«Βοηθός Φαρμακοποιού», γράφει η Λένα Μαυρουδή-Μούλιου

Καλοσωρίζουμε στη Λόγω Γραφής τη νέα Σειρά «Ιστορίες του Φαρμακείου».

10 διηγήματα, ένα κάθε 15 ημέρες. Σάββατα μεσημέρι στις 15.00.

Γράφει η εκλεκτή μας συνεργάτιδα κα Λένα Μαυρουδή-Μούλιου.

Καλές αναγνώσεις!

 

 


Ρωτάς ένα παιδί: «Τι θα γίνεις παιδάκι μου σαν μεγαλώσεις;»

Οι πιο δημοφιλείς απαντήσεις για το μεν αγόρι είναι:

«Αστυνόμος, Πυροσβέστης, Σκουπιδιάρης.»

Για δε το κορίτσι:  «Κομμώτρια, νοσοκόμα, δασκάλα.»

Με τον μικρό Ευθύμη όμως, τα πράγματα ήταν όλως διόλου διαφορετικά. Έλεγε:  «Θα ήθελα (προσέξτε τον χρόνο, ‘’θα ήθελα’’ έλεγε και όχι ‘’θα γίνω’’) είτε Γιατρός είτε Φαρμακοποιός, ή και τα δυο, γιατί όχι;»

«Και  γιατί αυτές τις δύο επιστήμες και όχι κάτι άλλο;» επέμενες εσύ στις ερωτήσεις σου.

«Για να κάνω καλά τους ανθρώπους που υποφέρουν, με σύντροφο τον φαρμακοποιό  ή φαρμακοτρίφτη, όπως τον λέει η γιαγιά μου τον φαρμακοποιό, που  θα του δώσει τα κατάλληλα φάρμακα να τον γιατρέψει.»

Μια πρώιμη σοφία για ένα παιδάκι τριών χρόνων και ένα IQ πολύ πάνω από τον μέσο όρο.

Μα όπως συμβαίνει εννέα στις δέκα φορές τα πράγματα δεν έγιναν καθόλου έτσι. Μια παράξενη σαδίστρια θαρρείς Μοίρα το είχε βάλει αμέτι μουχαμέτι να κατατρέχει αυτό το παιδί με τα υψηλά ιδανικά και την  θαυμαστή νοημοσύνη.

Έτσι όταν ήρθε η στιγμή για το μεγάλο  στοίχημα των Πανελληνίων Εξετάσεων, ο Ευθύμης απέτυχε, για μια χούφτα μόρια, να υλοποιήσει  το όνειρό του, καθώς καθ ’όλη την διάρκεια της απαίσιας δοκιμασίας, που είναι ο εφιάλτης παιδιών και γονέων, βασανιζόταν από μια ίωση με 40 πυρετό και σε ατμοσφαιρική θερμοκρασία επίσης 40 βαθμούς Κελσίου.

Δύο φορές λιποθύμησε και τον έτρεχαν στα Νοσοκομεία. Αλλά οι εξετάσεις, εξετάσεις και ήταν φυσικό το παιδί να μην έχει την απόδοση που χρειάζονταν οι Σχολές προτίμησής του και έχασε το όνειρο, όπως είπαμε, μόνον για καμιά δεκαριά μόρια.

Όχι δεν θέλησε να δώσει  και δεύτερη χρονιά. Φιλοσοφία του, που ήταν και ολίγον μοιρολατρία, ήταν: ‘’Αφού μου συνέβη αυτό ακριβώς τη στιγμή που δεν έπρεπε, σημαίνει ότι τα όνειρά μου δεν συνάδουν με τα σχέδια που έχει για μένα η Μοίρα…’’

Έτσι έγινε ένας τραπεζικός υπάλληλος σε μια νέο-ιδρυθείσα τράπεζα και όλοι μακάριζαν την τύχη του. Διαφέντευε τη ζωή του σε μια ηλικία που οι εν Πανεπιστημίω φίλοι του περίμεναν και το εισιτήριο του λεωφορείου από το  πορτοφόλι του daddy τους. Έτσι δεν τον πήρε ‘’από κάτω’’, που λένε, η αναποδιά της αρρώστιας που πέρασε εις βάρος των ονείρων του.

