«Η αγάπη θα ’ρθει, θα ’ρθει», γράφει η Νίκη Μπλούτη Καράτζαλη

‘’Μέσα στον κήπο της δικιάς μου μοναξιάς

κάτι πουλιά πετούν πάνω απ’ τη στάχτη

που άφησε πίσω του όταν έφυγε ο νοτιάς και

μου τραγουδάνε «η αγάπη θα ‘ρθει, θα ‘ρθει»

Ο Μιχάλης στεκόταν για άλλη μια φορά μπροστά στον καθρέφτη και δοκίμαζε τη φωνή του. Ήθελε να βλέπει τον εαυτό του και τις εκφράσεις του προσώπου του την ώρα που τραγουδάει. Απ’ τη στιγμή που τον κάλεσαν από τον διαγωνισμό τραγουδιού για την οντισιόν δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Η καρδιά του χτύπαγε σαν τρελή από χαρά που του δόθηκε επιτέλους η ευκαιρία να δείξει κι αυτός το ταλέντο του. Ας είναι καλά ο ξάδερφός του ο Βασίλης που έκανε την αίτηση, κρυφά χωρίς να τον ρωτήσει, γιατί αυτός ποτέ δε θα το αποφάσιζε από μόνος του. Η αλήθεια ήταν, το παραδέχεται, πως του έλειπε η αυτοπεποίθηση.

Τον τελευταίο καιρό σηκωνόταν απ’ τα χαράματα για να προλάβει τις δουλειές του και να καταφέρει να χωρέσει στο πρόγραμμά του λίγο χρόνο για τις πρόβες που του ήταν απαραίτητες να κάνει πριν πάει στην οντισιόν. Έπρεπε να δουλέψει σωστά τη φωνή του κι είχε επιδοθεί σε διάφορα γιατροσόφια που θα βοηθούσαν στην επίδοσή του.

’’Όπως οι αθλητές ζεσταίνουν τους μύες τους πριν την άσκηση, έτσι κι οι τραγουδιστές θα πρέπει να προθερμαίνουν τους μύες που παράγουν τη φωνή.’’ Αυτό διάβασε κάπου στο ίντερνετ και το βρήκε απόλυτα σωστό. Ευτυχώς, είπε από μέσα του, που υπάρχει και η ενημέρωση στο ίντερνετ. Σπουδαία ανακάλυψη! Πατάς δυο κουμπιά και σου βγάζει αμέσως αυτό που ψάχνεις. Εκεί κατέφυγε κι ο ίδιος βέβαια, για να ξεκινήσει τη σωστή προετοιμασία του για τον διαγωνισμό. Γνώριζε καλά, κυρίως απ’ τα σχόλια που έκαναν οι κριτές στους διαγωνιζόμενους, πως δε φτάνει μόνο να έχεις το χάρισμα μιας ωραίας φωνής, αλλά πρέπει να την καλλιεργείς και να τη φροντίζεις. Και πως αν δεν τη δουλεύεις συχνά, τότε κι εκείνη θα σε προδώσει και δε θα σε βοηθήσει να αναδείξεις το ταλέντο σου. Κι αυτό ήταν που απευχόταν ο Μιχάλης και προσευχόταν καθημερινά στον Θεό να τον βοηθήσει να αντεπεξέλθει σ’ αυτό το παράτολμο βήμα που αποφάσισε να κάνει και να εκτεθεί μπροστά σε τόσο κόσμο.

Γνώριζε επίσης καλά πως το τραγούδι που θα επιλέγει κάθε φορά παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην απόφαση των κριτών. Αυτό το συγκεκριμένο, το επέλεξε ο ίδιος και το κράτησε για το τέλος για δυο λόγους. Ο πρώτος είναι πως πίστευε ότι το λέει καλύτερα απ’ όλα τα άλλα κι ο δεύτερος επειδή του άρεσαν ιδιαίτερα οι στίχοι. Ειδικά στο ρεφρέν που εκφράζει με μεγάλη συναισθηματική ένταση  το μήνυμα του τραγουδιού και βεβαιώνει πως ‘’η αγάπη θα ’ρθει’’. Αποσκοπούσε έτσι να τσιγκλίσει και να κεντρίσει τη ζήλεια της καθηγήτριας Αγγλικών που είχε βάλει στο μάτι εδώ και δυο χρόνια, αλλά αυτή ούτε που γύριζε να τον κοιτάξει.

