«Η Κύπρος στην ποίηση του Σεφέρη – Εισαγωγή και ανάλυση του ποιήματος ‘Σαλαμίνα τής Κύπρος’», γράφει ο Δρ. Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης

Καλό μήνα και από την Κύπρο, φίλοι αναγνώστες (και συνεργάτες) της Λόγω Γραφής!

Εισαγωγή: O Σεφέρης και η Κύπρος – Μέρος Β’

 

Ο Σεφέρης πρωτογνώρισε τον κόσμο της Κύπρου το 1953. Γοητεύτηκε από τους μύθους και την Ιστορία της. Σχεδόν ταυτίστηκε με το νησί. Πριν φτάσει στην Κύπρο, ο είχε θησαυρίσει εμπειρίες, συγκινήσεις και ιστορίες από επισκέψεις του στη γενέτειρά του Βουρλά κοντά τη Σμύρνη (πήγε 28 χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή). Ως λόγιος ποιητής, μελέτησε βαθιά και με αγάπη τα κείμενα για την Κύπρο (βλ Αλληλογραφία του και Ημερολόγιά του). Είδε ως πρεσβευτής ‘τη στάση ελλαδικών και ξένων παραγόντων απέναντι στα αιτήματα του κυπριακού αγώνα, κάποτε πολύ αποκαλυπτικές’ (όπως αναφέρει ο Σάββας Παύλου).

Ο Σεφέρης αποτελεί φαινόμενο ποιητή που μέσα από τις ημερολογιακές του εγγραφές και τις επιστολές του πάνω σε κυπριακά θέματα, είδε διεισδυτικά τις διάφορες πλευρές της Κύπρου, κατέφερε να εντοπίσει τις υπόγειες δυνάμεις αρκετών φαινομένων, τις αλληλουχίες και προεκτάσεις τους, και σχεδόν προφήτευσε το αύριο της Κύπρου. Ως λόγιος ποιητής ερευνά σε βάθος πολλά κείμενα για την Κύπρο (Λεόντιος Μαχαιράς, Νεόφυτος ο Έγκλειστος, Πέτρος Α’ κ.ά.), παρατηρεί με οξυδέρκεια και αποτυπώνει σε ημερολόγιά και αλληλογραφία, εμπνέεται από τον αγώνα των Κυπρίων για Ελευθερία.

Στην Ομιλία του Σεφέρη στη Σουηδική Ακαδημία, όταν τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963, πριν από 55 χρόνια αναφέρει κάτι πολύ σημαντικό που ισχύει για την Ελλάδα όσο και για την Κύπρο, προφητεύοντας τη μοίρα των εχθρών τους:

‘Όταν, στο δρόμο της Θήβας, ο Oιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμεΚαι ένας από τους διδασκάλους μου, των αρχών του περασμένου αιώνα, (ο Στρατηγός Μακρυγιάννης) γράφει: «…θα χαθούμε, γιατί αδικήσαμε…». Αυτός ο άνθρωπος ήταν αγράμματος· είχε μάθει να γράφει στα τριάντα πέντε χρόνια της ηλικίας του. Αλλά στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορική παράδοση πηγαίνει μακριά στα περασμένα, όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση.’ Το ίδιο, ενδεχομένως να ισχύσει και για την Τουρκία, ‘Θα χαθεί, γιατί αδίκησε’.

 _*_

 

Ποίημα ‘Σαλαμίνα της Κύπρος’

Το ποίημα ‘Σαλαμίνα της Κύπρος’ χωρίς ρητορισμούς αλλά με λιτό λόγο και με σαφή υπαινιγμό, που αγγίζει τα όρια της προφητείας, προαγγέλλει την τελική επικράτηση του δικαίου στην Κύπρο και την απελευθέρωση της από τους Άγγλους κατακτητές.