Κύλησε η επαγγελματική του ζωή με απόλυτη επιτυχία όσον αφορά το οικονομικό θέμα, μα η απογοήτευση δεν τον εγκατέλειψε ούτε μέρα.

Στα εξήντα του συνταξιοδοτήθηκε, ανώτατο στέλεχος μιας Τράπεζας που εντωμεταξύ, είχε εξελιχθεί σε κολοσσό, με μια παχυλότατη σύνταξη που θα την ζήλευαν όλοι.

Ο Ευθύμης, ανήσυχο πνεύμα καθώς ήταν, δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του να κάθεται άπραγος μπροστά στο χαζοκούτι της T.V.και περνούσε τα απογεύματά του στο Φαρμακείο του παιδιόθεν φίλου του, εκείνου που σαν παιδί το όνειρό του ήταν να γίνει ‘’σκουπιδιάρης’’.

Για κοίτα την ειρωνεία του θέματος. Η ΜΟΙΡΑ των δύο κολλητών μπέρδεψε τις επιθυμίες τους και τα όνειρά τους, ή και το έκανε επίτηδες, από τι σκοπούς ορμώμενη τρέχα γύρευε να σοθ το πει. ΔΕΝ μπορούμε βέβαια να φανταστούμε ποιος έχασε από αυτή την απόφαση της Μοίρας, ή ποιος ήταν ο κερδισμένος. Λεπτές οι ισορροπίες, καθώς και οι συγκυρίες.

Περνούσε λοιπόν τα απογεύματά του αντί καφενείου στο μαγαζί του  φαρμακοτρίφτη(!)  φίλου του, απολαμβάνοντας μίαν ατμόσφαιρα χαμένου γι’ αυτόν Παραδείσου. Και σιγά-σιγά, χωρίς και οι δύο να το καταλάβουν, έμαθε όλα τα φάρμακα, τη χρησιμότητα και τις παρενέργειές τους, κάνοντας τον φίλο του να μένει κατάπληκτος από τις γνώσεις  του που έφτασαν να ξεπεράσουν και αυτές τις δικές του σαν πτυχιούχου Φαρμακοποιού. Και ο Ευθύμης έγινε το δεξί και απαραίτητο ‘’χέρι’’ του επιστήμονα. Περισσότερο εμπιστευόταν την κρίση του Ευθύμη παρά την δική του και το ομολογούσε με παρρησία στο φίλο του.

«Έλα ρε συ, κόψε την πλάκα», διαμαρτυρόταν ο βοηθός. «Εγώ δεν  το σπούδασα το φαρμακοτεριβείο σου, εσύ το σπούδασες και το πόσο σε ζηλεύω και το ξέρεις και την αλήθεια μου στη λέω…»

Επειδή όμως την σήμερον, ένα μοντέρνο Φαρμακείο δεν είναι μόνον επιστημονικός Χώρος αλλά και χώρος Καλλυντικών, ενίοτε δε και ανατομικών υποδημάτων, κάτι σαν μίνι μάρκετ δηλαδή, τηρουμένων των αναλογιών  του υλικού του, αφορώντας την υγεία και την αισθητική, μη έχοντος και τον ίδιο αυστηρά βαθμό ευθύνης, πρότεινε ο ευφάνταστος συνταξιούχος ένα τολμηρό σχέδιο πλατέματος του χώρου.

«Φίλε μου, προτείνω να μεγαλώσουμε τη σάλα μας παίρνοντας τετραγωνικά από την τεράστια αποθήκη σου, που δεν βλέπω τον λόγο γιατί  να είναι τόσο μεγάλη, και να σχηματίσουμε ένα κράτος εν κράτει καλλυντικών. Φαντάζομαι την ελκυστική εικόνα αυτού του καταστήματος και γοητεύομαι. Τι λες;»

«Ευθύμη αδελφικέ μου φίλε, δεν θα’ σαι με τα καλά σου. Με ρωτάς; Είναι δυνατόν να αντισταθώ σε μια τέτοια γοητευτική προοπτική; Από αύριο κιόλας, από ΤΩΡΑ αν θες, πιάνουμε δουλειά. Κάλεσε μαστόρους, μπογιατζήδες, αρχιτέκτονες, τον Θεό τον ίδιο, σε αφήνω εν λευκώ να υλοποιήσεις το όραμά σου.»

