«Ένα σούπερ ντούπερ ‘Σ’ ΑΓΑΠΑΩ’», γράφει η Λένα Μαυρουδή-Μούλιου

Αχ και να ‘ταν αληθινή η αγάπη που λέει ότι μοy έχει ο καλός μου. Και να δεις που κόντεψα να τον πιστέψω, δεν είχα άλλωστε λόγο για να μην… Μα σαν η Μοίρα γουστάρει να σοy παίξει παιχνίδια, το κάνει με έναν τέτοιο σαδισμό ρε παιδί μου, που θαρρείς και είχε προηγούμενα μαζί σου και θέλησε να σε εκδικηθεί…

Με το Μάνο αγαπηθήκαμε με την πρώτη ματιά, που λένε, και ο έρωτας που νιώσαμε έγινε με μιας πυρκαγιά και πυρπόλησε τα πάντα γύρω και εντός μας.

Ήταν άψογος απέναντί μου και αν μια γυναίκα νιώθει ευτυχής ν’ ακούει το ‘’σ’ αγαπώ’’ 100 φορές τη μέρα, εγώ θα έπρεπε να νιώθω πολύ περισσότερο που το άκουγα 101και βάλε. Το άκουγα σε όλους τους τόνους, σε όλες τις παραμέτρους, σε όλες τις αποχρώσεις του, διανθισμένο με παθιασμένο σεξ, πολύ σεξ, που ποτέ δεν βαριόμουν.

Είχα την τύχη και άλλες φορές να αγαπηθώ πολύ από τον σύντροφό μου, αλλά αυτό που συνέβη με το Μάνο δεν περιγράφεται, ούτε επιδέχεται σύγκρισης. Το μόνο αρνητικό στην αγάπη μας που έσπαγε την απόλυτη τελειότητα, (πράγμα που δεν με χάλαγε, γιατί αν κάτι με κάνει να πλήττω είναι το τέλειο, το perfect, σαν έννοιες) το μόνο μείον με το Μάνο λοιπόν, ήταν που ποτέ, μα ποτέ όμως, από την πρώτη μέρα του φλερτ και καθ’ όλη τη συνέχεια μετά, δεν με αποκαλούσε με το όνομά μου. Ήμουν η ‘’αγάπη’’ του η ‘’λατρεία’’ του το ‘’μωρό’’ του και ό,τι άλλο σε τρυφερή προσφώνηση υπάρχει στα ερωτικά λεξικά, μα για ν’ ακούσω έστω και σπάνια το όνομά μου από τα λατρεμένα του χείλια, δεν είχα τη χαρά…

Έχω κατά τη γνώμη μου ένα ωραίο και εύηχο όνομα, με λένε Χαρά και είχα την αίσθηση ότι αν το πρόφερε με την απαράμιλλη μουσικότητα της φωνής του, θα ακουγόταν ακόμη πιο ωραίο και θα απέδιδε κυριολεκτικά τη χαρά που αισθανόμαστε να έχουμε ο ένας τον άλλο. Ακόμη και σαν απλό ουσιαστικό, η λέξη ‘’χαρά,’’ απερρίφθη από το λεξιλόγιό του.

Πλησίαζε η μέρα της ονομαστικής μου γιορτής και έλεγα μόνη μου «εδώ σ’ έχω, άντε και να δω πώς θα χειριστείς το θέμα», άσε που το βράδυ στη δεξίωση που θα έδινα -όπως γινόταν κάθε χρόνο- δεν θα μπορούσε να αγνοήσει τις ευχές και τις  προσφωνήσεις των φίλων μου, που φυσικά θα με αποκαλούσαν με το όνομά μου. Ήμουν μα την αλήθεια πολύ περίεργη να δω πώς θα φερθεί.