Το ποίημα αρχίζει με στήσιμο σκηνικών – συνηθισμένη τεχνική του Σεφέρη – σε κάποιο ακρογιάλι, τριγύρω θρύψαλα από παλιά πιθάρια, κάποιες κολώνες, κι ένα εκκλησάκι, ο Άγιος Επιφάνιος που θυμίζει την ακμή μιας αυτοκρατορίας που έχει χαθεί. Όμως το επίθετο ‘πολύχρυση’ φαίνεται να παραπέμπει ιστορικά στις πλούσιες ηγεμονίες που  πέρασαν απ’ εδώ: Μυκηναϊκή, Περσική, Ρωμαϊκή, Βυζαντινή, Φράγκικη, Βενετσιάνικη κ.ά.. Ο ποιητής μπαίνει στη σκηνή, και μας καλεί να εισέλθουμε. Εδώ στο περιγιάλι, πέρασαν τα νέα κορμιά, ο έρωτας, η ζωή. Πότε; Κάποτε, όταν η πολιτεία έσφυζε από ζωή αλλά και τώρα με νέους στην παραλία. Ερείπια τριγύρω, αλλά η ζωή συνεχίζεται!

Η προφητική φωνή του ποιητή συνεχίζει με τη φράση του Μακρυγιάννη. Ο Σεφέρης διαφοροποιείται κάπως από τον Μακρυγιάννη, γιατί γράφει ‘Η γης δεν έχει κρικέλια για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν’ και βέβαια εννοούσε ότι οι ξένοι κατακτητές δεν μπορούν να πάρουν τη γη μας και να φύγουν. Έρχονται, παρέρχονται, αλλά η γη μας θα είναι πάντα μαζί μας. Απ’ την άλλη ο Μακρυγιάννης εννοούσε το ‘εμείς’, τη συλλογικότητα των Ελλήνων, γιατί ο καθείς είναι αδύναμος να τη σηκώσει με κρικέλια μόνος στον ώμο του και να φύγει. Ο Σεφέρης συνεχίζει να εμπνέεται από τον ήρωα Μακρυγιάννη, που στα Απομνημονεύματα του έγραψε για τον Καποδίστρια ότι ‘θέλει να είναι δούλος μιας δύναμης, να της κάμει δούλεψη – να χύσει ένα φλιτζάνι γλυκό νερό να γλυκάνει τη θάλασσα. Ο Σεφέρης το αναστρέφει και γράφει ότι οι κατακτητές (εννοούσε τους Άγγλους) με μικρά προνόμια, κολακείες στοχεύουν να ξεγελάσουν τη δίψα των κατακτημένων για ελευθερία, για την οποία η λαχτάρα είναι πλατιά θάλασσα.

Ο Σεφέρης τονίζει στον στίχο του τη διαφορά σώματος και ψυχής, ύλης και πνεύματος, φθαρτού και άφθαρτου. Το σώμα του αγωνιστή Κύπριου υποφέρει, αλλά η ψυχή του διαφεύγει ως άυλη, δεν μπορεί ο κατακτητής να την εξουδετερώσει. Γνωρίζει ο ποιητής ότι ο Άγγλος κατακτητής έκανε ωμή επέμβαση στο έργο της παιδείας, τόσο μετά τα Οκτωβριανά του 1931 όσο και μετά το Δημοψήφισμα υπέρ της Ένωσης, το 1950. Ωστόσο, δεν κατάφερε ν’ αλλάξει την ψυχή των Κυπρίων, την εθνική τους συνείδηση.

Είναι τα σώματα τους ‘πλασμένα από ένα χώμα που δεν ξέρουν’ οι κατακτητές ποιο! Ούτε ποιο είναι το ιστορικό παρελθόν τους που τα τρέφει, έστω κι αν είναι αμόρφωτοι.