Έτσι ο Ευθύμης, είδε στα 60 φεύγα του, να υλοποιείται ένα ελάχιστο έστω μέρος του παιδικού του ονείρου με παραλλαγές και εφαρμογή στις σημερινές απαιτήσεις της αγοράς. Θα θυμούνται οι παλαιότεροι, ότι για να ανοίξει κάποιος φαρμακοποιός δικό του κατάστημα χρειάζονταν ειδικές άδειες που στοίχιζαν μια περιουσία, συγκεκριμένη απόσταση του ενός φαρμακείου από το άλλο και υπομονή τεράστια. Το επάγγελμα ή λειτούργημα, ήταν όχι απλώς ‘’κλειστό,’’ αλλά με κερκόπορτες σφικτά αμπαρωμένες. Σήμερα, όπως οι φούρνοι, όπως και πολλά άλλα επαγγέλματα, έπαψαν να είναι τρόπω τινά μονοπωλιακά, για καλό, για κακό, δεν καταλάβαμε ακόμη.

Οι δύο φίλοι λοιπόν, αφού είδαν το σχέδιό τους να παίρνει σάρκα και οστά, έστυψαν και το μυαλό τους, τι άλλο καινουριοφανές να φέρουν στο ολοκαίνουριο μαγαζί τους.

«Φίλε μου εγώ μήτε χημικός είμαι μήτε σαν εσένα επιστήμων. Και όμως  σκέπτομαι να φτιάξω ένα άρωμα που όμοιό του  μήτε ο ‘’Αλχημιστής’’ του Coelho είχε φανταστεί, μήτε η μύτη των ειδημόνων στην Μέκκα του αρώματος το Παρίσι έχουν ποτέ οσμιστεί».

Και έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά.

Όλο το απόγευμα, ανακάτευε πατσουλιά, με αποτέλεσμα να μοσχοβολάει η  περιοχή μέχρι τρία τετράγωνα πιο κάτω.

Το άρωμα βλέπεις δεν έχει  φραγμούς και όρια ούτε εξαλείφονται με ασετόν ή delete στην υφή του. Αποθηκεύεται  στην ατμόσφαιρα και μόνον ο χρόνος είναι εκείνος που αργά αλλά σταθερά θα έρθει μια στιγμή να το εξαφανίσει. Πράγμα που σαν προοπτική δεν διαφαινόταν αφού η μύτη του Ευθύμη όλο και κάτι πρόσθετε, όλο και κάτι αφαιρούσε, από το μείγμα του master piece του, μη μένοντας ικανοποιημένος.

Θα έχετε παρατηρήσει ίσως ότι το φυσικό άρωμα ενός λουλουδιού, ενός δέντρου, ενός φυτού, όσο και αν το μιμηθείς με την μορφή εσάνς, πολύ απέχει σε ζεστασιά ή σαν αίσθηση από το φυσικό. Π.χ., ίδια σού μυρίζει ένα γιασεμάκι φρεσκοκομμένο από ποτισμένο φυτό, ή μια γαζία από το δέντρο του δρόμου, με το ακριβό άρωμα το κλεισμένο σε κομψό μπουκαλάκι; Αυτό το τελευταίο δεν έχει τίποτα το ρομαντικό, τίποτα το γοητευτικά απαλό, ικανό να το υμνήσει ο ποιητής,  ένας Αττίκ, και να μείνει αθάνατο, όχι μόνον σαν άρωμα, σαν αίσθηση, αλλά και σαν ποίημα ή τραγούδι.

Πάνω σ’ αυτόν τον καμβά και σ’ αυτό το πιστεύω κεντούσε ο Ευθύμης και βασικός του στόχος να δημιουργήσει ένα άρωμα που να μη θύμιζε λουλούδι ή φυτό, αλλά ένα άρωμα επανάσταση στην αρωματοποιία.

