κάναμε ένα μεγάλο γύρο για να την ιδούμε κι από μπροστά […] τράβηξα το Γιώργο με τρόπο και ξαναπήγαμε μαζί από κει που πρωτοείδα την Εγκωμίτισσα […] Όταν έφτασε μπροστά της, η κοπέλα ανασηκώθηκε για να πάρει ανάσα όπως και προηγουμένως, και τότε είδα το Γιώργο πώς την κύτταξε! Στάθηκε κάμποση ώρα εκεί συλλογισμένος και κυττώντας».  Οποία έκστασις του ποιητή, οποία εξαίφνης έμπνευσις!

Εκστασιάστηκε ο ποιητής! Στη μορφή της Ανδρομάχης είδε υπερκόσμιες ιδιότητες της θεϊκής παρουσίας. Την περιγράφει με λυρική παραστατικότητα, με τα μαλλιά της θεότητας να χύνονται μαύρα και λαμπερά στον λαιμό της∙ τα φρύδια της καμπυλωτά και γεμάτα ζωή, είχαν το φτερούγισμα της χελιδόνας∙ τα ρουθούνια της έστεκαν καμαρωτά πάνω από τα χείλη της, και το σώμα της έβγαινε ξεγυμνωμένο από την πάλη που έδιναν τα χέρια των εργατών με το χώμα, ενώ το άγουρο ακόμη στήθος της ήταν στητό, σαν να έδειχνε το δρόμο, σαν να οδηγούσε όσους γύρω το αντίκριζαν.

Σε κανένα άλλο ποίημα του ο Σεφέρης δεν αποδίδει την ομορφιά με τέτοια μαγεία γραφής και μέσα σε ένα τόσο εξαίσιο χορογραφικό κινήσεων και στίχου, με άρτια εσωτερική μουσικότητα και ρυθμό. Ωστόσο, δεν καταργείται η ακινησία, γιατί αυτή είναι ένα από τα σκηνικά χαρακτηριστικά μιας θεότητας, να κινείται όντας ακίνητη. Έτσι, ενώ ο ποιητής χαμήλωνε τα μάτια του τριγύρω, ‘κορίτσια ζύμωναν, και ζύμη δεν άγγιζαν, / γυναίκες γνέθανε, τ’ αδράχτια δε γυρίζαν / αρνιά ποτίζουνταν, κι η γλώσσα τους στεκόταν / πάνω από πράσινα νερά που έμοιαζαν κοιμισμένα / κι ο ζευγάς έμενε μ’ ανάερη τη βουκέντρα’. Και μέσα σ’ αυτή την ακινησία, του άχρονου χρόνου, το σώμα εκείνο της θεϊκής μορφής ανέβαινε. Και ενώ ένα πλήθος ανθρώπων τη χτυπούσαν με κοντάρια, δεν μπορούσαν να λαβώσουν τη θεά- αυτήν που ο ποιητής σε έκσταση είδε.

Αλλά η νεαρή αρχαία θεότης που όλο και ανέρχεται – το σώμα της νεαρής Ανδρομάχης  με τα άγουρα στήθη, τα στητά που δείχνουν προς τον ορίζοντα – παραπέμπει και στην ομορφιά του νησιού που είναι ανίκητη, μέσα στο πλούσιο φως της, και όπου ‘το θαύμα λειτουργεί ακόμη’. Ο ποιητής χαμήλωσε για λίγο τα μάτια του για να δει τι συνέβαινε γύρω από το θεσπέσιο αυτό γεγονός στη γη, όπου όλα είναι εντελώς ακίνητα. Όλα –  κορίτσια που ζύμωναν, γυναίκες που γνέθανε, αρνιά που έπιναν νερό, πράσινο νερό, ο ζευγάς με το ραβδί του σηκωμένο- είχαν ακινητοποιηθεί υπό την επίδραση της θεϊκής δύναμης, καθώς ανέβαινε στον ουρανό, χωρίς να λαβώνεται από τα χτυπήματα.

Έκσταση Σεφέρη σε παραλληλισμό με την έκσταση Σωκράτη

Στο ‘Συμπόσιον’ του ο Πλάτων αναφέρεται στην εκστρατεία της Ποτείδαιας (432 π.Χ.) που ανακτήθηκε το 429 π.Χ. από τον Αθηναίο στρατηγό Φορμίωνα, και στην οποία μάχη πήρε μέρος και ο Σωκράτης. Στο ίδιο έργο ‘Συμπόσιον’ ο Αλκιβιάδης αναφέρει ότι στην Ποτείδαια ο Σωκράτης ‘στεκόταν από την αυγή, συγκεντρωμένος σε μια σκέψη του, και συλλογιζόταν… Και επειδή δεν προχωρούσε στη σκέψη, αντί να τα παρατήσει, εξακολουθούσε να στέκεται  και να τη ζητά. Και είχε μεσημεριάσει πλέον, και ο κόσμος το πήρε είδηση και με κατάπληξη ανακοίνωσε ο ένας στον άλλον, ότι ο Σωκράτης από το πρωί στέκεται εκεί και παρακολουθεί κάποια σκέψη του.… μερικοί ΄Ιωνες έσυραν έξω τα στρώματά τους να κοιμηθούν στα δροσερά, αφετέρου δε για να παραφυλάξουν, αν θα έστεκε [ο Σωκράτης] έτσι ακίνητος και τη νύκτα. Και αυτός έμεινε πράγματι όρθιος έως ότου χάραξε η αυγή και ανέτειλε ο ήλιος. ΄Ύστερα έκανε την προσευχή του στον ήλιο κι απομακρύνθηκε» (220 cd).’ Η έκσταση του σοφού για αναζήτηση του ιδεατού!

