Η Κατερίνα Ευαγγέλου-Κίσσα συνομιλεί με τη συγγραφέα Βασιλική Αποστολοπούλου

Τη Βάσω δεν θυμάμαι πώς τη γνώρισα. Ξέρω το χώρο, ξέρω το χρόνο, μα δεν μου λένε τίποτα… Τη Βάσω την έχω μέσα μου από πάντα. Σαν να βρισκόμασταν από παιδιά στην ίδια σχολική αυλή και παίζαμε. Λίγο μεγαλύτερή μου, με προστάτευε και με συμβούλευε. Είχε γονείς δασκάλους, ήξερε παραπάνω πράγματα, είχε μια ανεπιτήδευτη σοβαρότητα για την ηλικία της τότε. Τώρα έχει μια ανεπιτήδευτη χαρμοσύνη, που τη σκορπά τριγύρω της με τις χούφτες.

Το πρώτο πράγμα που αγάπησα στη Βασούλα μου ήταν το γελαστό της πρόσωπο, η γελαστή της αύρα. Η κυρία αυτή λάμπει, γύρω της αντανακλά θετική ενέργεια και ζεστασιά. Άμα θέλει η ζεστασιά. Γιατί πολύ άνετα μπορεί αυτή τη ζεστασιά να τη ρίξει σε θερμοκρασίες υπό του μηδενός – κι από όσο την ξέρω, πάντα δικαιολογημένα.

Εξελίχθηκε η παιδική μου φιλενάδα. Μεγάλωσε. Πάτησε γερά στα πόδια της. Έγινε επιστήμων, γιατρός, αξιώθηκε και θέση και αναγνώριση και την αγάπη των συναδέλφων της. Αγάπησε, παντρεύτηκε, έκανε δυο παιδιά. Μα εγώ δεν την θαυμάζω γι’ αυτά. Εμένα με κέρδισε η φιλανθρωπία της πρωτίστως, η συμπόνια της και η βοήθειά της στα αδέσποτα ζώα στη συνέχεια. Με κέρδισε ο άκρατος δυναμισμός στης, η ευθύτητά της, η αίσθηση δικαίου που έχει – και που αποτελούν κάποια από τα κοινά μας σημεία. Η Βάσω μού αρέσει γιατί δε χαρίζεται. Είναι δοτική μέχρι σκασμού, αν κρίνει εκείνη ότι το αξίζεις, αν της εμπνεύσεις αυτή τη δοτικότητα. Μπορεί όμως επίσης να σε στείλει και στο διάολο τόσο ευγενικά που να της πεις κι ευχαριστώ.

Η Βάσω δεν γίνεται «φίλη» με την ευτελισμένη έννοια του όρου, όπως έχει καταντήσει στην εποχή μας… Η φιλία για εκείνη, όπως και για μένα, είναι ένα προνόμιο που πρέπει να το κερδίσεις και να το υποστηρίζεις δια βίου.  Είναι μια διαδικασία αμφίδρομη, μια διαδικασία διαδραστική. Στα χρόνια που γνωρίζω τη Βάσω, δεν έχω νιώσει ποτέ εγκατάλειψη. Είναι δίπλα μου σταθερά και διακριτικά, είναι δίπλα μου ισορροπημένα. Είναι από τους ανθρώπους εκείνους που ξέρω πώς όποια ώρα κι αν σηκώσω το τηλέφωνο να την καλέσω, θα μου απαντήσει με χαρά. Κι αυτό για μένα είναι το πιο ουσιώδες.

Καλώς ήρθες Βασούλα μου στο «Πάνθεον» των Όμορφων Ανθρώπων μου. Σε ευχαριστώ για την ωραία μας συνομιλία. Για την ακρίβεια… σε ευχαριστώ για όλα και χαίρομαι που σε έχω στη ζωή μου.


