«Δώδεκα καρβέλια», ένα διήγημα της Γιώτας Δ. Τσιλίκη για τη δράση ‘Χριστός Γεννάται’

Αυτός ο Δεκέμβρης ήταν λίγο διαφορετικός. Φέτος, το φεγγάρι ήρθε πάλι πολύ κοντά στη γη, τόσο κοντά που μπορούσες να το πιάσεις.   Στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα υπήρχε κάτι που σχεδόν κανένας δεν μπορούσε να συλλάβει, όντας χωμένος στις παγιωμένες αντιλήψεις του ίδια με έγκλειστο στο κεχριμπάρι έντομο.

Τα νεφελώματα τύλιγαν τη γη απαστράπτοντα, άλλα κοντά κι άλλα μακριά, και όταν οι ανθρώπινες κατοικίες έκλειναν τα φώτα τους,  παιχνίδιζαν πάνω σε πιατέλες με γλυκά, σε καθαρά παράθυρα και ζεστές κουβέρτες. Δε στερούσαν τα παιχνίδια τους κι από βλήματα όλμων, χαλάσματα που κάποτε ήταν πόλεις και από το σακάκι με το ένα μανίκι που απόμεινε να κρέμεται ψηλά σε μια προ καιρού εντοιχισμένη ντουλάπα. Πήγαιναν και πιο μακριά, εκεί που δεν είχε ανθρώπους, στις στέπες με τους λύκους που ούρλιαζαν στο χειμωνιάτικο φεγγάρι, στο τρέμουλο του αλόγου που χτυπούσε τις οπλές του αγριεμένο, αλλά και στη ζεστή ζούγκλα που κοίμιζε τον πύθωνα και στα ελαφριά βλέφαρα της αντιλόπης. Χάνονταν μέσα στις νιφάδες του χιονιού κι ακροβατούσαν στο λευκό του παγετώνα.

Στη μικρή συνοικία τα πεύκα τραγουδούσαν καθώς περνούσε ανάμεσά τους το δυνατό βοριαδάκι. Αραιά και πού έπεφτε ένα αστέρι κάνοντας μια τοξοειδή τροχιά ψηλά στον ουρανό. Μια μάνα έδειχνε στο παιδί της πως να ψάχνει να το βρει και δύο ερωτευμένοι έκαναν μια ευχή. Το αστέρι ήταν ήδη νεκρό από εκατοντάδες ίσως χρόνια, αλλά τι σημασία έχει εκεί ψηλά ο χρόνος; Αυτά σκεφτόταν ο νεαρός Αδριανός χαϊδεύοντας το τρίχωμα του σκύλου του. Κάπου-κάπου κρατούσε σημειώσεις. Δεν είχε ύπνο απόψε. Τον τελευταίο καιρό κοιμόταν λίγο τα βράδια. Κοίταζε τα ραγισμένα από το χρόνο κάδρα, τα πορσελάνινα διακοσμητικά και την προ πολλού χαλασμένη τσαγιέρα. Όλα είχαν την πατίνα του χρόνου και μια ιστορία να πουν. Τα αγαπούσε και τα μισούσε ταυτόχρονα. Γνωστές μυρωδιές και ήχοι επαναλαμβανόμενοι. Σπιτικό. Κάποτε σαν ήταν παιδί ένιωθε πως ζούσε σε μια μεγάλη αγκαλιά. Όχι τώρα. Το κρεβάτι του με το γουβωμένο στρώμα δεν τον χωρούσε πια. Αν σήκωνε τα χέρια του μπορούσε να φτάσει το ταβάνι. Έδωσε μια στο φωτιστικό που ταλαντώθηκε δεξιά αριστερά για λίγο. Από κάτω ανέβαινε μια φορτισμένη ενέργεια που τον τσίτωνε. Χτύπησε το επιτραπέζιο γάντι του μποξ δυο-τρεις φορές. Οι φωνές κρατούσαν ένα μίζερο ίσο, σαν βραχνιασμένος ψάλτης. Δεν ξεχώριζε ποιός έλεγε τι, μα δεν είχε και σημασία. Το στήθος του μίκρυνε, ο αέρας μπαινόβγαινε με δυσκολία. Αποφάσισε να κατέβει και να βάλει μουσική μήπως και αλλάξει το κλίμα. Είχε υποσχεθεί πως δε θα έβγαινε απόψε.  Συνήθως φρόντιζε να λείπει όσο μπορούσε περισσότερο από το σπίτι. Δεν άντεχε άλλο τη γκρίνια και τη μιζέρια. Ένας φίλος του, άστεγος, του είπε κάτι μια μέρα που του άρεσε πολύ μα τον έκανε και να μελαγχολήσει.