Στη μόνη σωζόμενη προσευχή του Σωκράτη ζητά απ’ τους θεούς να τον αξιώσουν να έχει εσωτερική ομορφιά. Όσα εξωτερικά πράγματα τού ανήκαν να είναι σε αρμονία με τα εντός μου, ενώ θεωρεί τον σοφό και συνετό ως πλούσιο μέσα στην ολιγάρκειά του.

Οι εκστάσεις Σεφέρη και Σωκράτη αν και ανόμοιες, έχουν ως κοινό παρονομαστή την αναζήτηση μιας ανώτερης δύναμης, ενός φωτός που να εξαγνίζει και ν’ αναζωογονεί.

Η Θεότητα του Σεφέρη και η ‘Φεγγαροντυμένη’ του Σολωμού

Κάτω απ’ το φεγγαρόφως ο Σολωμός εκστασιάζεται προς τη δική του φωτολουσμένη.  ‘Η φεγγαροντυμένη του Σολωμού’ ήταν και παραμένει η μυστηριώδης ύπαρξη που έπλασε ο εθνικός ποιητής μέσα απ’ το σημαντικό έργο του ‘Ο Κρητικός’, που έγραψε στην Κέρκυρα στη διετία 1833-1834. Πολλοί γνωστοί νεοελληνιστές, μελετητές των σολωμικών χειρογράφων ασχολήθηκαν με το θέμα  (Ιάκωβος Πολυλάς, Λίνος Πολίτης, Δ.Ν. Μαρωνίτης, Γιώργος Βελουδής, Ερατοσθένης Καψωμένος, Στυλιανός Αλεξίου, Πίτερ Μάκριτζ, Ρόντρικ Μπήτον κ.ά.). Το ποίημα θεωρείται αινιγματικό κυρίως λόγω της δομής του και των έντονων εικόνων. Ωστόσο, η σημασία της ‘φεγγαροντυμένης’ δεν βρήκε μια ικανοποιητική και πλήρη ερμηνεία, γιατί αναλύεται μόνο φιλολογικά.

Ο λόγος είναι ότι η αγνώστου ταυτότητας κόρη πλάστηκε από τον Σολωμό επίτηδες μυστηριώδης ποιητική εικόνα για ν’ ανατρέπει το λογικό, το έρεισμα, την εννοιολογική σειρά ή συνοχή.  Ο Σεφέρης προβληματίστηκε απ’ το σολωμικό απόσπασμα (σ. 47):

‘Κι η θάλασσα, που σκίρτησε σαν το χοχλό που βράζει,

Ησύχασε και έγινε όλο ησυχία και πάστρα

Σαν περιβόλι ευώδησε κι εδέχτηκε όλα τ’ άστρα

Κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση

Κάθε ομορφιά να στολιστεί και το θυμό ν’ αφήσει.

Δεν είν’ πνοή στον ουρανό, στη θάλασσα, φυσώντας

Ούτε όσο κάνει στον ανθό η μέλισσα περνώντας,

Όμως κοντά στην κορασιά, που μ’ έσφιξε κι εχάρη,

Εσειόνταν τ’ ολοστρόγγυλο και λαγαρό φεγγάρι

Και ξετυλίζει ογλήγορα κάτι που εκείθε βγαίνει,

Κι ομπρός μου ιδού που βρέθηκε μια φεγγαροντυμένη».

Ο Ιταλός νεοελληνιστής καθηγητής Massimo Peri έγραψε πρόσφατα το σύγγραμμα ‘Η φεγγαροντυμένη του Σολωμού. Ένας άγνωστος Χ που πρέπει να παραμείνει άγνωστος’ (Εκδόσεις Gutenberg). Κατ’ αυτόν η ‘φεγγαροντυμένη’ φαίνεται ν’ αναπαριστά ένα ‘σύνθετο πρόσωπο’ π.χ. μια νεράιδα/ θεότητα, τη θεά Αφροδίτη, την Παναγία Παρθένο, τη θεϊκή αγάπη, την ομορφιά του οράματος, την Ελλάδα ή την Πατρίδα ή  την Ελευθερία ή μια πλατωνική ιδέα, ή ειδικά την ψυχή της αρραβωνιαστικιάς.