 

Βασιλική είναι γνωστό πως έκανες μια λαμπρή καριέρα ως γιατρός. Από πότε θυμάσαι τον εαυτό σου να γράφει και τι ήταν αυτό που σε ώθησε στην λογοτεχνική απεικόνιση των εικόνων και των συναισθημάτων σου;

Ξεκινώντας από την βαθιά μου αγάπη για την μοναδική ελληνική μας γλώσσα έδινα πάντα  μια λογοτεχνική χροιά σε κάθε τι που έγραφα, ακόμη και σε μελέτες και παρουσιάσεις καθαρά ιατρικών εργασιών. Με την καθαυτό λογοτεχνική γραφή ξεκίνησα το 2008 όταν αποφάσισα να γράψω το πρώτο μου μυθιστόρημα, το «Βαλς μιας ζωής», στην συγγραφή του οποίου με ώθησε η επιτακτική εσωτερική ανάγκη να «απεικονίσω» σε λέξεις την ιστορία των γονιών μου, μια πραγματικά (και κατά γενική ομολογία των αναγνωστών του) ενδιαφέρουσα ιστορία που ξετυλίγεται στα δύσκολα και σκοτεινά χρόνια του εμφύλιου και ολοκληρώνεται λίγο μετά. 

Πώς είσαι ως αναγνώστρια; Ποιο είδος λογοτεχνίας διαβάζεις περισσότερο;

Πολλά είναι τα είδη της λογοτεχνίας που κεντρίζουν το ενδιαφέρον  μου και έχω διαβάσει πολύ στη ζωή μου. Θα έλεγα ωστόσο ότι οι προτιμήσεις μου κλίνουν προς το μυθιστόρημα γενικότερα – και πιο συγκεκριμένα, σε εκείνο που πραγματεύεται τις ανθρώπινες σχέσεις και εμβαθύνει με μαεστρία στο ψυχολογικό προφίλ των ηρώων του. 

Ξέρω πως είχες δύο εξαιρετικούς γονείς, δάσκαλους στο λειτούργημα. Με αφορμή αυτό, θέλω να σε ρωτήσω ποιες είναι οι διδακτικές σου αφετηρίες και πόσο σε επηρέασαν στο μετέπειτα  συγγραφικό σου έργο;

Με δυο γονείς Δασκάλους, με «Δ» κεφαλαίο, ήταν επόμενο να αρχίσω να διαβάζω από πολύ νωρίς, από τα τρία μου χρόνια, και να αγαπήσω βαθιά την ελληνική γλώσσα και τις απεριόριστες γοητευτικές της δυνατότητες στην έκφραση τόσο στον προφορικό όσο και στον  γραπτό λόγο – και στάθηκα τυχερή με το να έχω ικανή ευχέρεια και στα δυο αυτά πεδία.

Μέσα σε ένα σχετικά μικρό χρονικό διάστημα παρέδωσες στο αναγνωστικό κοινό πολλά έργα. Ο λόγος σου και αφηγηματικός αλλά και ποιητικός. Μάλιστα ένα από τα βιβλία σου, το «Φρίντα & Βικτώρια», το συν-έγραψες με την φίλη Φώφη Walter-Κυρλίδου. Σου αρέσει να πειραματίζεσαι και να δοκιμάζεις τις δυνάμεις σου σε διάφορα είδη λογοτεχνίας; Θεωρείς ότι προτιμάς να ασχολείσαι περισσότερο με κάποιο είδος πιο συγκεκριμένα;

Ο πειραματισμός πάντα με γοήτευε και εξακολουθεί να με γοητεύει σε διάφορες εκφάνσεις της ζωής μου, πόσω μάλλον στη συγγραφή. Πράγματι έχω ασχοληθεί με διάφορα είδη λογοτεχνίας -μυθιστόρημα, νουβέλα, διήγημα, χρονογράφημα, θεατρικό (ανέκδοτο ακόμη)  και, βέβαια, ποίηση. Τα αγάπησα και τα αγαπώ όλα και θέλω να πιστεύω ότι κατέθεσα σωστά  και ικανοποιητικά τις σκέψεις, τις ιδέες και τα συναισθήματά μου στο καθένα ξεχωριστά, οπότε δεν θα μπορούσα να επιλέξω κάποιο από αυτά. Με άλλα λόγια, και αφού ολοκληρωθεί στο άμεσο χρονικό διάστημα το τρίτο μου μυθιστόρημα με τίτλο «Δωροθέα», το επόμενο πόνημά μου μπορεί να είναι οποιοδήποτε από αυτά τα είδη – εναπόκειται αυτό στην διάθεση και την έμπνευση, αν θέλεις, εκείνης την χρονικής στιγμής που θα το ξεκινήσω.

