«Ήτανε μια φορά…», γράφει η Νίκη Μπλούτη-Καράτζαλη

Ανήμερα του Σταυρού 14 του Σεπτέμβρη, σα σήμερα, στεφανωθήκανε με τη κυρά του. Εικοσιδυό χρονώ παλικαράκι ήτανε εκείνος κι η Λευτερία του περπατούσε στα δεκαεφτά. Ήτανε μια βιόλα σκέτη. Τριαντάφυλλο που άνθιζε στην αγκαλιά του. «Μαντζουράνα μου» τη φώναζε όλα τα χρόνια ο Μανωλιός την κυρά του, ακόμα και τώρα στα γερατειά τους. Τη μέρα της βλόγας τους, της χαλάλισε το αγαπημένο της τραγούδι. Της το τραγούδησε κιόλας, με τη συνοδεία του βιολιού και της λύρας που ’χανε παραγγείλει για το γλέντι τους. »‘Ήτανε μια φορά μάτια μου κι έναν καιρό, μια όμορφη κυρά αρχόντισσα να σε χαρώ… ‘’ Κι από τότες, το τραγουδούσανε αντάμι κάθε χρόνο, ανήμερα του Σταυρού, που γιορτάζανε την επέτειό τους. Εξήντα μια φορές της το τραγούδησε ίσαμε σήμερα κι αν λογαριάσει και τη σημερινή, που το ’χει σκοπό, εξήντα δυο!

Ο Μανωλιός δε λησμονά ποτέ τη βλόγα τους, λόγω της μεγάλης γιορτής της Χριστιανοσύνης. Όλα τα χρόνια, σαν άνοιγαν τα μάτια τους αυτή την άγια μέρα με τη κυρά του, το ’χανε αντέτι κι ετοιμάζονταν για την εκκλησιά τ’ Αη Νικόλα, να του ανάψουνε ένα κεράκι και να τον φχαριστήσουνε για τη βλογημένη ζωή που τους χάρισε. Σα γυρίζανε στο κονάκι τους, μ’ ένα κλωνί βασιλικό στο χέρι, πίνανε το καφεδάκι τους ήσυχα στο αυλιδάκι, που μοσχοβόλαγε απ’ τ’ ανθισμένα γιασεμιά και τις μαντζουράνες τους. Όλα τα είχε φυτέψει η Λευτερία του, σαν ήτανε νιόπαντροι κι ανέλαβε το νοικοκυριό ετούτου του σπιτικού. Με το βασιλικό που φέρνανε απ’ την εκκλησιά, αναθυμάται ο Μανωλιός με νοσταλγία πως, σταύρωνε η κυρά του το προζύμι και τον έβαζε ύστερα σ’ ένα ποτήρι με νερό για να βγάνει ρίζες, να τον ξαναφυτέψουνε στον μπαξέ τους. ‘’Βασιλικός κι αν μαραθεί κι αν γείρουν τα κλωνιά του, ρίξε νερό στη ρίζα του να ’ρθεί στα πρωτινά του’’, κελαηδούσε η Λευτερία του με τη ψιλή φωνούλα της καθώς τον έβαζε στο χώμα μετά από μέρες να ξαναπιάσει ρίζα.

Ο σκύλος του ο Μαθιός, μόλις ανόγησε πως ο αφέντης του άνοιξε τα μάτια του κι ανακινήθηκε στο στρώμα του, τεντώθηκε φαρδύς πλατύς κι ύστερα ζύγωσε σιμά του νυσταγμένος και τρίφτηκε στα ποδάρια τού γέρου γυρεύοντας το πρωινό χάδι του. Εκείνος άπλωσε τη χέρα του απ’ το ντιβάνι κι αρχίνισε να τον χαϊδεύει και να του γλυκομιλά. Ήτανε ο μοναδικός του σύντροφος τα τελευταία χρόνια και τον αγαπούσε σα να ’τανε κοπέλι του.