Η εθνική συνείδηση φέρνει ελευθερία, εξ’ ου και ο στίχος του ‘δεν αργεί να καρπίσει τ’ αστάχυ’, κατ’ αντιστοιχία του στίχου του Αισχύλου ‘γιατί η περηφάνια μεστώνοντας καρποφοράει ολέθρου στάχυ’. Επίσης, ο Σεφέρης προσθέτει μια παραπληρωματική εικόνα: ‘να φουσκώσει της πίκρας το προζύμι’. Εννοεί ότι η πίκρα και η αγανάκτηση των Κυπρίων θα φουσκώσει, θα ξεσπάσει. Είναι ο μόνος στίχος του αποσπάσματος που αναφέρεται στους κατακτημένους. Φέρνει στο νου του τα λόγια του Κολοκοτρώνη ‘Ο κόσμος μάς έλεγε τρελούς’ και δικαιολογεί τον εξωλογικό ξεσηκωμό των Κυπρίων.

Ο Σεφέρης αναφέρει την αρχαία φράση ‘νήσος τις έστι…’ παρμένη από τον Αισχύλο (Είναι εμπρός ένα νησάκι…’,στ.447). Εκεί, στην νήσο/πόλη Σαλαμίνα, αποβιβάστηκαν οι Πέρσες αλλά κατέφταναν οι Έλληνες και τους κατανίκησαν. Εκεί στέκει ο ποιητής και προφητεύει, ακούει μυστική φωνή ή πιστεύει ότι και οι Άγγλοι θα έχουν όμοια τύχη.

Μεταπηδά, λοιπόν, από τους αλλοτινούς εχθρούς, τους Πέρσες, στους τωρινούς, τους Άγγλους, χωρίς να τους αναφέρει ονομαστικά- απλώς γράφει ‘τους φίλους του άλλου πολέμου’. Για τον τόπο γράφει ‘σ’ αυτή την έρημη συννεφιασμένη ακρογιαλιά’. Επαινεί όσους έπεσαν για αρχές, μα κρίνει τον λαό που χωρίς αυτές υποδουλώνει την Κύπρο.

Ο ‘φίλος του άλλου πολέμου’ δεν είναι άλλος από τον συγγραφέα Laurence Durrel ο δε άλλος πόλεμος είναι ο ‘Β’ Παγκόσμιος’ – όταν η Ελλάδα ήταν σύμμαχος της Αγγλίας. Ο Σεφέρης υποψιαζόταν τον δήθεν φίλο Durrel ως πράκτορα των Άγγλων στην Κύπρο όταν εργαζόταν ως Διευθυντής του Γραφείου Πληροφοριών Τύπου και Ραδιοφωνικού Σταθμού – των μέσων της αποικιοκρατικής προπαγάνδας. Στις επιστολές του προς τους φίλους του, ο Σεφέρης κρίνει τον Durrel, που ενώ πριν ως άπατρις σάρκαζε τη Βρετανία, στην Κύπρο υποκρινόταν τον ‘φιλέλληνα’ για να αποσπά απ’ τους Κύπριους πληροφορίες, να στοχεύει ν’ αλλοτριώσει και να καθυποτάξει τις συνειδήσεις τους. Ο Σεφέρης, αν και αυστηρός στην κρίση του, τελικά επαληθεύθηκε για τον Άγγλο. Από την άλλη ως φίδια ο Σεφέρης εννοεί προνομιούχους ντόπιους πράκτορες-ανδρείκελα, που ανέχονταν ή διευκόλυναν τον τύραννο (Χούντα, Αγγλοκρατία) να συνεχίζει να δηλητηριάζει τη δημοκρατία, να υποσκάπτει την ελευθερία, να παγιδεύει τον πολίτη.

Το δραματικό στοιχείο του Σεφέρη εδώ είναι ‘το στέγνωμα της αγάπης’ (συχνό μοτίβο στην ποίηση του). Περιέργως, εμβάλλει στον στίχο σχεδόν αυτούσια την προσευχή του αντιπλοίαρχου Λόρδου Hugh Beresford που έγραψε για το καράβι του και που ανέφερε ‘την αρπαγή, το δόλο κι απάτη ή ακόμα ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων’. Ίσως δεν ήθελε να αναφερθεί και πάλι στον Μακρυγιάννη που είπε ανάλογα: ‘Για την πατρίδα. Και τώρα δικαιοσύνη δε βρίσκουμε από κανένα. Όλο δόλο κι απάτη’.