Τι ρόλο έχει παίξει στη γραφή σου η ιδιαίτερη πατρίδα σου, η Βέροια;

Η Βέροια, η πατρίδα της καρδιάς μου όπως αγαπώ να την ονομάζω, και η ευτυχισμένη παιδική μου ηλικία στις όμορφες γειτονιές της  έπαιξαν σημαντικό ρόλο τόσο στην διαμόρφωση του χαρακτήρα μου όσο και στην δημιουργία μιας δεξαμενής εικόνων και αναμνήσεων από την οποία αντλώ ιδέες και παραστάσεις που ενσωματώνω στα έργα μου εν γένει ή που, όπως συνέβη με το δεύτερο μυθιστόρημά μου, το «Πάροδος Μουσών 9», αποτελούν σχεδόν εξ ολοκλήρου τον καμβά πάνω στον οποίο απλώνονται όλα εκείνα που έχω μέσα μου και θέλω να καταγράψω.

Τι ρόλο θεωρείς πως παίζει η ακαδημαϊκή και η κοινωνική μόρφωση για έναν λογοτέχνη;

Η κοινωνική μόρφωση είναι εκ των ουκ άνευ για να υπάρχει αποθεματικό εμπειριών, εικόνων, σκέψεων και απόψεων που θα προσφέρουν την απαραίτητη πρώτη ύλη στον λογοτέχνη.

Η ακαδημαϊκή μόρφωση είναι εκείνη που θα διαμορφώσει και θα σμιλέψει κατά το δυνατόν καλύτερα τούτη την πρώτη ύλη ώστε να προκύψει ένα έργο άρτιο, ολοκληρωμένο και ενδιαφέρον. 

Ονόμασέ μας αγαπημένους σου δημιουργούς, από τον ευρύτερο χώρο των γραμμάτων και των τεχνών, που επηρέασαν ίσως  τη λογοτεχνική σου υπόσταση.

Έχω διαβάσει τόσο πολύ και τόσο πολλούς και ιδιαίτερα αξιόλογους συγγραφείς που πραγματικά δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιον ή κάποιους. Σίγουρα υπάρχουν αρκετοί που «μίλησαν» στην ψυχή μου περισσότερο από άλλους  αλλά είναι μάταιο να καθίσω να τους απαριθμήσω. Και ευάριθμοι είναι και πιθανότατα να παραλείψω ονόματα αδικώντας τους – κάτι που δεν το θεωρώ σωστό.

Όσο για το αν επηρεάστηκε η λογοτεχνική μου υπόσταση και γραφή, απαντώ ευθέως όχι. Γράφω κοιτάζοντας αποκλειστικά μέσα στην ψυχή και τις αναμνήσεις μου, αυθόρμητα κι αυθεντικά, χωρίς να ακολουθώ κάποια αχνάρια (σημαντικά αναμφισβήτητα) – θέλω να διατηρώ το δικό μου προσωπικό ύφος, τη δική μου προσέγγιση στον Λόγο. 

Η πρόσβαση στην απόκτηση αλλά και στην έκδοση βιβλίων έχει διαφοροποιηθεί τα τελευταία χρόνια με την χρήση του διαδικτύου, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αλλά και την ευρεία δυνατότητα πλέον αυτοεκδόσεων. Πιστεύεις πως διανύουμε περίοδο πνευματικής ένδειας ή αυτή η άνεση προσφοράς και ζήτησης προσθέτει αξία στα λογοτεχνικά δρώμενα;

Ούτε το ένα ούτε το άλλο θα έλεγα. Σίγουρα δεν υπάρχει πνευματική ένδεια με τόση υπερπροσφορά πονημάτων, άλλο αν ένα  ποσοστό από αυτά είναι ανάξια και λόγου και ανάγνωσης – μπορεί πάντα να βρει κανείς πραγματικούς «πολύτιμους λίθους» μέσα στην αδιάκοπη κυκλοφορία νέων εκδόσεων. Και κάπου εκεί βρίσκεται η απάντηση και στο δεύτερο ερώτημα. Δεν μετράει η ποσότητα αλλά η ποιότητα των κυκλοφορούντων έργων – κι αυτή πρέπει να ψάξει κανείς πολύ για να την βρει και να την απολαύσει. 

