«Η κληρονομιά», ένα διήγημα του Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδη

Τον κοιτούσε στα μάτια ώρα πολλή. Ήρθε η ώρα να χωρίσουνε. Στην αρχή ο Γιάννης δοκίμαζε να της το πει δειλά… τώρα όμως ξεκάθαρα. Της Γιάννας τα μάτια έμεναν ελαφρά υγρά και μετέωρα. Δάγκωσε το μέσα μέρος των χειλιών της, έτσι που να μην προσέξει τίποτα αυτός. Πάσκιζε να τον κατανοήσει και ήταν στιγμές που έριχνε τη ματιά της ψηλά. Ήρθε στο μυαλό της το Αγρίνιο, ο παππούς της ο ασπούδαστος, που της έμαθε τα πρώτα σπουδαία πράγματα:

Αξιοπρέπεια, κορίτσι μου, σημαίνει αρχοντιά. Άσε τα αποκαΐδια και προχώρα πέρα να φυτέψεις μια ροδιά, έλεγε κι έδειχνε με το δάχτυλο τον ορίζοντα.

Τώρα, παππού, μου το ρίζωσες κιόλας βαθιά στο μυαλό, του απαντούσε η Γιάννα και ηχολογούσε το γέλιο της σαν σιντριβάνι, χιχοχά, χάχοχι.

Ήρθε, λοιπόν, η ώρα να χωρίσουνε. Αυτή θα έπρεπε να το βαστάξει, να δείξει αξιοπρέπεια. Αυτό της έλεγε η μέσα της φωνή, του παππού, εκείνη η μακρινή.

Στο κάτω-κάτω τι γύρευε αυτή, μια επαρχιώτισσα που τέλειωσε ένα Λύκειο, ανάμεσα σε δυο επιστήμονες, του Γιάννη της του Αθηναίου και της χημικού από την Κύπρο, που αποφάσισαν να ενώσουν τη ζωή τους; Η χημικός ήταν δύο χρόνια μικρότερή του, ενώ αυτή δυο χρόνια μεγαλύτερη. Όσο, όμως, για σπουδές, ένοιωθε περήφανη που έβγαλε το Πανεπιστήμιο της ζωής με ψηλό βαθμό. Ήταν μόλις δεκαοχτώ, σαν την κάλεσε ο θείος της στην Αυστραλία να εργαστεί στη βιομηχανία του για τα γυναικεία ενδύματα ολάκερης Καμπέρα. Ετοίμασε, λοιπόν, τη βαλίτσα της και έφυγε μετανάστης. Την αγαπούσε ο θείος, της έδινε πολλές πρωτοβουλίες κι αυτή τις άρπαζε γερά απ’ τα μαλλιά.

Επειδή είσαι άξια, κανείς δεν με κατηγορεί πως ευνόησα συγγενή, της είπε.

Δέκα χρόνια σφύριξαν. Και να ’την πίσω στην Αθήνα της, να ανοίγει δική της επιχείρηση με όσα πολλά οικονόμησε, λίρα τη λίρα, βάρδια τη βάρδια. Ήταν όλα τόσο εύκολα γι’ αυτήν. Έμπειρη πια η Γιάννα, ήξερε τί ήθελε μια γυναίκα να φορέσει και πώς να τη ντύσει με γούστο, στη μόδα, και στο άψε σβήσε. Και τα κέρδη της επιχείρησης όλο στοιβάζονταν στις τράπεζες. Ναι, ‘επειδή το αξίζεις’ της έλεγε ο θείος. Ένιωθε άξια… μα ήθελε ν’ αγαπήσει… να συναντήσει τον έρωτα. Και τότε θα έκανε τα πάντα για ν’ αποδείξει την αξιοσύνη της.

Εκείνο το πρωινό ήταν όλα τόσο απαλά, γλυκά και ρομαντικά… που είπε να ξεκουραστεί στο σπίτι. Άνοιξε το παράθυρο που κοιτά στην αυλή, και την ίδια στιγμή, αυτός το δικό του, δίπλα της. Κοιτάχτηκαν, ευχάριστα ξαφνιασμένοι.

Καλημέρα. Ωραία μέρα! λέει και βλέπει γελαστά τα βαθυπράσινα μάτια της.

Πιο καλή μ’ ένα καφέ και μουσική, του απαντά με μισή δειλία, μισό θάρρος.

