«Ζαχαρούλα κι Αφροδίτη», γράφει η Μαριάννα Γληνού

Δεν έβγαλε από πάνω της το φόρεμα, να ντυθεί τις ροζ πυτζαμίτσες της, να φορέσει τον ύπνο στη σωστή του προετοιμασία, ούτε είχε φροντίσει  να σκεπαστεί καλά, γιατί το βράδυ, όσο να ’ναι πάγωνε η ατμόσφαιρα κι ήθελε την προστασία του το σώμα, χειμώνας καιρός ακόμα, κι ας φώτιζε περισσότερο ο ήλιος τη μέρα…

Ήθελε να κρατήσει πάνω της λίγο παραπάνω την ευχαρίστηση, ήταν καιρός πίσω, πολύ παλιά, χαμένο στη μνήμη, που θυμόταν να της είχε αρέσει το αντιφέγγισμά της στον καθρέφτη ενός μαγαζιού, δοκιμάζοντας ένα κάτι, να πει, ναι αυτό είμαι εγώ, και να αντέξει και την τιμή της αγοράς του κομματιού του εαυτού της! Ποιος στα αλήθεια τ’ αντέχει αυτό; Για αυτό σκεπάστηκε και το σάλι που της είχε χαρισμένο το παιδί της, κι ένα άσπρο χουχουλιάρικο  κουβερτάκι, και δέχτηκε να κλείσει τα μάτια, να παραδοθεί, πάντα με όρους, σε έναν ύπνο, που δεν εξέταζε τι ακριβώς θα ξεκούραζε, το σώμα από την κίνηση και τα πόδια απ’ τα τακούνια που με απίστευτη γενναιότητα κυκλοφόρησε στους δρόμους, ή την απουσία που θα έπρεπε με τούτη να ζήσει από δω και στο εξής, αποδεχόμενη τον κύκλο της ζωής και τη ροή του χρόνου;

Γιατί οι αλλαγές, ματάκια μου πάνω στα πράγματα δεν φαίνονται με μιας σαν τα κοιτάξεις. Τρώει η σκόνη τη γυαλάδα του λούστρου μέρα τη μέρα, πώς να το διακρίνεις με γυμνό μάτι πρεσβυωπικό, που βλέπει το σύνολο και την απόθεση της σκόνης, των τριχών, των μικρών λεκέδων τις αγνοεί;

-Σιγά μη βάλω και καημό για τη σκόνη!  της έλεγε στο τηλέφωνο η φίλη της η Αφροδίτη. Έχουν  προτεραιότητα άλλα πράγματα, χρυσό μου! Αυτή η καινούρια τεχνική λιποδιάλυσης με αναίμακτο τρόπο με έχει συνεπάρει! Μαζεύω χρήματα καθημερινά βάζοντας στην άκρη ένα δεκαρικάκι, πού θα πάει, δεν θα ξεχάσει κι ο Λέανδρος κανά πενηντάρικο καμιά φορά στην τσέπη του παντελονιού του; Κάτσε εσύ, σα θλιβερή νοικοκυρούλα, να μιρλίζεις πάνω από τη σκονίτσα! Μια ζωή είναι ρε, ξύπνα! Στις φωτογραφίες, βάζω στοίχημα, θα έχεις βγει χάλια! Θυμήθηκες να βάλεις και λίγο μέικ-απ να καλύψεις την κούραση, χρυσό μου;»

-Έλα, μωρέ Αφροδίτη! Λες; Κι εγώ που έλεγα πως ήμουνα καλή για τα δεδομένα μου! Ας ήσουν στο σπίτι να με καθοδηγείς. Βρήκες κι εσύ εποχή να επισκεφτείς τα παιδιά  σου στην Αγγλία. Να μην είσαι εδώ στον γάμο της κόρης μου!  Να με συνετίζεις όταν με βλέπεις να καταφεύγω στην τσαπατσουλιά, γιατί μωρέ εντάξει, το παραδέχομαι, δίνω σε άλλα σημασία.

-Ναι, καλά κάνεις. Άκου χρυσό μου. Το έπαθλο, σε ό,τι κι αν δίνεις σημασία,  είναι το ίδιο. Να σου το πω και στα Αγγλικά ευγενικά, μια και την ομιλείς απταίστως, this outstretched hand with the open palm, dear! Τη διαφορά την κάνει η εικόνα σου στη φωτογραφία, αν υποτεθεί ότι τη στιγμή της παρασημοφόρησης, υπάρχει ένας αόρατος δημοσιογράφος και  καθιστά αιώνια την τιμή. Της παρασημοφόρησης, μη με χάνεις.  Και με παράσημο και σαν τον κακό σου τον καιρό; Δεν λέει! Δεν έχεις δει, έξω από μας και μακριά, φτου-φτου-φτου, φτύνω τρεις να το ξορκίσω, που στις φωτογραφίες στα μνήματα όλοι είναι τζιτζί και καλοφτιαγμένοι; Ενσταντανέ  από καμιά γιορτή. Ούτε στον Άγιο Πέτρο χωρίς μέικ απ! Αυτό είναι δύσκολο να το καταφέρεις, μη νομίζεις!