‘’Γιάειντα μωρέ κουζουλέ άργησες σήμερα ν’ ανογήσεις; ‘Ηντα ‘παθες; Εγέρασες κι εσύ κακομοίρη μου και σ’ έπιασε χαντώ αβαρεσά. Μεγάλη μέρα φανέρισε σήμερα, κατέχεις το; Γροικάς τσι καμπάνες απού σημαίνουνε και μας καλούνε να πάμε στον Άγιο ένα κερί; Άιντε, άμε στην άκρη τώρα να ’τοιμαστώ. Δεν εβοσκήθηκες χάδια;  Ήντα αντζοπηδάς σαν κουζουλός μωρέ; Φανέρισε όξω κι εμείς ακόμα στο ντιβάνι εχουζουρεύουμε. Αργήσαμε χαντώ… Πρέπει μετά την εκκλησιά να πάμε στη κυρά σου. Θε να μας ανημένει…’’

Αποσπέρας ο γέρο Μανωλιός ανηφόρισε στη πλαγιά κι έκοψε απ’ τα ριζά των βράχων τα καλύτερα άνθη για να τα πάει χάρισμα στη Λευτερία του. Εξήντα δυο χρόνια φτερούγισανε σα τα πουλιά απ’ εκείνη την άσπρη μέρα που τους έδωκε βλόγα ο Θεός στα στέφανά τους. Κι όλα αυτά τα χρόνια, ανήμερα της γιορτής του Σταυρού, ποτέ δε ξεχνούσε να της χαλαλίσει κι ένα μπουκέτο άνθη για το καλό της μέρας. Τ’ απάντεχε κι εκείνη. Το  ’νιωθε ο Μανωλιός απ’ το φέγγος στα μάτια της, σαν της τ’ απίθωνε αγαπητερά στην ποδιά της. Έπαιρνε το μπουκετάκι, φχαριστημένη που θυμήθηκε γι’ άλλη μια φορά ο κύρης της τη βλόγα τους, και το έβαζε στο καλύτερο ανθογυάλι τους απάνω στο τραπέζι. Κι η Λευτερία του όμως ποτέ δεν τη λησμονούσε αυτή τη μέρα. Πάντα έφτιαχνε για το καλό νηστίσιμα πατούδια ή καλτσούνια, μιας και ανήμερα ήτανε νηστεία αυστηρή,  για να κεραστούνε μετά την εκκλησιά και να την αναστορήσουνε αντάμα.

Ο γέρο Μανωλιός αναστέναξε βαριά απ’ τις θύμησες που ξυπνήσανε στο νου του αυτή την άγια μέρα και σηκώθηκε αφήνοντας τον Μαθιό στα ποδάρια της κρεβάτας να γρυλίζει με παράπονο που του έκοψε απότομα τα χάδια.  Επήγε να  νιφτεί και να φορέσει την καλή του φορεσιά, που ’χε ετοιμάσει από βραδύς, όπως έκανε κάποτε η κυρά του. Σα ρούφηξε το καφεδάκι του στα όρθια για να μην αργοπορήσει, άρπαξε το μπουκετάκι που ’χε φτιάξει για τη Λευτερία του και πήρε τη στράτα για το κλησίδι τ’ Αη Νικόλα με τον Μαθιό σιμά του να τον συντροφεύει σε κάθε του βήμα.