Κύλησαν όλα τόσο όμορφα, με τον καφέ, τη μουσική που του έβαλε η Γιάννα του που έτυχε ν’ αρέσει στο Γιάννη της: «στρώσε το στρώμα σου για δυο».

Ήρθε η ώρα να χωρίσουν, λοιπόν… αυτοί που δεν χώριζαν ποτέ, που τον τάιζε στην αγκαλιά της φέτα απ’ τον τόπο της και αυτός χαλούμι. Που σαν έκαναν έρωτα, στροβίλιζαν στον αέρα με πάθος δυο λέξεις τους μόνο, ξανά και ξανά:

Γιάννα μου… Γιάννα μου…

Γιάννη μου… Γιάννη μου…

Τέτοια η αρμονία! Με νέκταρ περίσσιο. Αλλά πρέπει να τον αφήσει τώρα πια. Αυτόν που σαν είχε οικονομικό πρόβλημα με το νοίκι ήταν αυτή που του το πλήρωνε. Κι όταν κάποτε αυτός διαμαρτυρήθηκε, αυτή του βρήκε οικογένειες με παιδιά να τους διδάσκει ιδιαίτερα οικονομικά για να καλύπτει τα έξοδά του. Από την άλλη τον δίδασκε η ίδια στο πώς οργανώνεται μια επιχείρηση. Για να μην προσβάλλει τον επιστήμονα της του περνούσε εμπειρίες, τάχα ρωτώντας:

Είναι αλήθεια, Γιάννη μου, πως άμα ενθαρρύνεις, στηρίζεις και εκπαιδεύεις τους υπαλλήλους νοιώθουν την εταιρεία οικογένεια και παράγουν πιο πολύ;

Ίσως… πρέπει, απορούσε μα τελικά συμφωνούσε για να της δείξει πως ήξερε.

Πρέπει να τον αφήσει πια. Αυτόν, που μια Κυριακή πήγε με φίλους για μπάνιο στη θάλασσα και τον έφεραν με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο αναίσθητο. ‘Ίωση’, το δικαιολόγησε πρόχειρα ο αδιάφορος γιατρός, κι αυτή ήταν έτοιμη να τον χιμήξει, όπως και την τεμπέλα τη νοσοκόμα. Παράτησε τη δουλειά για μια βδομάδα να είναι στο προσκέφαλό του, ενώ οι φίλοι συνέχιζαν τα μπάνια.

Πρέπει να τον αφήσει. Ναι, πρέπει τώρα με αξιοπρέπεια να τον αφήσει. Και τον άφησε. Και πήρε ο Γιάννης τη χημικό του και μπάρκαρε για Κύπρο, γιατί όπως του είπε αυτή, είχε σπίτι και η ζωή ήταν άνετη, χωρίς άγχος και ρύπους.

Έφυγε ο Γιάννης της. Κι έμεινε μόνη η Γιάννα του… κάποια φορά ν’ ανεβαίνει στο Λόφο Στρέφη, όπου για πρώτη φορά είδε τη γεωγραφία του στήθους της.

***

Στην Κύπρο τον φώναζαν ‘καλαμαρά’, κι αυτός υπέθεσε ότι ήταν διακριτικό των μορφωμένων από Ελλάδα… με χαρτί και καλαμάρι. ‘Περίεργος ο κόσμος’ είπε όταν κατάλαβε πως ήταν παρατσούκλι για τους Ελλαδίτες, μορφωμένους  και μη. ‘Τέλος πάντων σημασία έχει η οικογένεια μου, η ελληνική μας γλώσσα και η Ορθοδοξία’, κατάληξε στωικά και προσαρμόστηκε νωρίς στην κοινωνία. Οι θέσεις τους, ως Καθηγητές σε Γυμνάσια και Λύκεια της Κύπρου, σίγουρες με πολύ καλό μισθό, αυτός στα Εμπορικά και Οικονομικά, εκείνη στη Χημεία.

Τον αρκούσε που ταίριαζε η δική του χημεία με εκείνη της Χημικού του, της γυναίκας του Μαρίας. Μα όσο πέρναγε ο καιρός τόσο το χημικό τους διάλυμα αραίωνε και έχανε απ’ τη δραστικότητά του. Όσο για το όνομα της, Μαρία, ήταν τόσο αγνό… Του θύμιζε Βηθλεέμ της ευλάβειας… Όλο και πιο πολύ την χάιδευε στα μαλλιά, όλο και πιο λίγο τη χάιδευε στ’ άλλα μέρη του σώματος.

