«Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα συνομιλεί με τη συγγραφέα και ποιήτρια Κατίνα Βλάχου»

Την Κατίνα τη γνώρισα αρχικά μέσω της αγάπης που της έχει ένας κοινός μας διαδικτυακός φίλος, ο Σπύρος Μακρυγιάννης. Κοινοποιούσε συνεχώς τα ποιήματά της, σχολίαζε ευμενώς το έργο της, οπότε, από ‘κει που περνούσαν τα σχόλιά του σαν απλές εικόνες μπροστά από τα μάτια μου,  κάποια στιγμή στάθηκα σε ένα στίχο. Κι έπειτα ανέβηκε το βλέμμα μου στο όνομά της – «Κατίνα». Σκέφτηκα πως αυτό το «Κατίνα» δεν είναι όνομα τυχαίου ανθρώπου. Δεν μπορείς να «σταθείς» στην Ελλάδα με αυτό το όνομα που είναι σε μεγάλο βαθμό συνυφασμένο με συγκεκριμένο προφίλ γυναικών, που μας έχει περάσει κυρίως μέσα από τις παλιές ελληνικές ταινίες, αν δεν το αγαπάς η ίδια.

Η συνονόματή μου Κατίνα, λοιπόν, μου κέντρισε το ενδιαφέρον. Κι έκτοτε την παρακολουθώ, καλύτερα θα έλεγα, τη μελετάω. Κι έκτοτε, επίσης, τη διαβάζω ανελλιπώς τα τελευταία δύο χρόνια.

Μας δόθηκαν ευκαιρίες συνομιλίας. Μας δόθηκαν ευκαιρίες συνεργασίας. Κι αυτές οι επαφές μού έδειξαν έναν άνθρωπο ταπεινό, έναν άνθρωπο γλυκύ, μια γυναίκα ευγενική και ήπια, που γνωρίζει τη θέση της και σέβεται τη θέση των υπολοίπων γύρω της.

Σε πολλά η συγγραφική της φυσιογνωμία μου θύμιζε μια αγαπημένη μου συγγραφέα, τη Ρόζαμουντ Πίλτσερ. Και δημιουργήθηκε μέσα μου ένας δεσμός με την αύρα της, που πιστεύω πως όπου κι αν τη δω, όσο χρόνια κι αν παρέλθουν, θα τη γνωρίσω με ευκολία.

Διαβάζοντας τις απαντήσεις της σε αυτή τη συνομιλία μας, αισθάνομαι ότι η Κατίνα ΕΙΝΑΙ ένας όμορφος άνθρωπος. Την καλωσορίζω και την ευχαριστώ που αφήνει το αποτύπωμά της στην ιστορία αυτής της στήλης.


Κατίνα, από πότε θυμάσαι τον εαυτό σου να γράφει και τι ήταν αυτό που σε ώθησε στην λογοτεχνική απεικόνιση των συναισθημάτων σου;

Οι πρώτες δοκιμές να εκφραστώ με λέξεις μού προέκυψαν στην εφηβεία για μικρό χρονικό διάστημα και χωρίς συνέχεια. Ύστερα ακολούθησαν πολλά χρόνια σιωπής. Μετά τα 40 μου χρόνια έγραψα για πρώτη φορά, κι αυτό έγινε από ανάγκη να αποτυπώσω το βιωματικό φορτίο που είχε πλουτίσει την μέχρι τότε πορεία μου. Έτσι έγραψα, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, την Υπόθεση των Νημάτων και το Πέταγμα του Γλάρου. Το υλικό προϋπήρχε μέσα μου και το κατέθεσα στο χαρτί παρορμητικά και αυθόρμητα, χωρίς να έχω επίγνωση ότι γράφω κάτι που θα διαβαστεί από άλλους. Η Υπόθεση των Νημάτων είχε σαν κύριο θέμα την Προσφυγιά, που τότε ήταν ένα φαινόμενο μικρής κλίμακας, από την γειτονική χώρα κυρίως, την Αλβανία. Στο βιβλίο, ωστόσο, αναφέρομαι στην προσφυγιά και με την ευρύτερη έννοια, αφού όλοι είμαστε προσωρινοί και πρόσφυγες στη ζωή.