Ίσως έφταιγε και το επάγγελμά του, σκεφτόταν συχνά ο Μιχάλης, και παραδεχόταν με απογοήτευση πως δεν ταιριάζει σε τίποτα με το δικό της. Γιατί, όπως εύλογα αναρωτιόταν κι ο ίδιος, τι κοινό μπορεί να έχει ένας κτηνοτρόφος με μια καθηγήτρια και δη Αγγλικών, που αυτός δε σκαμπάζει ούτε λεξούλα; Τι ήθελε κι αυτός να ερωτευτεί μια σπουδαγμένη κοπέλα; Ρώταγε τον εαυτό του πλανταγμένος κάθε φορά που του καρφωνόταν η μορφή της στη σκέψη του. Τόσα κορίτσια στο χωριό τον λιμπίζονταν κι αυτός δεν είχε μάτια παρά μονάχα για εκείνη. Αλλά η καρδιά δε σε παίρνει από ρώτημα πού θα ρίξει τα βέλη της κι έτσι η δικιά του σημάδεψε την άπονη καρδιά της λεγάμενης που δεν καταδέχεται να του χαρίσει ούτε ένα βλέμμα, κατέληγε στο τέλος μαραζωμένος απ’ το φέρσιμό της.

Όσο για τη δουλειά του, τη λάτρευε, κι ήταν σίγουρος ότι δε θα μπορούσε να κάνει ούτε μια μέρα δίχως τα ζωντανά του. Ακόμα κι αν κέρδιζε στον διαγωνισμό και προχωρούσε σε δίσκο -γιατί κι αυτή η εκδοχή είχε περάσει απ’ το μυαλό του- αυτός είχε ήδη αποφασίσει πως δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση ν’αφήσει το χωριό του και τα προβατάκια του στο έλεος του Θεού. Προτιμούσε να πηγαινοέρχεται στην Αθήνα παρά να χάσει την ηρεμία του και τα ζωντανά του, γιατί ήταν πολύ δεμένος μαζί τους. Ήταν η δική του οικογένεια. Ποιος απαρνιέται τη φαμίλια του για τη δόξα; Ρωτούσε ξανά τον εαυτό του.

Έπρεπε να προσέχει πάντως, να δει τι θα κάνει και με τα αγγλικά του, τον συμβούλεψε στις αρχές ο ξάδερφός του. Αν τον ρωτήσουν οι κριτές να έχει προετοιμάσει την απάντηση για  να μη γίνει περίγελος σαν κι εκείνον που βγήκε πέρυσι και είπε ‘’το χάπυ μπερθντέι του γιου’’ και γέλαγε εις βάρος του όλη η Ελλάδα. Καλά του έλεγε η μανούλα του τότε να πάει κι αυτός, όπως όλα τα άλλα παιδιά, φροντιστήριο να μάθει δυο στραβαγκούλες αγγλικά, γιατί μπορεί κάποτε να του χρειαστούν, αλλά αυτός κοίταγε πώς να βοηθήσει τον πατέρα του τότε στη δουλειά, δεν είχε νου για γράμματα, σκεφτόταν ο Μιχάλης φανερά μετανιωμένος που δεν ακολούθησε την προτροπή της.

Στην αρχή είχε ενδοιασμούς και για το αν θα πει την αλήθεια για τη δουλειά που κάνει, μήπως και το μετρήσουν ως αρνητικό στοιχείο αυτό οι κριτές.

‘’Να πω δηλαδή πως είμαι βοσκός μπροστά σε τόσο κόσμο; Δε θ’ ακουστεί κάπως;’’ Εξομολογήθηκε ένα βράδυ στον ξάδερφό του με τον φόβο της απόρριψης να τριβελίζει τη σκέψη του. Ο Βασίλης του απάντησε πως καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή και να θυμηθεί τον Πλούταρχο πώς ξεκίνησε κι αυτός απ’ το μηδέν, από ένα μικρό χωριουδάκι της περιφέρειας, γεωργός ήτανε αυτός, τον βεβαίωσε με περίσσια σιγουριά και ο Μιχάλης που μετρούσε πάντα τη γνώμη του, τον άκουγε προσηλωμένος και στο τέλος ηρέμησε, του έφυγε ένα βάρος. ‘’Εξάλλου δεν είναι ανάγκη να πεις πως είσαι βοσκός, θα πεις πως ασχολείσαι με την κτηνοτροφία που είναι ένα σεβαστό επάγγελμα…’’ συμπλήρωσε ο ξάδερφος στις συμβουλές του.