-Δύσκολο; Τι λες τώρα; Βουνό!  Και ειδικά για μένα, το ξέρεις, δεν το ξέρεις;

-Μα γιατί το ξέρω σου τα λέω αυτά, μπας αι πάρεις χαμπάρι την ουσία της υπόθεσης.

-Αφροδίτη, καταλαβαίνω τι μου λες. Μπας και με παίρνεις  για χάπατο; Αλλά μωρέ, κι εσύ θα το ξέρεις πως τα συνθετικά του «αυτό-«, βάλε να ‘χεις, αυτοπεποίθηση, αυταρέσκεια, αυτοεκτίμηση, αυτοπροστασία, τα παίρνεις δωράκια. Αν όχι, αρχίζεις να υποψιάζεσαι την ύπαρξή τους με τον δύσκολο τρόπο. Χτυπώντας το κεφάλι σε τοίχους, τα φτερά σε κλαδιά, αν είσαι πουλάκι, την ψυχή να τρέχει ασταμάτητα μέσα σε τούνελ εθνικών οδών ατελείωτα, με αγωνία να δει λίγο φως. Κι αυτά με την υποψία. Φαντάσου τι γίνεται στην προσπάθεια να τ’ αποκτήσεις! Ευκολότερο να αποκτήσεις ένα αυτό-κίνητο, από αυτά τα μεγάλα κι ακριβά που τα βλέπω στους δρόμους και σκέφτομαι πως αν ήμουν στη θάλασσα αυτά θα ήταν, σίγουρα, τελειωμένα πράγματα, καρχαρίες…

-Μόνο εσένα ακούω να τελειώνεις, Ζαχαρούλα. Στρακαστρούκες βαρούσαν καθώς κατέβαινες την κατηφορίτσα από το σπίτι σου για το σχολείο, κι εσύ χάζευες πώς πετούσαν τα πουλιά… Α ρε κατακαημένη Αράχωβα και Ρούμελη και Θράκη! Εσύ πουλάκι μου νομίζεις πως έχει  τέσσερις ή πέντε, άμα λάχει, κι αυτό θα κάνουν όλοι εκεί πάνω, να ασχολούνται με χαρτιά κι υπογραφές και δώστου παράβολα και πρωτοκολλήσεις για να έρχεσαι και να ξανάρχεσαι του λόγου σου μπας και σώσεις και καταλάβεις! Μία είναι, ζώον και ξεκουνήσου!

-Να ’σαι καλά, Αφροδιτούλα μου! Να, αυτά ήθελα να είσαι εδώ να μου λες, ειδικά χτες που το ’χασα στιγμιαία την ώρα που πήγε η  κόρη μου να μου βάλει το μολύβι στα μάτια και κόντεψε να με πιάσει πανικός και να πω, μπα, δεν πάω πουθενά, εδώ θέλω να μείνω. Να γυρίσω τον χρόνο πίσω. Να είμαι πάλι με το μωρό μου στην αγκαλιά, με όλον τον κόσμο δικό μου.

-Σκούπισε τα μάτια σου, Ζαχαρούλα μου. Λίγα δάκρυα, δεν λέω, κάνουν καλό, καθαρίζουν από τυχόν σκονίτσες, αλλά εσύ, πουλάκι μου, το καθάρισμα της σκόνης το έχεις πάρει εργολαβία. Ζαχαρούλα, το υγρό ξεσκονόπανο!

Και άρχισαν να γελούν κι οι δυο τους από το τηλέφωνο, ένα γέλιο κακαριστό, γάργαρο, με διάρκεια και συνέχεια που σαν πήγαινε να σωπάσει, ξανάρχιζε με πιο πολλή δύναμη, τόση που το στομάχι άλλο δεν άντεχε… Δάκρυα έτρεχαν ξανά από τα μάτια. Μα τούτη τη φορά ήταν απ’ τα γέλια.

-Αφροδίτη, είπε ανάμεσα στα χαχανητά η Ζαχαρούλα, Αφροδίτη μου, πρέπει να κλείσω… κατουρήθηκα!

Τα υπόλοιπα θα τα έλεγαν όταν συναντιόντουσαν. Σίγουρα η Αφροδίτη θα κρατούσε κανένα θαυματουργό concealer  για τη φίλη της.

Η ζωή έχει πολλούς καθρέφτες. Του αυτοθαυμασμού για τη Ζαχαρούλα, κομμάτι μάταιος. Για την Αφροδίτη, ορισμός.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Πρόσφατα σχόλια

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music