Πώς είσαι ως αναγνώστρια; Ποιο είδος λογοτεχνίας διαβάζεις περισσότερο;

Διαβάζω κυρίως λογοτεχνία, με απληστία από νεαρή ηλικία, και τώρα πια πιο επιλεκτικά. Ποίηση διαβάζω γενικά λιγότερο, αν και τα τελευταία χρόνια παρακολουθώ πιο πολύ την ποιητική παραγωγή του τόπου μας, που είναι εξαιρετικά πλούσια, ίσως για να σταθμίσω και τη δική μου θέση μέσα σ’ αυτήν. Τον τίτλο της ποιήτριας τον φέρω με δυσκολία, μου πέφτει βαρύς στις πλάτες και δεν είμαι, και ίσως δεν θα είμαι ποτέ, απόλυτα βέβαιη αν ανήκω αλήθεια στην κατηγορία αυτή. Επειδή έχω μία ευκολία να χειρίζομαι τις λέξεις, επειδή ως επτανήσια έχω έναν έμφυτο ρυθμό, δεν σημαίνει ότι είμαι και ποιήτρια με όλη τη σημασία του τίτλου. Αυτό ας το κρίνουν άλλοι. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια γράφω, σχεδόν αποκλειστικά, στίχους.

Ποιες είναι οι διδακτικές σου αφετηρίες και πόσο σε επηρέασαν στο μετέπειτα  συγγραφικό σου έργο;

Σπούδασα αρχιτεκτονική, άρα λίγη σχέση με τη συγγραφική μου ενασχόληση είχαν οι σπουδές μου.  Αν κάτι μου έμεινε από αυτές και από την επαγγελματική δραστηριότητά μου ως αρχιτέκτονα στο συγγραφικό μου έργο, αυτό είναι η δομή στα πεζά κείμενά μου.

Ανακαλύπτοντας το έργο σου είδα ότι έχεις ασχοληθεί ίσως περισσότερο με το πεζογράφημα, είτε σε μορφή αφηγήματος, είτε σε μυθιστόρημα, απ’ ότι με την ποίηση. Εγώ όμως σε έχω γνωρίσει μέσα από το ποιητικό σου έργο, μάλιστα το τελευταίο αρκετό διάστημα επιδεικνύεις μία προτίμηση στην ακόμα πιο μικρή ποιητική φόρμα, αυτή των χαϊκού και των τάνκα. Τι σε τράβηξε περισσότερο στην ποίηση, που κύριο χαρακτηριστικό της είναι η μικρή, περιορισμένη έκταση και τα συμπυκνωμένα νοήματα;

Δεν μπορώ να απαντήσω στο γιατί από το 2010 και μετά στράφηκα στον στίχο. Έγινε χωρίς να το επιδιώξω. Σχεδόν μαζί με την κρίση στη χώρα μας… Αν μπορώ να αποδώσω σε κάποια αιτία αυτή την ξαφνική αλλαγή είναι ένας χειμώνας, το 2010, που βρέθηκα σε μια ομάδα διαλογισμού. Μάλλον αυτή η εσωτερική διαδικασία απελευθέρωσε μέσα στο μυαλό μου κάποιες δυνατότητες που ήταν αγκυλωμένες. Αλλιώς δεν μπορώ να εξηγήσω αυτή την πληθώρα στίχων που προέκυψαν τότε και για περίπου δύο χρόνια. Και μάλιστα, η πρώτη μου συλλογή, το Ατάκτως Ειρημένα, έχει ένα ύφος και μια θεματολογία πολύ νεανική σε σχέση με την ηλικία μου. Αυτό με κάνει να πιστεύω ότι τα ποιήματα εκείνα προϋπήρχαν και απλά ξεκλειδώθηκαν ετεροχρονισμένα. Στο Τέμπο των Καιρών, πιστεύω, τα ποιήματα, ανταποκρίνονται στο τώρα μου, την εποχή που τα γράφω.

Τι ρόλο θεωρείς πως παίζει η ακαδημαϊκή και η κοινωνική μόρφωση για έναν λογοτέχνη;