Ποια είναι η γνώμη σου για τα ερεθίσματα που περνά η σημερινή δημόσια παιδεία ως προς την πνευματική καλλιέργεια εν γένει αλλά και την λογοτεχνία ειδικότερα;

Δεν μπορώ να έχω άμεση και προσωπική άποψη για το θέμα μιας και τα παιδιά μου έχουν αφήσει εδώ και χρόνια τα μαθητικά θρανία. Κρίνοντας ωστόσο από την εποχή που εγώ τα παρακολουθούσα στην προσέγγιση της λογοτεχνίας από μέρους τους και από συζητήσεις που έχω με γονείς που τώρα είναι τα παιδιά τους σ’ αυτήν την ηλικία και φάση, θεωρώ ότι το εκπαιδευτικό σύστημα (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων φωτεινών εκπαιδευτικών που δρουν αυτόνομα και επαναστατικά, θα έλεγα) κάνει ό,τι μπορεί για να τα αποθαρρύνει από το διάβασμα λογοτεχνικών έργων και, πηγαίνοντας τη σκέψη μου ένα βήμα παραπέρα, να τα κάνει να αντιπαθήσουν την λογοτεχνία και γενικότερα την ενασχόληση με αυτό που ονομάζουμε «εξωσχολικό βιβλίο». Η μόνη τους ευκαιρία, και δική μου παρηγοριά και ελπίδα, είναι η από τους γονείς προερχόμενη διδαχή και εμφύσηση της αγάπης για το διάβασμα.

Πώς πιστεύεις πως επηρεάζει ένα ανάγνωσμα τον χαρακτήρα του αναγνώστη; Βοηθά η λογοτεχνία στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς μας;

Μια κατά τεκμήριο ολοκληρωμένη προσωπικότητα δεν επηρεάζεται – θετικά ή αρνητικά – από τα αναγνώσματα με εξαίρεση ίσως πολύ εξειδικευμένα έργα όπως ψυχολογικές μελέτες ή κατάθεση εκ μέρους του συγγραφέα ειδικών γνώσεων και εμπειριών που θα βοηθήσουν κάποιους αναγνώστες να απαντήσουν σε δικά τους ερωτήματα ή να δουν οικείες καταστάσεις από μια διαφορετική οπτική γωνία. Η λογοτεχνία για μένα πρέπει να είναι πηγή απόλαυσης, όχημα για συναρπαστικά ταξίδια του νου και να αφήνει, σαν το καλό κρασί, μια επίγευση ικανοποίησης και την αίσθηση ότι δεν πήγε χαμένος ο χρόνος της ανάγνωσης. 

Ενέχει θεωρείς ψήγματα ματαιοδοξίας η ενασχόληση με τη γραφή; Τι προσδοκά ένας ποιητής, ένας συγγραφέας, ένας λογοτέχνης τελικά;

Η επιθυμία να καταστεί όσο γίνεται πιο ευρέως γνωστό το έργο ενός συγγραφέα, να γίνουν κοινωνοί των σκέψεων και συναισθημάτων του όσο γίνεται περισσότεροι αναγνώστες, θεωρώ πως είναι και αναμενόμενη και υγιής και θεμιτή κι αυτό ακριβώς (θα πρέπει να) προσδοκά. Άλλωστε γιατί να γράφει κανείς αν είναι να μένουν τα έργα του κλειδωμένα σε ένα συρτάρι – ας γράψει ημερολόγιο καλύτερα σαν εξωτερίκευση όλων αυτών. Έτσι δεν θεωρώ ματαιοδοξία μια τέτοια θεώρηση εφ’ όσον κινείται βέβαια μέσα στα πλαίσια της ταπεινοφροσύνης και της σεμνότητας και δεν ξεφεύγει στα ολισθηρά μονοπάτια του κομπασμού και της ανόητης φιλαρέσκειας.

Κοιτάζοντας μπροστά, τι θα ήθελες ακόμα να γράψεις, τι θα ήθελες να κατακτήσεις;

Έχω ασχοληθεί με αρκετά είδη λογοτεχνίας και θέλω να πιστεύω ότι υπήρξα συνεπής και αξιοπρεπής εργάτρια του Λόγου στο καθένα από αυτά. Στο πρώτο ερώτημα η απάντηση είναι πολλαπλή μιας και με «προκαλούν» με την καλή έννοια πολλά ακόμη είδη – το θεατρικό που ανέφερα και προηγουμένως, δοκίμια, μελέτες έργων σημαντικών συγγραφέων και άλλα.

Στο δεύτερο ερώτημα η απάντηση είναι άμεση και αυθόρμητη. Στόχος και βαθιά μου επιθυμία είναι να κατακτήσω την εκτίμηση, το ενδιαφέρον και την αποδοχή των αναγνωστών που μου κάνουν την τιμή να επιλέξουν κάποιο βιβλίο μου – και πιστεύω πως σ’ αυτή μου την επιδίωξη βρίσκομαι σε καλό δρόμο.