Με τούτα και με τ’ άλλα και με τις ετοιμασίες της γιορτής ξέχασα το φλέγον τούτο θέμα, για να το ξαναθυμηθώ αμέσως με την έναρξη της δεξίωσης στη στολισμένη ονειρικά αίθουσα του πολυτελούς ξενοδοχείου όπου δινόταν και ήταν το δώρο του πατέρα για τη γιορτή μου, στην αγαπημένη του κορούλα τη Χαρά, τη χαρά της ζωής του όπως με αποκαλούσε.

Από την αρχή κιόλας της δεξίωσης το πράγμα στράβωσε με έναν κατά τα άλλα εθιμοτυπικό διάλογο που είχε ο καλός μου καθώς υποδεχόταν ένα φιλικό μας ζευγάρι. Μεταφέρω τη στιχομυθία αυτούσια:

«Μάνο, να την χαίρεσαι τη Χαρά σου, να σου ζήσει».

«Ευχαριστώ Κώστα μου. Όντως χαίρομαι για τη χαρά που νιώθω και σας ευχαριστώ που ήρθατε να την μοιραστείτε μαζί μου».

Ο Κώστας παραξενεύτηκε κάπως με την αντιφώνηση. Τον κοίταξε καλά-καλά και του είπε: (σημειωτέον ότι πριν τα φτιάξω με το Μάνο κάτι πήγαινε να γίνει με τον Κώστα και με μένα, αλλά ήταν ο Μάνος που έκοψε πρώτος το νήμα στην διεκδίκηση της καρδιάς μου!)

«Εγώ στη θέση σου αγόρι μου, δεν θα μοιραζόμουνα τη Χαρά με κανέναν», του απάντησε.

Ο δικός μου βγήκε από την άβολη θέση που βρέθηκε γιατί σαν από μηχανής Θεός ένας άλλος φίλος ήρθε εκείνη τη στιγμή και όπως η αγάπη μου ήταν επί της υποδοχής, απέφυγε να ανταπαντήσει στην φανερά διφορούμενη απάντηση του Κώστα.

Νευρίασα άσχημα.

Ε, όχι ρε φίλε να αρχίσουν να αρχίσουν και να σχολιάζουν οι φίλοι μας την απαξίωση του ονόματός μου.

Δεν είπα τίποτα εκείνη τη στιγμή αλλά το είχα πια σκοπό με το πέρας της δεξίωσης να το συζητήσω το θέμα επιτέλους και για πρώτη φορά μαζί του, το πράγμα δεν πήγαινε άλλο.

Όλη την ημέρα με βομβάρδιζε με του κόσμου τα επίθετα ‘’πανέμορφή’’ μου, ‘’ομορφιά της ζωής μου’’ και άλλα ωραία, παλιά και καινούρια και ας μη γεμίσω τούτη τη σελίδα με αυτά.

Κάποια στιγμή, με την σαμπάνια να ρέει άφθονη, κτυπά με το ακριβό δακτυλίδι που φορούσε στο μικρό του δάκτυλο το κρυστάλλινο ποτήρι του και είπε: «Την προσοχή σας παρακαλώ.

Ευχαριστώ από καρδιάς που ήρθατε να μοιραστείτε τη χαρά της γιορτής της αγάπης μου μαζί μας. Πίνω στην υγειά της και την υγειά σας και σας ευχαριστώ».

Βρε τον πονηρό.

Βρε τον εξυπνάκια.

ΒΡΕ ΤΟΝ ΑΝΕΡΜΗΝΕΥΤΟ.

Βρε τον ανεκδιήγητο.

Βρε βρε, βρε και πάλι βρε.

Αφού ούτε τώρα αναφέρθηκε στο όνομά μου, δε θα το έκανε ΠΟΤΕ. Ήμουνα μια ανώνυμη πολύ αγαπημένη κατά τα άλλα. Τη λέξη ‘’χαρά’’ σαν ουσιαστικό δέησε να την προφέρει, την Χαρά σαν κύριο όνομα και μάλιστα την πιο μεγάλη ημέρα της γιορτής της, απαξιούσε να τη πει, σαν απαγορευμένη λέξη ένα πράμα. Αυτό πια καταντούσε αξιοπερίεργο.