Η ακαδημαϊκή μόρφωση σίγουρα εξασφαλίζει τα βασικά εργαλεία για οποιονδήποτε άνθρωπο και για οποιαδήποτε δραστηριότητα. Ο άνθρωπος που είχε την τύχη να υπάρξει φοιτητής, να μάθει σωστά τη γλώσσα του, να ανοίξει ο oρίζοντας των ενδιαφερόντων του, έχει φυσικά πλεονεκτήματα που θα του δίνουν προβάδισμα σε ό,τι κι αν κάνει. Αλλά αυτά τα πλεονεκτήματα το πόσο σπουδαίο αποτέλεσμα θα δώσουν έχει να κάνει με το χάρισμα που κουβαλάει ο καθένας και με την επιμονή του να καλλιεργήσει αυτό το χάρισμα. Έχω συναντήσει ανθρώπους που κι α δεν είχαν την τύχη να βρεθούν σε κοινωνικά πλεονεκτικό περιβάλλον ή σε πανεπιστημιακό περιβάλλον, ανέπτυξαν την τέχνη, σε όποιο κλάδο, με τόση αφοσίωση και πηγαίο έρωτα που δεν υστερούν, ίσως είναι και πιο σπουδαίοι -με την έννοια της αυθεντικότητας- από τους καλλιεργημένους και προνομιούχους.

Ονόμασέ μας αγαπημένους σου δημιουργούς, από τον ευρύτερο χώρο των γραμμάτων και των τεχνών, που επηρέασαν ίσως  τη λογοτεχνική σου υπόσταση.

Επειδή έχω διαβάσει πολύ στη ζωή μου ο θαυμασμός μου επιμερίζεται σε πολλούς δημιουργούς και διαρκώς ανανεώνεται. Θα ήταν κρίμα να πω μερικά ονόματα και να ξεχάσω άλλα. Και, αν μιλήσουμε για επιρροή, είναι δύσκολο να εντοπίσω εγώ η ίδια τις πηγές της. Μάλλον είναι βαθιά αφομοιωμένη και δεν μου είναι διακριτή η αφετηρία της.

Η πρόσβαση στην απόκτηση αλλά και στην έκδοση βιβλίων έχει διαφοροποιηθεί τα τελευταία χρόνια με την χρήση του διαδικτύου, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αλλά και την ευρεία δυνατότητα πλέον αυτοεκδόσεων. Πιστεύεις πως διανύουμε περίοδο πνευματικής ένδειας ή αυτή η άνεση προσφοράς και ζήτησης προσθέτει αξία στα λογοτεχνικά δρώμενα;

Είμαι της άποψης «100 λουλούδια να ανθίζουν…» ακόμα κι αν μερικά θα μαραθούν στην πορεία. Πράγματι η εποχή μας πληθωρίζει σε παραγωγή λογοτεχνικού έργου, όπως και σε όλους τους άλλους τομείς παραγωγής. Η Τέχνη έγινε κι αυτή ένα προϊόν προς κατανάλωση. Η ποιότητα των λογοτεχνικών έργων είναι μια άλλη ιστορία. Σκεφθείτε ποια έργα έμειναν μέχρι σήμερα από την αρχαιότητα και τις προ τυπογραφίας εποχές. Μόνο τα καλύτερα, αφού έπρεπε κάποιοι να τα αντιγράψουν χειρόγραφα. Σήμερα ο καθένας μπορεί να προσφέρει ένα τυπωμένο ή διαδικτυακό συγγραφικό πόνημα. Κι αν παλιά κάποια έργα χάθηκαν επειδή κάποιοι αντιγραφείς δεν τα έκριναν σπουδαία ή δεν είχαν αρκετό χρόνο να τα αντιγράψουν, σήμερα πολλά χάνονται επειδή πνίγονται μέσα στην πληθώρα. Το βιβλίο σήμερα έχει ελάχιστο χρόνο ζωής από την ώρα που θα εκδοθεί. Συνεχώς εμφανίζονται άλλα βιβλία που εκτοπίζουν τα προηγούμενα. Θέλω να πιστεύω ότι κάθε λογοτεχνικό έργο, με την αξία του, σαν διάνυσμα, σαν ένα βέλος, θα πετύχει κάποτε το στόχο του, έστω δηλαδή κάποιους αναγνώστες, τους οποίους θα συγκινήσει, θα ωφελήσει, θα θεραπεύσει, όπως η τέχνη ξέρει να κάνει. Εκείνο που μου μοιάζει ενοχλητικό στις σημερινές συνθήκες, είναι η δυνατότητα να αναδειχθούν -ως άξια λογοτεχνικά δημιουργήματα- μέτρια ή και κακά έργα, μόνο και μόνο επειδή στηρίζονται σε επικοινωνιακές δικτυώσεις των εκδοτών ή των ίδιων των συγγραφέων. Αυτό δεν ωφελεί ούτε τους γράφοντες, όχι πάντως για πολύ, ούτε τους αναγνώστες, ούτε τη λογοτεχνία. Αλλά ο χρόνος συνήθως ξέρει καλύτερα…