– Ο άνθρωπος φεύγει από τη μήτρα για λευτερωθεί όχι για να ζήσει σκλάβος.

Τι ήταν αλήθεια ο ίδιος; Ελεύθερος ή σκλάβος; Κάθε βράδυ ζούσε με το μαρτύριο αυτού του γρίφου. Τη μια ένιωθε λεύτερος την άλλη σκλάβος. Τη μια σκλάβος, την άλλη λεύτερος. Τα πόδια του τα είχε στη γη και το μυαλό στα σύννεφα. Έτσι του έλεγε η συχωρεμένη η γιαγιά του. Δύσκολα θα τα βρεις του έλεγε, δύσκολα. Τη θυμόταν που έλεγε δυο σοφά λόγια και μετά έσκυβε στο πλεχτό της και δε μιλούσε άλλο.

Διάλεξε στον υπολογιστή μουσική χαλάρωσης και άραξε στο νότιο παράθυρο με το τηλεσκόπιο. Παρεμβαλλόταν ένα μισοφωτισμένο άλσος ανάμεσα στις γειτονιές και μπορούσε να  παρατηρήσει  τον ουρανό. Αγνόησε τη  μητέρα του που πηγαινοερχόταν σαν κουρδισμένη και μουρμούραγε πως πρέπει να κάνει τόσα πράγματα, τραπέζι ετοίμαζε, κανένας δεν τη σκεφτόταν σ’ αυτό το σπίτι,  πότε θα προλάβει να ντυθεί, θα τη βρούνε πάλι με τη ρόμπα, αχτένιστη, ούτε υπηρέτρια.  Δυο άντρες στον κόσμο τους κι αυτή πάνω-κάτω συνέχεια. Ο πατέρας του χτύπησε την εφημερίδα στο τραπέζι, «πάψε πια» της είπε, «όλο γκρινιάζεις, εγώ δεν κουβάλησα τα ψώνια; Όλη μέρα στη δουλειά, να βάλεις το γιόκα σου να σε βοηθήσει που δεν ξέρει τι να κάνει και  παριστάνει τον Μελχιώρ με αυτό το μαραφέτι».

Άφησε την παρατήρηση και κράτησε το κεφάλι του με τα χέρια.  Αλήθεια παρίστανε κάτι;  Πίστευε κάτι; Οι μάγοι πίστευαν;  Δεν ήξερε.  Αυτό που ήξερε ήταν ότι πονούσαν τα αυτιά του να ακούει τον πατέρα του να γκρινιάζει στη μάνα του πως εκείνη τον χάλασε με τα χάδια της και αυτή να αμύνεται λέγοντας πως είναι ίδιος ο πατέρας του. Το έχουν κάψει οι γέροι, σκέφτηκε ανεβαίνοντας αθόρυβα στο δωμάτιό του. Όταν ζοριζόταν τραβούσε στην τύχη ένα χαρτάκι από τα πολλά που έκρυβε μέσα στις σελίδες των βιβλίων του. Έπιασε ένα  κάπως ταλαιπωρημένο και το κράτησε μαλακά ανάμεσα στα χείλη του όσο έδενε τα κορδόνια του. Έσπρωξε την πόρτα του δωματίου αφήνοντας τους θορύβους απέξω. Πήρε μια ανάσα και διάβασε.