Τα τελευταία πέντε χρόνια ο Μανωλιός επήγαινε μονάχος του ετούτη τη μέρα στην εκκλησιά και του κακοφαινότανε πολύ. Ο σκύλος του μονάχα τον έπαιρνε ξοπίσω και τον καρτερούσε όξω απ’ το προαύλι τ’ Αη Νικόλα κουνώντας με χαρά την ουρά του μόλις τον ανόγαγε να βγαίνει. Η Λευτερία του εζούσε μακριά του, από τότενες που τη βρήκε αυτή η αρρώστια που κάνει τους ανθρώπους να ξεχνούνε. Άνοια, τους την είπε ο γιατρός, ίσως και κάτι άλλο, με πιο δύσκολο όνομα, που ο Μανωλιός δε μπόρεσε να το συγκρατήσει.  Άνοια, πάντως, την ονομάτιζε κι αυτός σ’ όσους τον ρωτούσανε και γνοιάζονταν να μάθουνε για τη κυρά του. Ο γιατρός συνέστησε στα παιδιά τους να την εβάλουνε στο γηροκομείο για να μπορεί να έχει, χώρια απ’ τη φροντίδα που χρειαζότανε, και την καθημερινή παρακολούθηση των γιατρών. Όσο κι αν πάσχισε ο γέρος να την κρατήσει στο σπιτικό τους και να την περιποιείται μοναχός του, τα παιδιά τους στο τέλος, καταφέρανε και τον πείσανε πως είναι καλύτερα και για τους δυο να είναι η μάνα τους στο ίδρυμα.

Εκείνο τον πρώτο καιρό, επλάνταξε απ’ τη στεναχώρεια του. Δε μπορούσε να το χωνέψει πως θα χωριστούνε με τη Λευτερία του. Φύσαγε και ξεφύσαγε οληνώρα απ’ το μεγάλο του ντέρτι. Τη λυπότανε βαθιά που έχασε το μνημονικό και τις αποστροφές της κι εβαλάντωνε κάθε βράδυ που γυρνούσε στο άδειο σπιτικό του δίχως το ταίρι του. Του στοίχισε πολύ η απόφαση των παιδιών του, μα τι να κάμει; Συλλογιότανε συχνά, πως τουλάχιστον, αν είχανε κοντά τα κοπέλια τους, θα τους παραστέκονταν κι εκείνα μια στάλα και στους δυο. Μα κανένα δεν έμεινε στο τόπο τους και του ’μεινε μαράζι. Εμισέψανε αλάργα κι οι τρεις τους από χρόνια, και τώρα δίχως τη κυρά του, απέμεινε μονάχος του με τον πιστό του σύντροφο, τον Μαθιό, να τριγυρνούνε ολημερίς στις ρούγες. Κάθε βράδυ αναστοράται μ’ αποθυμιά τα κοπέλια τους και σα συλλογιέται πόσο πολύ κοπιάσανε με τη Λευτερία του να τ’ αναντρανίσουνε, τρέχουνε τα δάκρυα στο προσκεφάλι του για το μισεμό τους.

Την κυρά του, πάντως, ο γέρο Μανωλιός ποτέ δεν την άφησε μονάχη της. Εδώ και πέντε χρόνια παίρνει το ίδιο μονοπάτι με τα ποδάρια, παρέα με τον Μαθιό, πρωί απόγευμα, βρέξει χιονίσει. Πηγαίνει της κρατάει συντροφιά, τη χτενίζει, της τραγουδάει μαντινάδες, την ταϊζει, της πάει όλα τα χαμπέρια που μαθαίνει απ’ το τόπο τους κι ύστερα κατηφορίζει ξαλαφρωμένος πάλι στο κονάκι τους με τον πιστό του φίλο να τον παίρνει στο κατόπι. Πολλές φορές, στο γυρισμό, συλλογιέται πλανταγμένος πόσο άζουδοι σταθήκανε στα γερατειά τους. Κι αυτός και η κυρά του. Αφού, από τότες που αρρώστησε, χωρίσανε οι δυο τους που ήτανε τόσο αγαπημένοι.