Ποια είναι η γνώμη σου για τα ερεθίσματα που περνά η σημερινή δημόσια παιδεία ως προς την πνευματική καλλιέργεια εν γένει αλλά και την λογοτεχνία ειδικότερα;

Εδώ έχω ένα μεγάλο παράπονο. Θεωρώ ότι η επαφή του παιδιού, ιδιαίτερα του μικρού παιδιού, με τις Τέχνες, είναι ένα χρέος του εκπαιδευτικού συστήματος. Το παιδί θα οπλιστεί μέσα από την επαφή του με την Τέχνη με τη δυνατότητα της υπέρβασης, είτε ως δημιουργός είτε ως αποδέκτης, στη μετέπειτα ζωή του. Αλλά πρέπει η επαφή του με την Τέχνη στην τρυφερή αυτή ηλικία να μην είναι επιφανειακή. Πρέπει οι άνθρωποι που φροντίζουν αυτόν το τομέα και επιλέγουν την ποιότητα των έργων, είτε είναι εικαστικά, είτε μουσικά, είτε θεατρικά είτε λογοτεχνικά, να έχουν την κατάλληλη παιδεία και κατάρτιση. Αν το παιδί οδηγηθεί -εν είδει αισθητικής αγωγής- σε κακής ποιότητας και σε άτεχνα έργα, η ζημία που θα υποστεί είναι τεράστια και θα είναι αρνητικό και δύσπιστο σε όλη του τη ζωή, σχετικά με το τι σημαίνει Tέχνη. Θα αναπτύξει λάθος κριτήριο και δεν θα μπορεί να επωφεληθεί από αυτό το χάρισμα της υπέρβασης μέσα από την καλλιτεχνική δημιουργία.

Πώς πιστεύεις πως επηρεάζει ένα ανάγνωσμα τον χαρακτήρα του αναγνώστη; Διαμορφώνει η λογοτεχνία την προσωπικότητά μας;  

Η ζωή διαμορφώνει την προσωπικότητά μας. Στα αναγνώσματα συνήθως αγαπάμε αυτό που προϋπάρχει μέσα μας και ο συγγραφέας το διατυπώνει πριν από εμάς για εμάς. Εκείνο που μπορεί να μας επηρεάσει βαθιά και να μας ωφελήσει επίσης βαθιά, είναι η ποιότητα ενός κειμένου, ενός πίνακα ζωγραφικής, ενός θεατρικού έργου. Είναι το ρίγος συγκίνησης που μας δονεί όταν αυτή η ποιότητα ξεπερνά το γήινο μέτρο μας. Είναι αυτή η υπέρβαση και η λύτρωση που ακολουθεί την επαφή με το έργο τέχνης.  

Ενέχει θεωρείς ψήγματα ματαιοδοξίας η ενασχόληση με τη γραφή; Τι προσδοκά ένας ποιητής, ένας συγγραφέας, ένας λογοτέχνης τελικά;

Όταν έγραψα για πρώτη φορά, έγραψα για τον εαυτό μου, από ανάγκη.  Ήμουν εγώ και οι λέξεις μου. Και αυτή η πρώτη φορά ήταν η ευτυχέστερη περίοδος της συγγραφικής μου εμπειρίας. Η απόλυτη ελευθερία, χωρίς τον δυνάμει αναγνώστη να με λογοκρίνει, να με ελέγχει, να με απασχολεί. Ωστόσο, γράφουμε για να επικοινωνήσουμε. Αν όχι την πρώτη φορά, πάντως από τη δεύτερη και ύστερα, ξέρουμε πια ότι με κάποιο τρόπο, αυτό που γράφουμε κάπου θα φτάσει και από κάποιους θα διαβαστεί. Εδώ αρχίζει η εμπλοκή της ματαιοδοξίας. Ανθρώπινη αδυναμία αυτή και ο ναρκισσισμός επίσης, χαρακτηριστικά που  αν δεν ξεπερνούν τα όρια δεν είναι επιζήμια, ίσως είναι και ωφέλιμα ως κινητήρια δύναμη του δημιουργού. Επιμένω όμως, και έτσι λειτουργώ προσωπικά, να γράφω όταν έχω κάτι να πω και να το λέω σε όσους θέλουν να το ακούσουν. Έτσι είμαι ήσυχη, και αν γράφω, γράφω μέσα σε μια αίσθηση λύτρωσης και όχι με την ανησυχία της επιτυχίας.