 

«Με λένε Γεωργούλα. Ήμουν λιγότερο από 15 χρονών όταν ένα βράδυ ο πατέρας μου με ξύπνησε και μου είπε: -Σήκω παιδί μου να «αναπιάσεις» το προζύμι. Η μάννα σου θα πεθάνει απόψε…

Η μάννα μου, όμορφη σαν νεράιδα έφυγε το μεσημέρι. Είχα προκάνει να ζυμώσω με τα δάκρυά μου δώδεκα καρβέλια και να τα φουρνίσω. Πέρασαν χρόνια από τότε. Μεγάλωσα πρώτα τα αδέλφια μου και μετά τα παιδιά μου. Δούλευα πολύ και σιώπησα πολύ. Η ζωή μου είναι μια χαρά και δέκα πίκρες, γιατί έτσι είναι μερικές φορές η ζωή, χωρίς να φταίει κανείς. Όμως σήμερα ξέχασα όλες τις πίκρες. Όλες. Ούτε που θυμήθηκα ότι είχα γενέθλια. Ογδόντα έγινα. Το θυμήθηκαν όμως αυτοί που μ’ αγαπούν και μου έκαναν γιορτή. Με τούρτα, με δώρα και με πολλή αγάπη. Τους εύχομαι να είναι καλά, πάντα αγαπημένοι και το μόνο που ζητώ είναι να τους αφήσω πίσω μου, να χαίρονται και να γελάνε όπως σήμερα, να γελάω κι εγώ σαν θα πάω στον ουρανό…

 Ρακάδικο στον Πειραιά. Φιλοδώρημα.  Σωτήριο έτος 2017.»

Ένα αίσθημα αγαλλίασης τον κυρίευσε. Το έβαλε ευλαβικά στη θέση του και έσπρωξε το βιβλίο στο ράφι. Ναι, ήξερε τι να κάνει. Σηκώθηκε αποφασιστικά και κίνησε μερικές φορές την πλάτη του σα να ξεμούδιαζε τα φτερά του. Βούτηξε το χέρι του στο βάζο με τις οικονομίες του, φόρεσε ένα χοντρό μπουφάν και τραβώντας ως πάνω το φερμουάρ βγήκε με το σκυλί στο κατόπι του. Ο  Τρίχας τον ακολουθούσε παντού. Απόψε καθόταν ανόρεχτος στα πόδια του. Άφησε το ποτήρι του μισογεμάτο και έδωσε σήμα για να φύγουν χτυπώντας με την παλάμη  το γόνατό του. Πρώτη φορά τον είδε να σηκώνεται αργά, κουρασμένα. Τον χάιδεψε λίγο στη ράχη και μπερδεύτηκε αργά στην κίνηση της στολισμένης πόλης.  Φώτα γιορταστικά παντού, διαβάτες που δεν χαμογελούσαν και πολύ, παιδιά που ζητούσαν κάτι, ένας θηριώδης άντρας μεταμφιεσμένος ανεπιτυχώς σε Άγιο Βασίλη και αρκετοί άστεγοι που κοιμόντουσαν άλλοι σε καθαρές, άλλοι σε βρώμικες κουβέρτες. Μπήκε σε ένα φούρνο και πήρε διάφορα. Περπάτησε κι άλλο εδώ κι εκεί. Σιγά σιγά έφτασε στην άλλη πλευρά του άλσους. Βρήκε το απόμερο παγκάκι του και άραξε. Στην τσέπη του φούσκωνε ένα ζεστό σάντουιτς. Ο φίλος του ήρθε όπως κάθε βράδυ και κάθισε στην άλλη άκρη του ξύλινου πάγκου. Έτριψε τα μπράτσα του και μετά χουχούλιασε τις παλάμες του. Τα δάχτυλά του ήταν μακριά, σκεβρωμένα. Στα πόδια του καθαρά παπούτσια δύο νούμερα μεγαλύτερα, χωρίς κάλτσες. Έδεσε πίσω τα μαλλιά του με ένα κορδονάκι. Τα μάτια του απόψε κουβαλούσαν ένα παράξενο πυρετό.