Σε μια στιγμή καθώς χορεύαμε, καμιά δεκαριά ζευγάρια ήμασταν όλοι κι όλοι, μας πλησιάζει ο Κωστής φανερά ζαλισμένος από την σαμπάνια και πιθανόν και από εκδικητική αντρική μανία και λέει στο Μάνο:

«Ας μη μένουμε μόνο στα λόγια. Αφού χαίρεσαι να μοιράζεσαι τη Χαρά σου με τους φίλους σου, επίτρεψέ μου να μοιραστώ μαζί της και το χορό αυτό».

Ασφαλώς και θα κατάλαβε το καμάρι μου το υπονοούμενο, σε κάθε περίπτωση όμως ποιών την νήσσα, κοινώς την πάπια, βρέθηκα να χορεύω μ έναν ξετρελαμένο Κωστή και να φοβάμαι για τα χειρότερα.

«Χαρά αγάπη μου για πες μου σε παρακαλώ, το όνομά σου το πανέμορφο και λατρεμένο γιατί του δίνει στα νεύρα του Μάνου;»

Στον μεθυσμένο δεν πας μεν κόντρα αν θέλεις να μη γίνει επεισόδιο και χαλάσεις τη γιορτή, αλλά λες:

«Μα τι λόγια είναι αυτά βρε Κωστή; Πιπέρι στο στόμα θα σου βάλω. Και να δεις που με διαβεβαίωσαν ότι η σαμπάνια τούτη δεν ζαλίζει και δεν επιτρέπει να λέγονται παραλογισμοί. Τι είναι τούτο που πέρασε από το μυαλό σου;»

«Καλάααα. Δεν το σχολιάζω περαιτέρω αλλά πρόσεχε σε παρακαλώ».

Αυτό το ‘’πρόσεχε’’ του Κωστή, με έβαλε σε περισσότερες σκέψεις. Φως φανάρι, ότι οι πέριξ ημών, σχολίαζαν σχεδόν ανοικτά πια την περίεργη απαξίωση του ονόματός μου από το Μάνο, που υποτίθεται ήταν ένας σοβαρότατος δεσμός. Και μα σκέψη, σαν σουβλιά, διαπέρασε το μυαλό μου. Την έδιωξα αμέσως μετά βδελυγμίας, αλλά αυτή (η σκέψη) ερχόταν ξανά και ξανά και  τριβέλιζε το νου μου. Γνώριζα ότι την πρώην του την έλεγαν Ελένη. Άραγε πώς να την αποκαλούσε; Ένα όνομα με δεκάδες υποκοριστικά στην περίπτωση που δεν του άρεσε το κύριο.

Σκέφτηκα να πάω στα ίσα και να την ρωτήσω. Αλλά και πάλι πώς να πας και να ξύσεις την πληγή που πιθανόν της είχε ανοίξει ο χωρισμός της με το καμάρι μου! Πώς θα αντιδρούσα εγώ στη θέση της; Αναρωτήθηκα.

Η σκέψη πάντως σαν σκέψη και μόνο, μου έδειχνε έναν κάποιο δρόμο να λύσω το πρόβλημα που είχε προκύψει και που όσο παρέμενε άλυτο θα το ένιωθα σαν εφιάλτη, σαν βρόγχο, τις νύχτες που έπεφτα να κοιμηθώ και που θέλεις δε θέλεις μεγεθύνονται και γίνονται σημαντικά ακόμη και τα ασήμαντα. Κακός σύμβουλος το απόλυτο σκοτάδι στο κρεβάτι σου. Κάποιο καμπανάκι άρχισε να κτυπά επίμονα στο κρανίο μου μέσα και το ‘’πρόσεχε’’ του Κωστή, έπαιρνε διαστάσεις αντιστρόφως ανάλογες με την πραγματικότητα ίσως. Όπως και να ‘χε πάντως, το θέμα δεν σήκωνε περαιτέρω αναβολή. Απόψε θα ρωτούσα, θα ΤΟΝ ρωτούσα με παράπονο, τι έχει το ονοματάκι μου που δεν μου το είπε ούτε μία φορά εδώ και πέντε μήνες που αγαπιόμαστε.