Κοιτάζοντας μπροστά, τι θα ήθελες ακόμα να γράψεις, τι θα ήθελες να κατακτήσεις;

Επειδή δεν αισθάνθηκα ποτέ επαγγελματίας συγγραφέας, δεν βάζω στόχους. Μία φορά που είχα την ανάγκη να βάλω ένα στόχο, να πραγματευτώ ένα θέμα που με έκαιγε -και ακόμα με καίει- με μυθιστορηματική μορφή, τελικά σέρνω χρόνια αυτή την ανάγκη και την επιθυμία ανεκπλήρωτη. Οπότε δεν διατυπώνω πια αυτόν τον ένα και μοναδικό στόχο μου. Ίσως έχω γίνει και λίγο τεμπέλα με τα χρόνια και δεν θέλω να εκτεθώ, κυρίως στον εαυτό μου. Γράφω, τελικά,  όταν δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.

 


 

[Η Κατίνα Βλάχου γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1950. Σπούδασε αρχιτεκτονική στη Γαλλία και εργάστηκε στην Κολωνία, την Αθήνα και την Κέρκυρα, όπου ζει από το 1988.

Έχει γράψει τα βιβλία: Η Υπόθεση των Νημάτων, σπονδυλωτό μυθιστόρημα (Έψιλον, 1996 και σε επανέκδοση Διώνη, 2015 με τον τίτλο Νήματα), Το Πέταγμα του Γλάρου, πεζογραφήματα (Έψιλον, 1996),  Έρως Ημίεργος, αφήγημα, δίγλωσση έκδοση, (Ακρωτήρι, 2005 και σε επανέκδοση Λοράνδου, 2011), Οι Ψίθυροι στους Τοίχους, μυθιστόρημα, (Ροές 2009 και σε επανέκδοση Φιλύρα 2018), Ατάκτως Ειρημένα, ποιήματα, (Λοράνδου 2012), Ο Χρόνος της Ελευθερίας, αφήγημα, (Λοράνδου 2013), Το Τέμπο των Καιρών, ποιήματα, (Περισπωμένη 2016) και  η Λιτάνευση του Ιχθύος, πεζά κείμενα, (Φιλύρα 2017).

To αφήγημα Έρως Ημίεργος εκδόθηκε στα αλβανικά, (Dituria Botuese,  2012) και Η Υπόθεση των Νημάτων επίσης (Νeraida Botime, 2013).

Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά Καταφύγιο, Πόρφυρας, Νέα Εστία καθώς και στο διαδίκτυο και χρονογραφήματά της στον κερκυραϊκό περιοδικό τύπο.]

Ίσως σας αρέσει και

3 Σχόλια

  • Σπύρος Μακρυγιάννης
    8 Μαΐου 2018 at 01:03

    Αχ τι όμορφο άρθρο δημιούργησες Κατερίνα!!!
    Αχ η Κατίνα! Ο πρώτος λογοτεχνικός έρωτας καβάλα στα δυο -άντα μου και εκείνος που με έκανε ξανά αναγνώστη!!!! Χαίρομαι που ήμουν η σπίθα της γνωριμίας σας! Χαίρομαι βαθιά και αληθινά… Συγκινούμαι… Για μένα η Κατίνα είναι από τις κορυφαίες μορφές της Ελληνικής λογοτεχνίας του σήμερα… Η ίδια δεν θα το αποδεχθεί ποτέ… Εγώ όμως θα την έχω εκεί στην κορυφή της λίστας στην καρδιά μου!

  • Μαριάννα Γληνού
    8 Μαΐου 2018 at 10:26

    «Γράφω τελικά όταν δεν μπορώ να κάνω αλλιώς». Σας ευχαριστώ πολύ, κυρία Βλάχου. Βάλατε σε λέξεις τη σκέψη μου με ακρίβεια. Υπέροχη συνέντευξη. Εύστοχες, βαθείς ερωτήσεις, ειλικρινείς, αληθινές απαντήσεις.

  • Κατίνα Βλάχου
    9 Μαΐου 2018 at 12:06

    Αγαπημένε μου Σπύρο και αγαπητή μου κυρία Γληνού, σας ευχαριστώ πολύ για τα λόγια σας καθώς και την Κατερίνα και τη Λόγω Γραφής που μας έδωσε την δυνατότητα της επικοινωνίας για άλλη μια φορά.

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

exportsgr.com - Online B2B έκθεση Ελληνικών Προϊόντων

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music