[Η Βασιλική Αποστολοπούλου συνεργάστηκε με τη Λόγω Γραφής με τη στήλη «Ιστορίες… στο φτερό», όπου έγραφε μικρά -ως επί το πλείστον εύθυμα- χρονογραφήματα, εμπνευσμένα από τις εμπειρίες των αεροπορικών της ταξιδιών.]


Λίγα λόγια για τη συγγραφέα: Η Βασιλική Αποστολοπούλου γεννήθηκε στη Βέροια, όπου και τελείωσε το δημοτικό. Αυτή είναι η πατρίδα της, η πόλη της καρδιάς της, παρ’ ότι κατάγεται από την Πελοπόννησο και τη  μετέπειτα ζωή της -μέχρι και σήμερα- την έχει ζήσει στην Αθήνα.

Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και υπηρέτησε  ως γιατρός στο Εθνικό Σύστημα Υγείας έως τον Δεκέμβρη του 2013, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. Είναι παντρεμένη με τον γιατρό Μανώλη Αναστασίου και έχουν αποκτήσει δυο γιους.

Η λογοτεχνία και η μοναδική ελληνική μας γλώσσα πάντα την γοήτευαν. Φανατική αναγνώστρια αμέτρητων βιβλίων, αποφάσισε κάποια στιγμή να περάσει από την ανάγνωση στη συγγραφή. Το Δεκέμβριο του 2010 εκδόθηκε το πρώτο της μυθιστόρημα με τον τίτλο «Το βαλς μιας ζωής» κι από τότε γράφει διαρκώς.

Έχει εκδώσει τα εξής έργα:

«Το βαλς μιας ζωής» (μυθιστόρημα, ΙΒΙΣΚΟΣ, 2010)

«Ψηφίδες» (ποίηση, BOOKSTARS, 2014)

« Φρίντα και Βικτώρια» (νουβέλα, ΤΟΒΙΒΛΙΟ, 2014)

 «Βουκαμβίλιες και γεράνια» (ποίηση, ΤΟΒΙΒΛΙΟ, 2015)

«Η μετακόμιση των χρωμάτων» (διηγήματα, ΤΟΒΙΒΛΙΟ, 2016)

«Πάροδος Μουσών 9» (μυθιστόρημα, ΠΝΟΗ, 2017)

«Αποτυπώματα» (ποιητική συλλογή, ΠΝΟΗ, 2018)

Το τρίτο μυθιστόρημά της αναμένεται μέσα στο 2018.

Σήμερα ζει μόνιμα με τον άντρα της στο Λαγονήσι και μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στο γράψιμο, τη φροντίδα του κήπου και των αγαπημένων της τετράποδων, τη θάλασσα, την οποία λατρεύει, και τα ταξίδια σε Ελβετία και Αγγλία, όπου ζουν και εργάζονται τα παιδιά της.

Ίσως σας αρέσει και

2 Σχόλια

  • Βάσω Αποστολοπούλου
    7 Ιουλίου 2018 at 21:37

    «Καλώς ήρθες Βασούλα μου στο «Πάνθεον» των Όμορφων Ανθρώπων μου. Σε ευχαριστώ για την ωραία μας συνομιλία. Για την ακρίβεια… σε ευχαριστώ για όλα και χαίρομαι που σε έχω στη ζωή μου».
    Εγώ σ’ ευχαριστώ Κατερίνα μου για την πάντα και καθ΄όλα άψογη συνεργασία μας, για την ευκαιρία που μου έδωσες να εκφράσω κάποιες σκέψεις και απόψεις σε τούτη τη συνέντευξη και, πάνω απ’ όλα, για την αγάπη και τη φιλία σου που ανταποδίδω στο πολλαπλάσιο!
    Να είσαι πάντα καλά αγαπημένη μου φίλη!

    • Κατερίνα Ευαγγέλου - Κίσσα
      8 Ιουλίου 2018 at 22:54

      Είναι ωραίο το συναίσθημα να μπορείς να «μαζεύεις» σε μια μεγάλη συντροφιά διάφορους «Όμορφους Ανθρώπους»! Πολύ περισσότερο δε, όταν κάποιοι από αυτούς είναι φίλοι αγαπημένοι.

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music