Σήμερα, σα φανέρισε κι άνοιξε τα μάτια του, ανεμίζεται πως έχει ένα πλάκωμα στο στήθος του. Ο λογισμός του δε φεύγει απ’ τη κυρά του. Μάλλον από το όνειρο το ψεσινό θα είναι αυτή η αναστάτωση, συλλογιέται μόλις το αναθυμάται και πασχίζει να το αποδιώξει. Είδε στον ύπνο του πως, τάχα μου, επαντρεύονταν ξανά σ’ αυτή την ηλικία, τώρα στα γερατειά τους. Πως ήτανε, λέει, στην εκκλησιά κι οι δυο τους πλάι πλάι κι ο παπά Γρηγόρης τούς περνούσε τα στέφανα απάνω απ’ το κεφάλι κι έψελνε τροπάρια, όπως — καλή ώρα–  τώρα, που τον έχει εμπρός του κι ακούει τη βροντερή φωνή του ν’ απαγγέλει το απολυτίκιο του Σταυρού. ‘’Σώσον Κύριε τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου…’’

Σίμωσε με αργά βήματα κι έριξε στο παγκάρι δυο κέρματα για να πιαστούνε τα κεριά που ’χε σκοπό να ονοματίσει. Τα άναψε ένα ένα  στο μανουάλι, ασπάστηκε με ευλάβεια τις εικόνες και πήρε δυο κλωνιά βασιλικό απ’ το κάνιστρο που ’τανε στα ζερβά του. Ένα ν’ αφήσει στη Λευτερία του κι ένα να πάρει στο κονάκι τους για το καλό της μέρας. Ύστερα κάθισε σιωπηλός στο στασίδι του και προσπάθησε μάτα ν’ αποδιώξει το όνειρο που του τριβέλιζε τη σκέψη. Ο παπά Γρηγόρης τον χαιρέτησε με τη ματιά του καθώς τον είδε στο στασίδι του, κι αυτός σεβάσμια ανταπέδωσε με τη δικιά του. Οι ψαλτάδες συνεχίσανε να ψέλνουνε το απολυτίκιο κι ο Μανωλιός βυθίστηκε στη ζεστασιά της εκκλησιάς που πάντα ένιωθε να του καταλαγιάζει  όλες τις σκοτούρες μέσα του.

Σαν απόλυσε η εκκλησιά κι εβγήκε χαιρετώντας τους συντοπίτες του, ο Μαθιός τον υποδέχτηκε στο προαύλι κουνώντας χαρούμενα την ουρά του κι επήρανε αντάμι τη στράτα για το ίδρυμα που τους ανήμενε η κυρά τους. Στο γηροκομείο όλοι τούς έχουνε συνηθίσει και τους καρτερούνε κάθε μέρα. Το γέρο Μανωλιό τον καλώς ορίζουνε οι κοπέλες χαμογελαστές και κεφάτες. Τον χαίρονται που δεν το βάνει κάτω, παρά τους χρόνους που βαραίνουνε τους ώμους του και δεν αφήνει τη κυρά του μονάχη της ούτε μια μέρα. Τέτοια του λένε κάθε φορά που τον βλέπουνε, για να του φτιάχνουνε το κέφι, κι αυτός τους χαλαλίζει μαντινάδες για να τις φχαριστήσει που φροντίζουνε τη μαντζουράνα του.

Καθώς κοντοζυγώνουνε στο ίδρυμα, αναθυμάται, πως επέρσι η Λευτερία του τον καλοδέχτηκε με χαμόγελο την ίδια μέρα, μόλις εκείνος απίθωσε στα χεράκια της το μπουκέτο με τα λουλουδάκια. ‘’Φχαριστώ’’ του είπε κιόλας με τρυφεράδα και τον εκοίταξε βαθιά στα μάτια για ώρα. Κι αυτός αναθάρρησε, σαν άκουσε τη φωνούλα της, γιατί σπάνια του μιλούσε. Μονάχα τον άκουγε. Ο Μανωλιός απ’ την αρχή, αρνιότανε να πιστέψει τα λόγια των γιατρών, που τους λέγανε πως αυτή η αρρώστια δεν έχει γυρισμό, κι ας έβλεπε κι ο ίδιος τις αλλαγές στο φέρσιμο της κυράς του. Όταν, μάλιστα, του λέγανε οι κοπέλες που τη φροντίζανε πως, κάποιες φορές, είχε αναλαμπές και τις ρωτούσε για κείνονε ή για τα κοπέλια τους, -πέρα απ’ τη χαρά που του εδίνανε- τον σιγουρεύανε κιόλας, πως η Λευτερία του τον θυμάται και τον γνωρίζει και πως νογάει όσα της λέει, μα δε μπορεί να βάλει τα λόγια της σε μια σειρά, τα χάνει και δε μπορεί να τ’ απαντήσει. Γι’ αυτό και ποτές δεν την εζόρισε με ερωτήσεις. Μονάχα  εκείνος της γλυκομιλάει κι είναι σίγουρος πως της αρέσει να τον γροικάει.