Τη φώναζε χαϊδευτικά ‘Χημικέ’ κι αυτή τον αποκαλούσε ‘Αλχημιστή’. Εννοούσε  χημικό του Μεσαίωνα, που πάσκιζε να μετατρέψει τα μέταλλο σε χρυσό. Αλλά  ούτε ένα ‘μου’ για κατάληξη, κι έτσι όταν έκαναν έρωτα ηχούσαν λέξεις μονές

Χημικέ… χημικέ.

Αλχημιστή… αλχημιστή.

Μα, να! Έφεραν στον κόσμο δυο παιδιά εξαίσια: τον Ιάκωβο και τη Μιχαλίνα. Αχ, πόση ταλαιπωρία οι μετακινήσεις τους από πόλη σε κωμόπολη, κάθε που η Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας τους μετακινούσε να διδάξουν σε άλλα σχολεία. Από πόλη, σε κωμόπολη και μετά σε πιο μακρινή πόλη. Σωστός Γολγοθάς για τους τέσσερις, μα πιο πολύ για τον Ιάκωβο και τη Μιχαλίνα:

Μπαμπά, αλλάζουμε σχολεία και χάνουμε φίλους, παραπονιόταν το αγόρι.

Τον φίλο βάλε στην καρδιά και δεν τον χάνεις, του απαντούσε ο Γιάννης.

Πού να βρω σε ξένους τόπους φίλη σαν τη Σοφία, γκρίνιαζε η Μιχαηλίνα.

Κράτα επαφή με τηλέφωνο και γράμματα, ως που να συναντηθείτε ξανά.

Μα το δράμα αποκορυφώθηκε με τα κακά μαντάτα για τη χημικό του. Θα του την έπαιρνε η επάρατη νόσος. Δέκα μήνες άντεξε η Μαρία τη χημειοθεραπεία. Ο Γιάννης ένιωθε πίκρα, μετά θυμό με τη ζωή. Μετά φώλιασε στο μυαλό του η Γιάννα. Του το κυρίευσε. Παραξενευόταν γι’ αυτές τις σκέψεις του, σχεδόν ντρεπότανε. Ακούς εκεί! Αντί να σκέφτεται τη Μαρία, τη μητέρα των παιδιών του, την καλή νοικοκυρά που έτρεχε διακόσιους μαθητές, που έκλεβε από τον ύπνο της να μαγειρεύει, να καθαρίζει, να διαβάζει τα παιδιά να ‘ναι πρώτοι στην τάξη, αντί, λοιπόν, ο Γιάννης να σκεφτόταν αυτή… στο νου του η άλλη !

Γιατί; Και τότε την είδε, τη Γιάννα του, σαν οπτασία να τον παρακινεί επίμονα:

Στάσου στο πλευρό της, Γιάννη μου, στο πλευρό της γυναίκας που διάλεξες και σε τίμησε. Αξιοπρέπεια σημαίνει αρχοντιά. Το θέλουν τα παιδιά, του νεύει.

«Ναι, ναι», συλλογίστηκε βαθιά ο Γιάννης, ‘όπως στάθηκε στο πλευρό μου η Γιάννα μου, σαν ήμουν βαριά άρρωστος στο Νοσοκομείο της Αθήνας, μόνος κατάμονος εγώ, με το θάνατο ν’ ακονίζει το δρέπανο’ και συνέχισε ιδρωμένος ‘καθώς η Γιάννα μου τσακωνόταν με γιατρούς και νοσοκόμες να με σώσουν’.

Αυτό ήταν! Ξαφνικά συνήλθε. Αρπάζει ένα γιατρό απ’ το γιακά κραυγάζοντας:

Λέγε γιατρέ… λέγε… τι φταίει; Τι!… Πότε θα βγάλουμε τη Μαρία από δω

Ήρεμα, κύριε… όσο χρόνο της χαρίσει ο Θεός, απαντά ο γιατρός και φεύγει.

Τι λέει αυτός! Εσύ γιατί αργείς, φωνάζει οργισμένος στη νοσοκόμα ο Γιάννης.