Ευτυχώς, που είχε τον Βασίλη στο πλάι του και τον συνόδευε παντού και τον ενημέρωνε για όλα τα σχετικά, γιατί αυτός δε σκάμπαζε τίποτα απ’ όσα τους λέγανε εκεί μέσα. Μιλούσαν μισά ελληνικά μισά αγγλικά. Έκανε βέβαια πως καταλάβαινε ό,τι τους λέγανε, την ώρα που τους είχανε μαζέψει σε ομάδες και τους κατατοπίζανε για τα στάδια που θα περάσουν ως τον τελικό. Όσοι ήταν τυχεροί φυσικά και έφταναν ως εκεί.

‘’Μέσα στον κήπο της δικιάς μου μοναξιάς

κάτι παιδιά που γκρέμισαν το φράχτη

μου ‘παν σε είδαν πάλι απ’ έξω να περνάς και

έπειτα είπαν «η αγάπη θα ‘ρθει, θα ‘ρθει»

Συνέχιζε ο Μιχάλης την προπόνηση κι άρχισε να θαυμάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη που κατάφερε να την εξελίξει μ’ αυτές τις ασκήσεις και να την κάνει πιο σταθερή, αναπνέοντας από την κοιλιά κι όχι απ’ το στέρνο, γιατί όπως διάβασε, αυτή η άσκηση βελτιώνει τον ήχο και σου επιτρέπει να έχεις τον έλεγχο της φωνής σου. Και δεν ξεχνούσε φυσικά να πίνει πολύ νερό και πράσινο τσάι με μέλι και λεμόνι, τα οποία είναι απαραίτητα για να λιπάνει τις φωνητικές τους χορδές.

Ο ξάδερφός του ανέλαβε να του εξηγήσει τα στάδια που θα περνούσαν κάθε φορά. Τα  Μπλάιντ οντίσιον, του είπε ο Βασίλης είναι το πρώτο στάδιο που καθορίζει αν θα περάσουν ή θα αποκλειστούν απ’ το παιχνίδι, ακολουθούν τα Μπάτλς και τα Νοκάουτς. Όταν θα έχει περάσει την πρώτη φάση με το καλό θα ανήκει στην ομάδα ενός απ’ τους κριτές κι αυτός θα τους κάνει πρόβες και θα τους μάθει πώς να δουλεύουν την αναπνοή τους και πώς να χρησιμοποιούν το μικρόφωνο. Θα τους προπονήσει με λίγα λόγια, του εξήγησε ο Βασίλης, γι’ αυτό τους λένε και κόουτς, που σημαίνει προπονητές στα αγγλικά. Ο Μιχάλης έμεινε άναυδος με την εξήγηση. Ως τώρα αυτός νόμιζε πως τους λένε όλους Κώτσους, το γιατί βέβαια δεν το είχε καταλάβει, αλλά δεν του περίσσευε κι ο χρόνος για να απασχολήσει το μυαλό του μ’ αυτά.

Όσοι περάσουν τα τρία πρώτα στάδια  θα είναι  στον τελικό. Τριάντα έξι άτομα θα περάσουν τους είπαν στην τελευταία φάση που λέγεται Κρος Μπάτλς κι εκεί η εκπομπή θα είναι λάιβ, δηλαδή απευθείας μετάδοση. Εκεί λοιπόν θα τους ψηφίζει ο κόσμος.

Ο Μιχάλης ανησύχησε πολύ για τη δεύτερη φάση. Του φάνηκε η πιο δύσκολη κι από τις τρεις, γιατί ο κόουτς τους θα τους έδινε ένα τραγούδι της αρεσκείας του. Ο Βασίλης έσπευσε για ακόμα μια φορά να τον καθησυχάσει και τον σιγούρεψε πως όλα θα πάνε καλά. Αρκεί που είναι προικισμένος μ’ αυτή τη φωνή κι όλα τα άλλα θα έρθουνε, συμπλήρωσε στο τέλος χαμογελαστός και σήκωσε το ποτήρι του να πιούνε στην επικείμενη επιτυχία του ξαδέρφου του, που δε θ’ αργήσει, του τόνισε, όπως η αγάπη να ’ρθει.