Σήμερα, σαν έφτασε στην είσοδο, απάντησε μια κοπελιά που τηνε εγνώριζε  και του ’πε πως η κυρά του ήτανε κομμάτι αδιάθετη από βραδύς. Λαχτάρησε η ψυχή τού Μανωλιού κι έβγαλε φτερά στα πόδια του, σα να ’τανε κοπελουδάκι, απ’ τη τρομάρα και το φόβο του, μην έπαθε κάτι σοβαρό η Λευτερία του. Ανέβηκε τις σκάλες με μεγάλη αγωνία κι ένιωθε τους χτύπους της καρδιάς του να σφυροκοπούνε στο μηλίγγι του. Σαν έφτασε απόξω από την πόρτα της, επήρε μια βαθιά αναπνιά και εμπήκε ακροπατώντας για να μην την ενοχλήσει. Ζύγωσε στο κρεβάτι κι εκάθισε σιμά της δίχως να της μιλήσει. Τα μάτια της τα είχε κλειστά κι αυτός ανήσυχος της έπιασε τη χέρα της μες στη δικιά του. Αναθυμήθηκε ξανά το ψεσινό του όνειρο και σφίχτηκε η καρδιά του, μη κι ήτανε όνειρο που προμηνούσε κάποιο κακό και για τους δυο τους. Άφησε το μπουκετάκι στο κομοδίνο για την ώρα κι αρχίνισε να της μιλάει με τρυφεράδα, όπως έκανε κάθε φορά που έφτανε κοντά της.

‘’Ωφού… Γιάειντα  ’χεις τα μάθια σου κλειστά μωρέ μαντζουράνα μου; Μη μου κρατάς ινάτι που άργησα κομμάτι; Έχεις τα χαιρετίσματα του παπά Γρηγόρη. Απού εκεί έρχομαι, απ’ το κλησίδι τ’ Αη Νικόλα. Άναψα ένα κεράκι στον Άγιο κι ένα για εμάς και τα κοπέλια μας. Μεγάλη μέρα σήμερα, είναι του Σταυρού, βοήθειά μας…’’ ψέλλισε ανήσυχος στο προσκεφάλι της, μόλις την απάντησε ακόμα ξαπλωμένη στο κρεβάτι.

Εκείνη τού έσφιξε τη χέρα του μες στη παλάμη της κι ένα αμυδρό χαμόγελο έσχισε τα χείλια της σα γροίκησε τη φωνή του. Ο γέρος αναρρίγησε και συνέχισε να της μιλά αγαπητερά, νιώθοντας πως τον ακούει και τον καταλαβαίνει.

‘’Άνοιξε τα μαθάκια σου να σε χαρώ και εδέ τι σου ’φερα πεσκέσι… Εβγήκα οψές το δείλι στα ριζά της πλαγιάς για να σου κόψω αθούς για τη γιορτή μας, για όνομής σου το ’καμα μαντζουράνα μου. Εδέ τς αροδαμούς, τα μοσχολούλουδα, τα λιμόνια απού τ’ αγάπαγες, τσι μαρουλίτσες, τ’ αγριογαρούφαλα. Εδέ πόσα σφακολούλουδα σου μάζωξα να φιοφιορίσω το χώρο σου για να μοσχοβολάει…’’ έκανε ο Μανωλιός με τρυφεράδα και της τα ξεχώριζε ένα ένα απ’ το μπουκετάκι για να τα βάλει στο μεγάλο ανθογυάλι σιμά στο κομοδίνο της.