Κάνουμε ότι μπορούμε και δεν αργούμε… Εδώ πεθαίνουν τόσοι, του ‘πε αυτή.

***

Αγκάλιαζε τα παιδιά του σφιχτά. Τα χάιδευε. Έσκυψαν και ακούμπησαν στο χώμα τρεις ανθοδέσμες. Μπλε βιολέτες, κόκκινα και κίτρινα τριαντάφυλλα. ‘Μπλε, κόκκινο, κίτρινο, τα τρία βασικά χρώματα της ζωγραφικής’, είπε μέσα του ‘και οι τρεις μας από δω και μπρος στον πίνακα της ζωής’, κι έκλαψε. Μετά έσκαψε στο πλάι του μνήματος, φύτεψε μια μικρή ροδιά και την πότισαν.

Να ερχόμαστε να την ποτίζουμε, ν’ ανθίσει, να καρπίσει, είπαν μαζί τα παιδιά.

Ναι. Η ροδιά σαν γεννά θα μας λυτρώνει από τα αποκαΐδια του θανάτου, σιγοψιθύρισε ο Γιάννης σαν θυμήθηκε τη συμβουλή του παππού της Γιάννας.

***

Το γράμμα στο ταχυδρομικό κιβώτιό του μύριζε ελαφρό άρωμα λεβάντας. Τι στο καλό συμβαίνει; Με μάτια να γουρλώνουν διαβάζει τον αποστολέα της επιστολής : Γιάννα Αντωνίου, Παγκράτι…. Τι! Το ανοίγει με δάχτυλα που τρέμουν. Πώς είναι δυνατό; Πάνε τόσα χρόνια! Πώς βρήκε τη διεύθυνσή του;

‘Γιάννη μου,

Πάντα παρακολουθούσα από μακριά τη ζωή σου. Σου ζητώ συγνώμη για αυτή μου την αναίδεια. Συγχώρα με… συγχώρεσε την τόση αγάπη μου για σένα. Αυτή, ναι αυτή, είναι ο φταίχτης. Δεν παντρεύτηκα. Με γέμιζε η δουλειά μου και η φωτογραφία σου στο κομοδίνο, θυμάσαι εκείνη που μας έβγαλε ο φίλος μας ο Αλέξης στον Λόφο Στρέφη, τον πρώτο μας Μάη.

Πεθαίνω. Ο καρκίνος μου έχει δώσει πίστωση δέκα μήνες. Αν τους ζήσω όλους τότε το Πανεπιστήμιο της αντοχής θα μου βάλει βαθμό δέκα στα δέκα. Ως τώρα άντεξα τους εννιά, θα πολεμήσω να πάρω και το δέκα. Όχι, δεν θα σου πω σε ποιο Νοσοκομείο βρίσκομαι. Θέλω στο μυαλό σου να υπάρχει το χαμόγελο που σου χάριζα. Τίποτ’ άλλο. Όσο για μένα, με αρκεί η φωτογραφία μας στα χέρια μου, Γιάννη μου, εδώ στο κρεβάτι μου.

Η επιχείρησή μου μεγάλωσε από τότε, και κερδίζει πολύ. Εκπαίδευσα μια ανιψούλα μου να με διαδεχθεί. Έστειλα χρήματα στο Αγρίνιο, στα άλλα ανιψάκια μου για τις σπουδές τους. Μα σε παρακαλώ με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, Γιάννη μου, να δεχτείς από μένα κληρονομιά δύο εκατομμυρίων. Μην μου πεις όχι, στη Γιάννα σου που φεύγει. Αλλιώς θα φύγω πικραμένη. Το θέλω πολύ. Ή τουλάχιστον, δέξου το από μένα για τις σπουδές του Ιάκωβου και της Μιχαηλίνας (μην ρωτήσεις πώς έμαθα τα ονόματά τους). Τα δικά σου παιδιά, άσε με να τα νιώθω και δικά μου.

Σου εσωκλείω το πληρεξούσιο, νομικά εντάξει, να το παρουσιάσεις στην Τράπεζά μου, τη Λαϊκή στην οδό Πανεπιστημίου για να μπορείς να εισπράξεις το ποσό. Μην ξεχάσεις να παρουσιάσεις και την ευρωπαϊκή ταυτότητά σου (καταχώρησα τον αριθμό της, ναι τον θυμάμαι ακόμη).