Ακούστε το τραγούδι ‘Ο κηπουρός’ (η αγάπη θα ‘ρθει)


Σαν όνειρο τού φαίνονταν όλα από τότε που ξεκίνησε αυτό το περίεργο ταξίδι του μέσα στο παιχνίδι. Σαν ψέματα. Ακόμα δεν το πιστεύει πως είναι ανάμεσα στους τόσους τυχερούς. Δυο χιλιάδες άτομα πήραν μέρος στον διαγωνισμό. Όταν άκουσε για πρώτη φορά τον αριθμό ο Μιχάλης απογοητεύτηκε. ‘’Τι θέλω εγώ εδώ; Οι περισσότεροι έχουν κάνει σπουδές, μιλάνε δυο τρεις γλώσσες, αυτά μετράνε για τους κριτές…’’έλεγε ξεδιπλώνοντας τις ανήσυχες σκέψεις του στον ξάδερφό του κάθε φορά που έφευγαν.

Κι αυτές οι μικρές συνεντεύξεις που έπρεπε να δίνουν πριν από κάθε τραγούδι τον αγχώνανε πάρα πολύ. Έπρεπε κάθε φορά να σκαρφίζεται κάτι καινούργιο για να μη λέει τα ίδια και τα ίδια. ‘’Ποια ήταν η καλύτερή σας στιγμή στα Μπλάιντς; Πώς νιώθετε που περάσατε στα Νοκάτουτς;’’ Αυτές οι ερωτήσεις τον μπέρδευαν. Όσο κι αν του είχε εξηγήσει ο Βασίλης τα στάδια που θα περνούσαν πάντα τα ξεχνούσε, επειδή χρησιμοποιούσαν αγγλικές λέξεις. Τι ήταν πάλι κι αυτό. Σε ελληνικό παιχνίδι και να λένε τους όρους στα αγγλικά! Υπάρχει πιο όμορφη γλώσσα από την ελληνική; Αναρωτιόταν κάθε φορά εκνευρισμένος με την επιμονή τους.

Ευτυχώς, όταν αναγκάστηκε να παραδεχτεί στον κόουτς πως δεν τραγουδάει αγγλικά –δε φανέρωσε βέβαια πως δε μιλάει καν αγγλικά—ξαλάφρωσε που αυτός το αποδέχτηκε δίχως κανένα σχόλιο. Άλλωστε, το διαπίστωσε κι ο ίδιος πως δεν ήταν ο μοναδικός.  Το ελληνικό τραγούδι πάντως έχει άλλη απήχηση στο κοινό, έλεγε ο Μιχάλης με βεβαιότητα στον ξάδερφό του κι αυτός επικροτούσε την άποψή του.

Η πρώτη φορά πάντως ομολογεί πως ήταν συναρπαστική. Κόντεψε να σπάσει η καρδιά του έτσι όπως στεκόταν ανάμεσα σε τόσο κόσμο και τραγουδούσε.   Μπορεί να παιδευτήκανε πολύ με τον Βασίλη για να καταλήξουνε  στο ποιο τραγούδι θα έλεγε καλύτερα, αλλά τελικά τα κατάφεραν θαυμάσια. Στην αρχή διαφωνούσαν, αυτός προτιμούσε το ‘’Άτιμη καρδιά’’ κι ο Βασίλης του πρότεινε το ‘’Καίγομαι και σιγολιώνω’’ που όπως του εξήγησε το απογειώνει, το λέει καταπληκτικά! Πόσο κουράγιο του δίνει ο ξάδερφός του! Πολλές φορές αναρωτιέται τι θα έκανε αν δεν είχε κι αυτόν να τον ενθαρρύνει και να του τονώνει την αυτοπεποίθηση.