Η Λευτερία του άνοιξε με κόπο τα ματάκια της και τον εκοίταξε βουβά. Το πρόσωπό της φέγγισε ξανά με το χαμόγελό της.

‘’Ετσά σε θέλω μαντζουράνα μου, να χαμογελάς μαθές και να μην εβαλαντώνεις για πράμα. Επαέ θε να ’μαι γω, όποτε με γυρέψεις, κατέχεις το ετούτο.  Άμε τα βάλια  για εμέ, η αφεδιά σου πράμα μη συλλογάται…’’ συνέχισε με τρεμάμενη φωνή απ’ τη χαρά του, σαν ένιωσε τη ματιά της ν’ ακουμπάει απάνω του με τρυφεράδα.

‘’Οψάργας, κατέχεις ποιάν αντάμωσα στη στράτα; Τη φιλιότσα μας την Αργυρώ και μου ’πε πως θα ’ρθει μια μέρα να σε ιδεί, πως σ’ έχει αποθυμήσει. Σε καρτεράει κι ο Μαθιός μας μωρέ, σ’ έχει κι αυτός πολύ αποθυμήσει. Να ιδείς πώς κάμνει σα κοντοζυγώνουμε σιμά σου, σα παράουρος αντζοπηδά απού τη χαρά του… Κατέχεις ήντα συλλογιόμουνα στη στράτα απού ερχόμουνα; Ταχιά μαθές, θε να πω στις κοπελιές να μας βοηθήσουνε να βγούμε όξω, να πάρεις τον αέρα σου, πριχού ψυχνιάσει ο καιρός. Να χαρεί κι η αφεδιά σου μια στάλα βιόλα μου, να το φχαριστηθεί η ψυχούλα σου. Δε θέλω να ’σαι βαροκάρδιστη. Ετουδά μαντζουράνα μου είναι καλύτερα για την αφεδιά σου, σε βαγίζουν οληνώρα οι κοπελιές για το καλό σου. Περνούνε κι οι γιατροί, να σου δώκουνε τα ρεμέδια σου για να γειάνεις. Κατέχεις το, μαθές, πως όλοι σε μπεγιετίζουνε; Γιάειντα δεν έφαγες μάτα μαθάκια μου εψές; Επαέ έχουνε κάθε λογής ραέτια! Τι ρέγεται η ψυχούλα σου να μου το ’πεις να σου το φέρω. Κοντό σε φταρμίσανε οι κοπελιές βιόλα μου; Μπελί ’ναι πως δε βάνεις πράμα στο στόμα σου. Αδυναμίζεις ετσά κι εγώ επλαντάζω. Πρέπει να τρως, να γειάνεις, να γιαγείρουμε στο κονάκι μας μάτα με το καλό μια μέρα…’’ της έλεγε αγαπητερά ενώ της χάιδευε το χεράκι της μέσα στις χούφτες του.

Μια όμορφη κοπελιά επρόβαλλε στην πόρτα και τηνε καλώς όρισε ο Μανωλιός κεφάτος, αφού κατάφερε κι έκανε τη κυρά του ν’ ανοίξει τα ματάκια της και να του χαμογελάσει. Σίμωσε η κοπέλα με ένα δίσκο στο χέρι κι απίθωσε στο κομοδίνο ένα ρυζόγαλο για τη Λευτερία του. ‘’Ααα, τον κύρη σας καρτερούσατε κυρά Λευτερία μου για ν’ ανοίξετε τα μαθάκια σας… Κι εμέ που ανησύχησα το βράδυ δε με σκεφτήκατε; Θάρρεψα πως έχετε πυρετό κι εφοβήθηκα. Ελάτε, ελάτε να σας βοηθήσω να σηκωθείτε, να φάτε και το ρυζόγαλο απού μοσχοβολάει…’’ της γλυκομίλησε η κοπελιά σα ζύγωσε κοντά της ν’ ανασηκώσει το κρεβάτι. Με τη βοήθεια του Μανωλιού η Λευτερία ανασηκώθηκε και κατέβασε τα ποδαράκια της απ’ το κρεβάτι. ‘’Άχου καλέ τι όμορφα λουλούδια σας έφερε ο κύρης σας! Πόσο τυχερή είστε κυρά μου, σας αγαπάει πολύ…’’ Της είπε καθώς προσπαθούσε να τη βολέψει στη καρέκλα.