Έλα όμως που κάθε φορά που νόμιζε ότι άγγιζε την κορυφή του Έβερεστ στο τέλος διαπίστωνε ότι δεν είχε πλησιάσει ει μη μόνον μία από τις κορφές του και φευ όχι ΤΗΝ κορφή που ονειρευόταν…

Ζαλιζόταν από τις αναθυμιάσεις, του ερχόταν έμετος, ακόμη και λιποθυμικές τάσεις,  έτσι όπως ανακάτευε ουσίες που μετά τις μετάγγιζε σε ένα κρυστάλλινο περίεργο δοχείο, μα όλο και περισσότερο πεισμάτωνε και όλο και περισσότερο προσπαθούσε. Κάποια στιγμή του φάνηκε ότι οσμίστηκε με την ευαίσθητη και εξασκημένη μύτη του, τον ίδιο τον κήπο της ΕΔΕΜ, έτσι όπως τον πρωτογνώρισαν ο Αδάμ και η Εύα του πριν εκδιωχθούν από κει.

‘’ΤΙ ΕΙΠΑ ΜΟΛΙΣ ΤΩΡΑ; ’’αναφώνησε. ’’Θεέ μου, αυτό είναι. Θα φτιάξω ένα άρωμα που θα έχει μέσα του την εγγύηση μιας αιωνιότητας, την ομορφιά του πειρασμού και της αμαρτίας, της τιμωρίας και  της μετάνοιας. Το άρωμα ‘’ ΑΔΑΜ και ΕΥΑ’’ το ίδιο τόσο για άντρες, όσο για γυναίκες, σαν χάδι απαλό, σαν κάποιον που έχει πάρει την απόφασή του, όμορφο σαν τους πρωτόπλαστους και τσαχπίνικο σαν τον πειρασμό’’.

Και ήρθε η μέρα που το άρωμα ήταν έτοιμο να το μυρίσουν οι ειδικοί και να αποφανθούν. Ο φίλος Φαρμακοποιός τα είχε χαμένα, καθώς δεν χόρταινε να το μυρίζει, έχοντας την αίσθηση ή την παραίσθηση, ότι όντως βρίσκεται στον Παράδεισο.

Θρίαμβος.

Από την μία ημέρα στην άλλη, το άρωμα των δύο φίλων έγινε τόσο διάσημο, όσο το ταγιέρ της Κοκό Σανέλ, για να πάρετε μιαν μικρή ιδέα.

Η Αθήνα έγινε η Μέκκα του αρώματος παίρνοντας τα σκήπτρα από το Παρίσι.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τους δεξιώθηκε στο Προεδρικό Μέγαρο και τους συνεχάρη  θερμά και ειλικρινά για το κατόρθωμά τους να κάνουν να παραμιλά με ενθουσιασμό όχι μόνον η Ευρώπη αλλά και οι πέραν του Ατλαντικού  πολιτείες της Αμερικής…

*

Άρα, τότε που ο Ευθύμης δεν πέρασε στην Σχολή που ονειρευόταν από μικρός, δεν ήταν τελικά ΑΠΟΤΥΧΙΑ αλλά το σχέδιο που είχε εξυφάνει η Μοίρα του και που ήρθε να υλοποιηθεί τη στιγμή που Εκείνη έκρινε κατάλληλη.

Συνωμοσιολόγο θέλεις να την πεις; Όπως και να την αποκαλέσεις, είναι η άτιμη μια Μοίρα τσαχπίνα και απρόβλεπτη.

Αναρωτιόμαστε, να ‘ναι άραγε για όλους μας το ίδιο, ή έχει και αυτή τις προτιμήσεις της για ολίγους εκλεκτούς της, επιλεγμένους με δικά της κριτήρια;

Παρακαλείται εκείνος όστις την απαντήσει αυτοπροσώπως, να την ρωτήσει σχετικά, γιατί έχουμε την βασανιστική υποψία ότι μιαν απάντηση θα μας την δώσει.

Ίσως σας αρέσει και

2 Σχόλια

  • Μαριάννα Γληνού
    28 Απριλίου 2018 at 16:25

    «Τσαχπίνα και απρόβλεπτη» . Έτσι είναι. Αν στο’χει φυλαγμένο, μπροστά σου θα το βρεις..Α! Λένα μου, μια κι έχεις τα κονέξια με τον Ευθύμη, θέλω κι εγώ ένα μπουκαλάκι από το άρωμά του! Τι άλλο να πω: τα γραπτά σου έχουν ελπίδα και προσμονή. Κι όνειρο! Κι αυτό είναι πολύ σπουδαίο!

    • ΛΕΝΑ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ
      27 Μαΐου 2018 at 10:19

      Ευχαριστώ τα σπουργίτια όλου του κόσμου

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Πρόσφατα σχόλια

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music