Ο Μιχάλης είχε ενδοιασμούς για το ‘’Καίγομαι και σιγολιώνω’’ επειδή δεν ήθελε   να το εκλάβει η καθηγήτρια Αγγλικών σαν μήνυμα, για τότε που τον ‘’έφτυσε’’ με το φέρσιμό της, όταν τόλμησε εκείνος να την πλησιάσει και να της εκδηλώσει το ενδιαφέρον του. Ο Βασίλης όμως κατάφερε και τον έπεισε κι ευτυχώς, είπε αυτό.  Μ’ αυτό το τραγούδι κατάφερε να κάνει και τους τρεις κριτές να γυρίσουν! Ο τελευταίος, που δεν γύρισε, του έδωσε κι αυτός συγχαρητήρια για την ωραία φωνή του και τον καλώς όρισε στο παιχνίδι. Δεν το πιστεύανε οι κριτές πως δεν έχει τραγουδήσει ξανά μπροστά σε κοινό με μικρόφωνο ούτε ότι δεν έχει κάνει σχετικές σπουδές με το τραγούδι. Πώς δεν κατουρήθηκε απ’ τη χαρά του πάνω στη σκηνή όταν αντιλήφθηκε πως πέρασε τελικά στον διαγωνισμό, ομολόγησε στον ξάδερφό του όταν τον συνάντησε στα παρασκήνια κι έπεσε στην αγκαλιά του. Δυσκολεύτηκε βέβαια λίγο μετά, του είπε, να επιλέξει με ποιον κόουτς θα πάει, γιατί και οι τρεις τον διεκδικούσαν και του έλεγαν διάφορα για να τον πείσουν να πάει στην ομάδα τους. Ο Βασίλης τον είχε συμβουλέψει να διαλέξει την Έλενα που είναι και γυναικάρα, για να μπει έτσι και στο μάτι της καθηγήτριας αλλά αυτός ακολούθησε το ένστικτό του και διάλεξε τον Κωστή, ο οποίος ήταν απ’ όλους ο πιο γελαστός και πιο ήρεμος.

Στον γυρισμό για το χωριό, σ’ όλο τον δρόμο, δε σταμάτησε να κελαηδάει από την έξαψη και τη χαρά του. Σχολίαζαν διάφορα με τον Βασίλη. Πότε θα ξανακατέβουνε για να αρχίσουνε τις πρόβες, πώς του φάνηκαν από κοντά οι κόουτς, πώς ένιωσε όταν ανέβηκε στη σκηνή, τι ασθάνθηκε όταν πάτησαν το κουμπί και γύρισαν προς το μέρος του και το κυριότερο, πώς θα τον αντικρίσει τώρα η καθηγήτρια όταν μάθει τα νέα απ’ τους χωριανούς τους! Ένιωθε πως δεν πατούσε πια στη γη αλλά πως πετούσε με τα φτερά του στον έβδομο ουρανό, εκεί που λένε πως σεργιανάνε όλοι οι ευτυχισμένοι.

Η δεύτερη φάση ήταν η πιο αγχωτική γι’ αυτόν, διότι δεν γνώριζε ποιο τραγούδι θα του δώσει ο κόουτς του και με ποιον θα ήταν ζευγάρι. Σκεφτόταν πως αν ο αντίπαλός του ήταν δυνατός, τότε θα ήταν σκούρα τα πράγματα για εκείνον. Μόλις όμως πήρε το τραγούδι στα χέρια του χάρηκε πολύ, γιατί έτυχε να είναι από τα αγαπημένα του. Κι  ύστερα μόλις είδε την κοπέλα που θα το λέγανε μαζί ηρέμησε αρκετά. Προτιμούσε να τραγουδήσει παρέα με μια κοπέλα παρά με έναν άντρα, που θα ήταν πιο δυνατός ο ανταγωνισμός.

Το τραγούδι που τους εμπιστεύτηκε ο κόουτς τους, ήταν το ‘’Αγάπη μου όλα καλά…’’ του Τερζή, σε στίχους και μουσική του Θεοφάνους -όπως τους ενημέρωσε ο Κωστής- ένα ωραίο τραγούδι που του έδωσε την ευκαιρία να αναδείξει τη βελουδένια φωνή του. Το είπε, του είπανε οι κριτές με πολύ πάθος κι έτσι στάθηκε για δεύτερη φορά τυχερός και πέρασε άνετα στο επόμενο στάδιο.  Στενοχωρήθηκε λίγο βέβαια για την κοπελιά που αποκλείστηκε, επειδή τους είχε δοθεί η ευκαιρία να γνωριστούνε καλύτερα κι έκαναν παρέα στα διαλείμματα εκτός απ’ τις πρόβες. Τον κάλεσε μάλιστα και στην Κρήτη το καλοκαίρι. Αλλά τι να γίνει. Μες στη χαρά του την ξέχασε μετά κι αυτή. Είχε όμως το τηλέφωνό της και σκόπευε να την πάρει κάποια στιγμή, όταν ηρεμούσε, να έχει έτσι και μια αναπληρωματική υπόψιν του αν συνέχιζε η καθηγήτρια -μετά από τέτοια επιτυχία κιόλας- να του κάνει τη δύσκολη.