‘’Περνούν τα χρόνια μα η φωθιά τσ’ αγάπης μου φουντώνει, αντί να σβήνει, ακάθεκτη στα σωθικά μου απλώνει…’’ πετάχτηκε χαμογελαστός ο Μανωλιός  και της χαλάλισε μια μαντινάδα για να τη φχαριστήσει που γνοιαζόταν τη κυρά του. Κι ύστερα ζύγωσε να ρίξει μια ζακετούλα μαλακά πάνω στους ώμους της Λευτερίας του. Η κοπελιά γέλασε με το κέφι του και τους άφησε πάλι μονάχους τους για την ώρα.

‘’Έλα, έλα να φας τώρα. Κι απόις θε να σου ειπώ και το τραγούδι μας. Τ’ αναστοράσαι  θαρρώ το τραγούδι απού σου χαλάλισα τη μέρα της βλόγας μας, ε; Πρώτα θε να φας όμως το ρυζόγαλο που ’ναι ζεστό και μοσχοβολάει με τη κανελίτσα του κι απόις θε να πούμε το τραγούδι μας αντάμι… ‘’

Κι αρχίνισε ο Μανωλιός να της δίνει κουταλιά κουταλιά το ρυζόγαλο  ενώ συνέχισε να βερβερίζει τρυφερά.

‘’Θαρρείς πως δεν ανεργιάζω μαντζουράνα μου ήντα λογιάζει η αφεδιά σου ετουδά;  Ήντα σκοτούρες σε βαραίνουν; Κι εγώ εβαλαντώνω, μαθές, ολημερίς αμονάχος μου. Απής εμίσεψες απ’ το κονάκι μας κυρά μου, κατέχεις δα πόσο μ’ αγγουροφάνηκε; Κάμε καερέτι κι όλα θε να φτιάξουνε. Η εχταγή μου είναι βιόλα μου να σε πάρω μια μέρα απού επαέ και να γιαγείρουμε με το καλό στο σπιτικό μας, να ιδείς τον μπαξέ μας απού αθίσανε τα γιασεμιά και τα νυχτολουλούδια. Τον ποσάζω κάθε μέρα, όπως τον έκαμες του λόγου σου με τα χρυσά σου τα χεράκια. Ετούτο γδέχομαι μαθές και προσεύχομαι στο Θιό. Δε χαντώ να λογιάζεις πως ξαμώνω να σε παντονιάρω ετουδά; Δε μου ’χεις φαδέ βιόλα μου; Μήτε σ’ εμέ αρέσει να κάθομαι αμονάχος μου, για ετούτο πορίζω ολημερίς στις ρούγες με τον Μαθιό αλάι, ίσαμε να φτάσει η ώρα να ’ρθουμε σιμά σου…’’ της έλεγε με περίσσια τρυφεράδα στη φωνή μέχρι ν’ αποσώσει μια μια τις κουταλιές της.

‘’Μπράβο μαντζουράνα μου, ετσά σε θέλω. Έλε μου να τρως για να γειάνεις γρήγορα.  Έλα, έλα  να σε ποσάξω,  να χτενίσω τα μαλλάκια σου απού σ’ αρέσει, να ειπούμε και το τραγούδι μας αντάμι όπως παλιά…

‘’Ήτανε μια φορά μάτια μου κι ένα καιρό

μια όμορφη κυρά αρχόντισσα να σε χαρώ…

Μια μικροπαντρεμένη κόρη ξανθή

τον κύρη της προσμένει βράδυ πρωί…’’

αρχίνισε ο Μανωλιός το τραγούδι που της χαλάλισε στη βλόγα τους, καθώς  εχτένιζε με αργές κινήσεις τα μαλλάκια τής κυράς του και τα ματάκια της Λευτερίας του ψιχάλιζαν απ’ τη συγκίνηση σα τον φορτωμένο  φθινοπωριάτικο ουρανό.