-Ευτυχώς φίλε που είναι ξύλινο το παγκάκι. Τα καθίσματα του σταθμού είναι μεταλλικά και κρύα. Αυτός που τα σχεδίασε σκεφτόταν τα ρομπότ, είπε και μόρφασε ένα χαμόγελο.

Του άπλωσε το ζεστό ψωμί.

-Φάε πριν κρυώσει, του είπε και πήρε να στρίβει ένα τσιγάρο. Μετά ένα άλλο που το έβαλε στο αυτί του. Με την άκρη του ματιού του κοίταζε το φίλο του που έτρωγε αργά παρατείνοντας την απόλαυση.

-Πάντα έτρωγα αργά, είπε αυτός  βραχνά και χαμηλά, σχεδόν μονολογώντας.

-Ο καθένας με τον τρόπο του, του απάντησε, έτσι για να πει κάτι παίζοντας με το λουρί του σκύλου και κοιτώντας κάτι μουσικούς του δρόμου που έπαιζαν πιο πέρα.

Έβγαλε ένα μικρό καραφάκι ούζο και τράβηξε μια τζούρα, λίγο ίσα που να ακουμπήσει στα χείλη του. Ύστερα του το έδωσε σιωπηλά. Κοιτάχτηκαν, δυο ψυχές που από πάντα γνωριζόντουσαν. Τα μάτια του άστεγου λαμπύριζαν σαν αναμμένα κάρβουνα.

Κοίταξαν και τον Τρίχα που τους κοίταζε πότε τον έναν, πότε τον άλλον με μάτια όλο αγάπη. Έμειναν έτσι να σκέφτονται ο καθένας τα δικά του. Πέρασαν δυο μεσήλικες κουνώντας το κεφάλι αποδοκιμαστικά. Οι φίλοι άναψαν το τσιγάρο τους και έγειραν πίσω κοιτώντας τον ουρανό που απόψε είχε ανάψει όλα του τα αστέρια σα να περίμενε καλεσμένους.

-Τι να γίνεται εκεί πάνω; είπε ο Αδριανός.

-Άμα ταξιδέψω θα σου στείλω μήνυμα, μείνε ήσυχος, είπε ο άστεγος. Θα μου αφήσεις απόψε τον Τρίχα; Κάνει πολύ κρύο απόψε, πρόσθεσε αναρριγώντας.

Ο Αδριανός δε μίλησε αμέσως. Είχε μείνει να κοιτάζει το στερέωμα χαμογελώντας ελαφρά. Έβγαλε άλλο ένα τσιγάρο και το άναψε. Τράβηξε δυο τζούρες και μετά το έδωσε στο διπλανό του.

– Καπνίζω πολύ τελευταία του είπε, έγινε το στόμα μου σαν τσαρούχι.

Έσκυψε και κάτι ψιθύρισε στο αυτί του σκύλου που κούνησε την ουρά του πάνω-κάτω δυο φορές. Μετά έβγαλε το μπουφάν του και το έσπρωξε στον άντρα.

-Για να μην κρυώσει ο Τρίχας, είναι λίγο αδιάθετος απόψε, ψιθύρισε. Ο άλλος δεν είπε τίποτα, μόνο κούνησε το κεφάλι καταφατικά.

Άνοιξε την πόρτα και τον πήρε η μυρωδιά του ψητού. Στο στρωμένο τραπέζι είχαν απομείνει λεκέδες από κόκκινο κρασί και μερικά ψίχουλα.  Στη θέση του περίμενε ένα πιάτο σκεπασμένο. Πάνω του μια κάρτα έγραφε Καλά Χριστούγεννα.

Πήρε την κάρτα και ανέβηκε στο δωμάτιό του. Ήπιε το υπόλοιπο κρασί από το ανοιχτό μπουκάλι. Τον πήρε ο ύπνος στη ζεστή σκλαβιά του δωματίου του.

Τα χαράματα δυο αστέρια έφεξαν στο παράθυρό του ένα όνειρο.

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Πρόσφατα σχόλια

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music