Το ποίημα κλείνει με ένα δραματικό διάλογο και μια αισιόδοξη προφητεία. Αίφνης, ένας χορός συνετών γερόντων συμβουλεύει ότι ‘είναι αδύνατο και ανέφικτο με πάλη να νικήσεις τους ισχυρούς’. Είναι και η φωνή του ίδιου του Σεφέρη, ως πρέσβη, που δεν ήταν επαναστάτης, και ως υπάλληλος συχνά κατέπινε το δίκαιο του και τη φωνή του. Βεβαίως, τον Φλεβάρη του 1971, ως εκτός υπηρεσίας και πιεσμένος από φίλους έκανε δήλωση στο BBC για την Ελλάδα.  Η δήλωση καταδίκαζε καταστάσεις κι όχι πρόσωπα ονοματίζοντας δηκτικά τους δικτάτορες. Αλλά για την Κύπρο, που την αγάπησε πολύ,  ξεθάρρεψε και πίστεψε πως το τέλος των Άγγλων θα ήταν δραματικό, όπως συνέβηκε με την οδυνηρή κάθαρση των Περσών. Στο ποίημα προφητικά και με ειλικρίνεια λέει ότι η αδικία, αργά ή γρήγορα, θα αρθεί. Παρόλο που ο ίδιος ήταν άνθρωπος χαμηλών τόνων, στο ποίημα μέσα από την αισιόδοξη προφητεία του απελευθερώνεται και ‘σαλπίζει’: ‘Ο μαντατοφόρος τρέχει’, εννοώντας όχι μόνο των Περσών, που ήθελαν ν’ αλυσοδέσουν τον Ελλήσποντο. Αντιπαραβάλλει τους Πέρσες με τους Άγγλους, ότι δηλαδή και οι δύο ξεπέρασαν το μέτρο, και έφτασαν στην ύβρη. Και όπως στην Περσία άκουσαν από τον μαντατοφόρο το φοβερό μήνυμα της ήττας τους στη Σαλαμίνα (το 480 π.Χ.) έτσι και στην Αγγλία θα ακούσουν ανάλογο φοβερό μήνυμα για την ήττα των Άγγλων στη ‘Σαλαμίνα’ της Κύπρος (το 1953). Εξ’ ου και ο τίτλος του ποιήματος, αντί ‘Σαλαμίνα της Κύπρου’, αφού ο ποιητής με τη ‘Σαλαμίνα’ εννοεί ‘νήσος Κύπρος εστί’.

Το ποίημα τελειώνει με το συσχετισμό Παλαιάς Διαθήκης και Αισχύλου. Ο Σεφέρης ακολουθώντας τον 28ον ψαλμό γράφει ‘Φωνή Κυρίου επί των υδάτων’ γιατί στον Άγιο Επιφάνιο, όπου τα ερείπια της Σαλαμίνας, βρήκε αυτόν τον ψαλμό ως επιγραφή σε στέρνα. Με τον ψαλμό προαγγέλλει ποιητικά και δηλώσει ότι: ‘Ο Θεός ο κύριος της Δικαιοσύνης βρίσκεται πάντα σ’ αυτόν τον τόπο’. Παραπέμπει και στον θεό του Αισχύλου (βλ. Τραγωδία ‘Πέρσαι’), που είναι τιμωρός των αδικούντων, της Ύβρεως, όπως και της έπαρσης π.χ. ο Ξέρξης που μαστίγωνε τη θάλασσα, ηττήθηκε οικτρά.

Ο αγαπημένος του Σεφέρη Μακρυγιάννης λέει στωικά ‘Θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε’. –ανάλογα και ο Αισχύλος στους ‘Πέρσες’ για την ήττα τους στη Σαλαμίνα. Έτσι το βλέπει ο Σεφέρης για την Κύπρο: θα ελευθερωθεί για να αποκατασταθεί το μέτρο κι η δικαιοσύνη, αξίες ανώτερες για τον Σεφέρη. Θα χαθούν οι Άγγλοι γιατί αδικήσανε.