‘’Κι ένα Σαββάτο βράδυ καλέ μια Κυριακή

Τον ήλιο το φεγγάρι καλέ παρακαλεί…

Ήλιε μου φώτισέ τον φεγγάρι μου

Πάνε και μίλησέ του για χάρη μου…’’

Άκουσε ξάφνου ο Μανωλιός τη ψιλή φωνούλα της να κελαηδάει σα και πρώτα και μια σπίθα ελπίδας εφώτισε τα μάτια του κι έκαμε τη καρδούλα του να φτερουγίσει τρελλά απ’ τη χαρά που του ’δωκε, ετούτη την άγια μέρα, η κυρά του.

 

Ακούστε το τραγούδι ‘Ήτανε μια φορά’


Κρητικό γλωσσάρι:

Χαλάλισε—χάρισε         Αντάμι—μαζί, παρέα     Αντέτι—συνήθεια

 γιάειντα—για ποιο λόγο     Νογάω—καταλαβαίνω, νιώθω

 Ήντα—τι     Χαντώ—πιστεύω     Αβαρεσά—βαρεμάρα, τεμπελιά

Φανέρισε—ξημέρωσε   Κατέχεις—ξέρεις, γνωρίζεις

Γροικάς—ακούς     Απού—που     Εβοσκήθηκες—χόρτασες

Αντζοπηδάς— αναπηδάς      Ανημένει—περιμένει    Απάντεχε—πρόσμενε

αναστορήσουνε—θυμηθούνε     Εμισέψανε αλάργα—φύγανε μακριά

ρούγες—γειτονιές     Αναντρανήσουνε—μεγαλώσουνε    άζουδοι—άτυχοι

Ανεμίζεται—νιώθει, διαισθάνεται     μάτα—ξανά      ινάτι—πείσμα, γινάτι

 Εδέ—κοίτα      Ετσά—έτσι       επαέ—εδώ        βάλια—βάσανα, στενοχώριες

 Οψάργας—χθες βράδυ αργά      Φιλιότσα—βαφτιστήρα

παράουρος—τρελλός   ταχιά—αύριο   πριχού ψυχνιάσει—προτού  κρυώσει

ετουδά—εδώ σ’ αυτό το μέρος       βαροκάρδιστη–στενοχωρημένη

ρεμέδια—φάρμακα   βαγίζουν—περιποιούνται  μπεγετίζουνε—συμπαθούνε

ραέτια—καλά φαγητά    ρέγεται—επιθυμεί     κοντό—μήπως, άραγε

φταρμίσανε—ματιάσανε      μπελί—ολοφάνερο    γιαγείρουμε—γυρίσουμε

απόις—μετά     βερβερίζει—φλυαρεί, μιλάει συνέχεια

ανεργιάζω—παίρνω χαμπάρι, καταλαβαίνω      λογιάζω—σκέφτομαι

απής—αφότου   αγγουροφάνηκε—κακοφάνηκε   καερέτι—υπομονή

εχταγή—μεγάλη επιθυμία    ποσάζω—φροντίζω, τακτοποιώ

γδέχομαι—περιμένω να γίνει     ξαμώνω—σκοπεύω

παντονιάρω—παρατήσω, αφήσω    φαδέ—εμπιστοσύνη     πορίζω—βγαίνω έξω

αλάι—συντροφιά, παρέα      έλε μου—προπάντων, κυρίως

Ίσως σας αρέσει και

1 σχόλιο

  • Σοφία Κιόρογλου
    7 Οκτωβρίου 2018 at 22:29

    Τι ωραίο…το χαρηκα !

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music