Στο χωριό ήδη τα νέα κυκλοφορούσαν παντού και κάθε φορά που μάθαιναν πως θα τραγουδήσει ο Μιχάλης στηνόντουσαν όλοι μπροστά στη τηλεόραση για να τον απολαύσουνε. Έτσι του λέγανε τουλάχιστον.  Όταν μάλιστα στολιζόταν και φορούσε τα καλά του για να βγει έξω για καφέ ή ποτό, όλοι τον συγχαίρανε που τα κατάφερε να ξεχωρίσει και τον επιβράβευαν για τη δόξα που χάρισε στον τόπο τους. Οι κοπελιές δε, δεν έπαιρναν τα μάτια τους από πάνω του. Όχι πως πριν περνούσε απαρατήρητος απ’ τα βλέμματα των κοριτσιών, γιατί μπορεί σπουδές να μην έκανε αλλά από παρουσιαστικό πίστευε πως δεν υστερούσε σε τίποτα. Και το ύψος του το είχε και τα μπράτσα του και τα κατάμαυρα μαλλιά του και τα μπιρμπιλωτά του μάτια με τις τεράστιες βλεφαρίδες. Κι αυτή του την πεποίθηση βέβαια, την τόνωναν οι λοξές ματιές των κοριτσιών που γυρνούσαν προς το μέρος του κάθε φορά που περνούσε δίπλα τους, ακόμα κι όταν ήταν άσημος.

Και να που πέρασαν οι μήνες δίχως να το καταλάβει και μέθυσε ο Μιχάλης με όλα αυτά τα πρωτόγνωρα όμορφα πράγματα που ζούσε τον τελευταίο καιρό και δεν ήθελε με τίποτα να τελειώσει αυτό το όμορφο ταξίδι του. Δεν τον ένοιαζε τόσο να πάρει το αυτοκίνητο που θα χαρίζανε στον νικητή, δεν εκτιμούσε άλλωστε αυτός τόσο τα υλικά αγαθά -ήταν από γεννησιμιού του ολιγαρκής- όσο τη δόξα. Αυτή τη δόξα που ποτέ δεν τόλμησε να ονειρευτεί και τώρα βήμα βήμα δίχως να το καταλάβει βάδιζε σταθερά προς εκείνη.

Αχ πώς έφτασε το τέλος! Πόσο λίγο κράτησε το όνειρο; Πώς θα γυρίσει πάλι πίσω στην καθημερινότητα αν δεν κερδίσει; Συλλογιόταν τις τελευταίες ώρες που κοντοζύγωνε ο τελικός και βυθιζόταν στη μελαγχολία. Αποφάσισε όμως, αυτή την τελευταία του φορά που θ’ ανέβαινε πάνω στη σκηνή να την απολαύσει. Να τα δώσει όλα, να διώξει τις αρνητικές σκέψεις και να επικεντρωθεί στον σκοπό του.

Και να που στέκεται τώρα πάνω στη σκηνή και περιμένει το σύνθημα ν’ αρχίσει το τραγούδι του κι η ματιά του χαϊδεύει από μακριά το δικό του κοινό, που φωνάζει για να τον ενθαρρύνει κρατώντας το πανό με το όνομά του ψηλά. Εκεί ανάμεσα στον κόσμο που κατέβηκε απ’ το χωριό του μονάχα γι’ αυτόν, το βλέμμα του ακουμπάει στη μορφή της καθηγήτριας κι αναγνωρίζει από μακριά τα όμορφα μαλλιά της και τα μάτια της που λάμπουν κάτω απ’ το φως που ρίχνουν πάνω τους οι προβολείς. Και νιώθει μια αγαλλίαση και μια χαρά να πλημμυρίζει την ψυχή του από ευχαρίστηση.