Σε φιλώ,

η Γιάννα σου

 

Υστερόγραφο: Σε περιμένω στο Νεκροταφείου, στο Παγκράτι… Οι δρόμοι του θα’ ναι γεμάτοι… Να φέρεις γούλια, να τα μυρίσουμε, όπως τότε. Σου στέλλω αντίγραφο της φωτογραφίας μας. Την πρωτότυπη την παίρνω, τη βάζω σε γυάλινη θήκη, να την πάρω μαζί μου αγκαλιά.   

 ***

Ακούμπησε τα γιούλια στο φρεσκοσκαμμένο χώμα. Άρχισε να παραμιλά κάτι στίχους από τραγούδια που τραγούδαγαν τότε μαζί («Παγκράτι που ‘ναι οι δρόμοι σου γεμάτοι», «Άσπρο μου περιστέρι πέτα»). Κάποια στιγμή έβγαλε, σαν αποσβολωμένος, ένα πλαστικό σακουλάκι απ’ την τσέπη του, έσκυψε κάτω, άνοιξε τη παλάμη, πήρε λίγο χώμα και το έριξε αργά με προσοχή  πολλή μέσα στο σακουλάκι. Το έδεσε σφιχτά, και μετά το έφερε στο μάγουλό του. Μάγουλο σε μάγουλο, λες ήταν το δικό της δροσερό μάγουλο, όπως τότε.

Σκούπισε δυο δάκρυα και σηκώθηκε να αποχωρήσει. Με βήμα αργό, όπως των στρατιωτών του αποσπάσματος σε περιφορά Επιταφίου. Μόνο που βάδιζε ανάποδα, με την πλάτη μπροστά προς την έξοδο, και το βλέμμα στραμμένο πίσω στο τάφο της, στα γούλια της. Αργά, αργά… με την πλάτη προς την έξοδο… ως που το μνήμα της χάθηκε μες στ’ άλλα… ώσπου γύρω του θόλωσαν όλα μες στα θολά δακρυσμένα μάτια του, εκτός απ’ τη μορφή της στο νου του.

Πέρασε από την τράπεζα και τακτοποίησε τη μεταφορά της κληρονομιάς των δύο εκατομμυρίων προς το λογαριασμό των παιδιών του στην Κύπρο. Για τις σπουδές, για το μέλλον τους… όπως το ήθελε η Γιάννα του. Και πριν πάρει το αεροπλάνο να επιστρέψει στην πατρίδα του, ανέβηκε στον Λόφο του Στρέφη. Ήταν περίεργος να δει αν ο χρόνος έχει μνήμη. Ναι ο χρόνος ήταν εκεί, νέος για πάντα. Και θυμόταν. Το δένδρο τους ήταν εκεί… Πλησιάζει… Να και τα δυο γράμματα που χάραξαν στον κορμό του. Ένωσαν τότε τα δέκα δεξιά δάχτυλα τους σ’ ένα χέρι να κρατούν μαζί το σουγιά και χάραξαν στον κορμό Γ + Γ.

Γιάννα μου, Γιάννη μου.

Ίσως σας αρέσει και

2 Σχόλια

  • Παναγιώτα Τσορού
    18 Δεκεμβρίου 2018 at 19:43

    Υπέροχο διήγημα αυτό του Ιωσήφ Ιωσηφίδη, γεμάτο συναίσθημα και αλτρουισμό μιας αιώνιας αγάπης.
    Εύγε!

  • Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης
    1 Ιανουαρίου 2019 at 23:13

    Σ’ ευχαριστώ πολύ, αγαπητή Παναγιώτα Τσορού. Το διήγημα αυτό το είχα γράψει πριν από αρκετές δεκαετίες. Μου είπαν κάποιοι »δημοσίευσέ το γιατί συγκινεί». Και τότε θυμήθηκα μια ρήση ενός μεγάλου πνευματικού και λόγιου που είπε »Τέχνη είναι αυτό που συγκινεί, αυτό που αναστατώνει, χωρίς απαραίτητα να προβληματίζει». Είναι γι’ αυτό που αποφάσισα να το δημοσιοποιήσω, και ευχαριστώ το ΛΟΓΩ ΓΡΑΦΗΣ που μου το φιλοξενεί και το αναρτά για τους αναγνώστες.

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music