_*_

ΣΑΛΑΜΙΝΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΣ

Κάποτε ο ήλιος του μεσημεριού, κάποτε φούχτες η ψιλή

   βροχή

και τ’ ακρογιάλι γεμάτο Θρύψαλα παλιά πιθάρια.

Ασήμαντες οι κολόνες – μονάχα ο Άγιος Επιφάνιος

δείχνοντας μουντά, χωνεμένη τη δύναμη της πολύχρυσης

   αυτοκρατορίας.

Τα νέα κορμιά περάσαν απ’ εδώ, τα ερωτεμένα –

παλμοί στους κόλπους, ρόδινα κοχύλια και τα σφυρά

τρέχοντας άφοβα πάνω στο νερό

κι αγκάλες ανοιχτές για το ζευγάρωμα του πόθου.

Κύριος επί υδάτων πολλών,

πάνω σ’ αυτό το πέρασμα.

Τότες άκουσα βήματα στα χαλίκια.

Δεν είδα πρόσωπα – σα γύρισα είχαν φύγει.

Όμως βαριά η φωνή σαν το περπάτημα καματερού,

έμεινε εκεί στις φλέβες  τ’ ουρανού  στο κύλισμα  της

   θάλασσας

μέσα στα βότσαλα πάλι και πάλι:

«Η γης δεν έχει κρικέλια

για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν

μήτε μπορούν, όσο κι αν είναι διψασμένοι

να γλυκάνουν το πέλαγο με νερό μισό δράμι.

Και τούτα τα κορμιά

πλασμένα από έvα χώμα που δεν ξέρουν,

έχουν ψυχές.

Μαζεύουν σύνεργα για να τις αλλάξουν,

δε Θα μπορέσουν – μόνο θα τις ξεκάμουν

αν ξεγίνουνται οι ψυχές.

Δεν αργεί να καρπίσει τ’ αστάχυ

δε χρειάζεται μακρύ καιρό

για να φουσκώσει της πίκρας το προζύμι,

δε χρειάζεται μακρύ καιρό

το κακό για να σηκώσει το κεφάλι,

κι ο άρρωστος νους που αδειάζει

δε χρειάζεται μακρύ καιρό

για να γεμίσει με την τρέλα,

νήσος τις έστι…».

Φίλοι του άλλου πολέμου,

σ’ αυτή την έρημη συννεφιασμένη ακρογιαλιά

σας συλλογίζομαι καθώς γυρίζει η μέρα –

Εκείνοι που έπεσαν πολεμώντας κι εκείνοι που

    έπεσαν χρόνια μετά τη μάχη –

εκείνοι που είδαν την αυγή μες απ’ την πάχνη

    του Θανάτου

ή, μες στην άγρια μοναξιά κάτω από τ’ άστρα,

νιώσανε πάνω τους μαβιά μεγάλα

τα μάτια της ολόκληρης καταστροφής –

κι ακόμη εκείνοι που προσεύχουνταν

όταν το φλογισμένο ατσάλι πριόνιζε τα καράβια:

«Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε

πως έγινε τούτο το φονικό –

την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια,

το στέγνωμα της αγάπης –

Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε…».

-Τώρα καλύτερα να λησμονήσουμε πάνω σε τούτα τα

      Χαλίκια-

  δε φελά να μιλάμε –

  τη γνώμη των δυνατών ποιός Θα μπορέσει να τη γυρίσει;

  ποιός Θα μπορέσει ν’ ακουστεί;

  Καθένας χωριστά ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά

     των άλλων.

-Ναι- όμως ο μαντατοφόρος τρέχει

 κι όσο μακρύς κι αν είναι ο δρόμος του, Θα φέρει

 σ’ αυτούς που γύρευαν ν’ αλυσοδέσουν τον Ελλήσποντο

 το φοβερό μήνυμα της Σαλαμίνας.

 Φωνή Κυρίου επί των υδάτων.

 Νήσος τις έστι.          

 

Γιώργος Σεφέρης

[Σαλαμίνα, Kύπρoς, Νοέμβρης 1953]

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music