 ‘’ Η αγάπη θα ’ρθει θα ’ρθει…

 Θα ‘ρθει, ένα απόγευμα ζεστό  θα μπει στον κήπο αυτό

όλο το φως που υπάρχει…

θα ‘ρθει, μ’ ένα ποδήλατο λευκό  θα κοιταχτεί μεσ’ στο νερό

και θα ρωτάει να μάθει…

πότε γέμισε ο κήπος με πουλιά πόσο είχε λείψει εκεί μακριά

ποιος θα φροντίζει τ’ άνθη…’’

Τα βλέφαρα του Μιχάλη τρεμόπαιξαν ενοχλημένα απ’ τις ακτίνες του ήλιου που πέρασαν μέσα από το γέρικο κλαδί της ελιάς, εκεί όπου είχε ξαπλώσει να ξεκουραστεί μέχρι να βοσκήσουν τα πρόβατά του. Μια προβατίνα βέλαξε λίγο πιο πέρα για να μαζέψει το μικρό της κοντά της. Ανασηκώθηκε και κοίταξε γύρω του σα χαμένος. Ήταν η Αργύρω του, που της είχε δώσει το όνομα της καθηγήτριας που τον ξελόγιασε. Την αναγνώρισε από το βέλασμά της. Μα τι έγινε; Αναρωτήθηκε τρίβοντας τα μάτια του σε μια προσπάθεια να ξυπνήσει τις κοιμισμένες του αισθήσεις. Τινάχτηκε απότομα όρθιος σαν αντιλήφθηκε το περιβάλλον γύρω του. Πού είμαι; Αναφώνησε μπερδεμένος από τη σύγχυση του μυαλού του. Δεν είναι δυνατόν! Πριν ένα λεπτό θα ορκιζόταν πως ήταν απάνω στη σκηνή και τραγουδούσε. Είχε φτάσει στον τελικό, τα είχε καταφέρει!

Έβγαλε το κινητό απ’ τη τσέπη του κι έριξε μια ματιά στις κλήσεις. Μα τι συνέβη; Πώς και δεν το άκουσε; Τρεις κλήσεις είχε απ’ τον ξάδερφό του. Τι να τον ήθελε; Ήταν αλήθεια τελικά όλα αυτά ή τα ονειρεύτηκε; Να καλέσει μήπως τον Βασίλη για να τον ρωτήσει; Αν όμως τα ονειρεύτηκε θα τον πάρει στο ψιλό σίγουρα και θα έχει δίκιο. Ήδη τον λέει ονειροπόλο. Άσε, καλύτερα να περιμένει να τον πάρει εκείνος όταν θελήσει κι απ’ τα λεγόμενά του θα βγάλει συμπέρασμα. Ένιωσε το σάλιο του να λιγοστεύει απ’ την αγωνία κι αναζήτησε στο ταγαράκι του το μπουκάλι με το νερό που είχε χώσει το πρωί φεύγοντας απ’ το σπίτι. Ακόμα κι όνειρο να ήταν όμως, ήταν τόσο γλυκό! Γεμάτο έντονα συναισθήματα και δυνατές συγκινήσεις! Μονολόγησε αναστενάζοντας λιγάκι πικραμένος.

Κάθισε ξανά κάτω απ’ την ελιά κι αγνάντεψε το αγαπημένο τοπίο γύρω του. Ένα απ’ τα σκυλιά του, ο αγαπημένος του Μάριος, που γεννήθηκε λίγα χρόνια πριν ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο, προφανώς διαισθάνθηκε την ταραχή του κι ήρθε κοντά του να τον ηρεμήσει. Τρίφτηκε στα πόδια του κι άρχισε να του γλείφει τα χέρια γυρεύοντας το χάδι του.  Ο Μιχάλης άπλωσε το χέρι του και τον χάιδεψε τρυφερά στην πλάτη για να τον ευχαριστήσει που τον νοιάζεται.  Ύστερα έπιασε τη φυσαρμόνικα απ’ τη δεξιά του τσέπη κι άρχισε να παίζει τον σκοπό του τραγουδιού που λίγα λεπτά πριν τραγουδούσε μπροστά στο κοινό του.

‘’Μέσα στον κήπο της δικιάς μου μοναξιάς

Τώρα κανείς πια δεν τριγυρνάει

Μες στα δωμάτια μπαινοβγαίνουνε σκυλιά και

ένα μικρό παιδί τα κυνηγάει…’’

Τραγούδησε δυνατά με πάθος κι αντιλάλησε στην καταπράσινη πλαγιά η γάργαρη και καθάρια φωνή του.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music