Ο Peri επισημαίνει ότι η ‘φεγγαροντυμένη’ του Σολωμού παρουσιάζει ιερά στοιχεία και χαρακτηριστικά,  τα οποία, όπως θεωρεί ο ψυχολόγος Καρλ Γιουνγκ, συνιστούν ίδιον ψυχικών εικόνων. Επιχειρεί ο Σολωμός με τη φεγγαροντυμένη στο έργο ‘Κρητικός’ να  απελευθερωθεί από τα λογοτεχνικά ‘δεσμά’; Ναι. Δηλαδή κατά τον Γιούνγκ της αναλυτικής ψυχολογίας ή ψυχολογίας του βάθους το σύμβολό του (θεότητα, Αφροδίτη, Παναγία, θεϊκή αγάπη, ομορφιά κ.ο.κ) ενοποιεί δύο αντιφατικά νοήματα, μια θεατή και μια αθέατη πλευρά (σύμπτωση αντιθέτων, coincidentia oppositorum). Ο ποιητής επιχειρεί να επιτύχει την έκφραση μιας άγνωστης οντότητας. Αυτό είναι μια ‘διεργασία εξατομίκευσης’, με στόχο την επιτυχή αφομοίωση ασύνειδων περιεχομένων της ψυχής από τη συνείδηση, με συνεπακόλουθο στόχο την ολοκλήρωση της προσωπικότητας.

Τοιουτοτρόπως, το άτομο προσεγγίζει το αρχέτυπο του Εαυτού. Ο ‘Κρητικός’ ή το Εγώ του αφηγητή-ήρωα έρχεται σε συνάφεια με το αρχέτυπο της anima, που είναι μία ασύνειδη εικόνα απ’ τις συλλογικές εμπειρίες της ψυχής η οποία του επιβάλλεται μέσω δυνατών αισθήσεων. Κατά τον Γιουνγκ η anima, και κάθε αρχέτυπο, παρουσιάζεται με πολλαπλές εικόνες, κυρίως διαμέσου του μύθου, του ονείρου, των οραμάτων, των έργων τέχνης. Και επειδή δεν μπορεί να αφομοιωθεί εξ ολοκλήρου απ’ τη συνείδηση γι’ αυτό το αρχέτυπο της anima παραμένει μια άγνωστη οντότητα, και ανεπίδεκτος λύσης ή απόλυτης ερμηνείας, με άλλα λόγια είναι το θηλυκό μη-Εγώ του αρσενικού.

Εμφανίζεται ως μητέρα, σύζυγος, ερωμένη, θυγατέρα, αδελφή, θεά, Παναγία, κορίτσι, σειρήνα, χορεύτρια, ή ως κοίλο σχήμα (βάζο, λόφος) ή φυσικό στοιχείο, π.χ. θάλασσα, λίμνη, πηγή, φλόγα, άνεμος, σελήνη και ως έντομο ή ζώο, π.χ. πεταλούδα, μέλισσα, γάτα, ελάφι, φίδι, τίγρης. Ακόμα, ως συλλογική οντότητα που θέτει τα τέκνα της υπό την προστασία την π.χ. εκκλησία, πόλη, πατρίδα, ακαδημαϊκή κοινότητα ή Alma Mater.

Τέτοιο αρχέτυπο απαντάται στον Όμηρο, και είναι ο ‘πολυπρόσωπος’ Έκτωρ για την Ανδρομάχη. Πριν αποχωρήσει αυτός να μονομαχήσει με τον Αχιλλέα, αυτή του λέει:  ‘Έκτορα, εσύ μου απόμεινες πατέρας, σεμνή μου μάνα / κι αδελφός, εκτός που είσαι ο ποθητός μου σύντροφος στο κρεβάτι’ (Ἕκτορ, ἀτὰρ σύ μοί ἐσσι πατὴρ καὶ πότνια μήτηρ /  ἠδὲ κασίγνητος, σὺ δέ μοι θαλερὸς παρακοίτης’, βλ. Ιλιάδα, Ραψωδία Ζ, 429-430).

Τα ανάλογα ισχύουν για τον Σολωμό στη ‘Φεγγαροντυμένη’ (του έργου του ‘Κρητικός’) και για τον Σεφέρη στη ‘θεότητα’ στο ποίημά του ‘Έγκωμη’. Η διαφορά είναι ότι ενώ ο Σολωμός τοποθετεί τη ‘Φεγγαροντυμένη’ στην επιφάνεια του νερού, o Σεφέρης την ανασύρει από το χώμα των ανασκαφών της Έγκωμης/ της πανάρχαιας κυπριακής γης και την ανασταίνει, δημιουργώντας έτσι την εικόνα ή την αίσθηση της αποδέσμευσης και της απελευθέρωσης των Κυπρίων απ’ τα αγγλικά δεσμά, προτού θαφτεί η Ιστορία.


[Η ανάλυση τού ποιήματος ‘ΈΓΚΩΜΗ’,  λόγω της μεγάλης έκτασής της, συνεχίζει σε ένα μήνα από σήμερα, δηλαδή την 1η Φλεβάρη 2018]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Πρόσφατα σχόλια

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music