Ακούγεται οξύμωρο να προβληματίζομαι με έναν άντρα που αν είχε θεσμοθετηθεί βραβείο ερωτικών γλυκόλογων θα ήταν από τους υποψήφιους διεκδικητές ο πρώτος νικητής μακράν. Οι περισσότερες γυναίκες παραπονούνται ότι ο σύντροφός τους δεν λέει εύκολα ‘’σ’ αγαπώ’’ και ο Μάνος που ήταν μάστορας του είδους τελούσε υπό αμφισβήτηση; Άβυσσος η ψυχή της γυναίκας το δίχως άλλο, θα έλεγε ο ΦΡΟΫΝΤ.

Ο ΦΡΟΫΝΤ όμως μπορεί να το έλεγε το ζήτημα όμως είναι ΤΙ δεν έλεγε ο ΜΑΝΟΣ ΚΑΙ ΜΗΝ ΞΕΦΕΥΓΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΜΑ. Να είχε λες κάποια βάση η δική μου υπόνοια και το ‘’πρόσεχε’’ του Κωστή;

Και δεν είπα τίποτα στον Μάνο εκείνο το βράδυ, μόνο άρχισα όντως να προσέχω. Ένα ανεπαίσθητο ράγισμα στο υπέροχο κρυστάλλινο ποτήρι του έρωτά μας είχε αχνοφανεί. Έκανα χίλιες δυο απαίσιες σκέψεις. Μα εκείνο που δεν πέρασε από το μυαλό μου ήταν και το πιο απλό, που το έμαθα συμπτωματικά και ευχαριστώ τη Μοίρα μου, που επιτέλους θέλησε να βοηθήσει…

Ήμασταν παρέα μεγάλη και γλεντούσαμε. Τραγούδι, χορός, αστεία, και ανέκδοτα.

Κάποιος, παρότρυνε τον Κωστή, να πει δυο τρία από τα πιπεράτα του και αυτός άλλο που δεν ήθελε άρχισε να λέει το πρώτο. Πεθάναμε στο γέλιο, αν και όπως λέγεται το γέλιο μακραίνει τη ζωή μας!!!…

Άκουγα ανόρεκτα, όταν την προσοχή μου τράβηξε ένα που έλεγε και που ήμουνα πιο πολύ από σίγουρη ότι το είχε φτιάξει και το έλεγε για μένα…

«…βρε τον πονηρό, τον ερωτύλο, αλλά και τσίφτη. Δεν προσφωνούσε ποτέ την εκάστοτε γκόμενα, και πολλές φορές τη διπλή και τριπλή συγχρόνως, με το όνομά τους για να μην τις μπερδεύει. Τουτέστιν το ‘’μωρό’’ του, η ‘’λατρεμένη’’ του, και πάει λέγοντας ήταν για γενική χρήση για να μην μπερδεύονται ονόματα και δημιουργούνται σκηνές ζηλοτυπίας και αφορμές έριδων. Εφάρμοζε τον κανόνα αυτόν ΓΕΝΙΚΩΣ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΚΑΜΙΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΚΑΙ…».

Δεν θέλησα ν’ ακούσω τη συνέχεια .Είχα καταλάβει  εγώ το βλίτο… Αυτό ήταν λοιπόν. Έριξα μια κλεφτή ματιά στον καλό μου που είχε γίνει κατάχλομος και ξερόβηχε αμήχανα.

Το καμπανάκι στο κεφάλι μου μέσα, είχε παραχωρήσει τη θέση του σε μια σειρήνα που ούρλιαζε εφιαλτικά. Ο κλέφτης είχε εντοπιστεί. ΤΟ ΑΝ ΣΥΛΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΝ, ΟΦΕΙΛΑ ΝΑ ΤΟ ΑΠΟΦΑΣΙΣΩ ΕΓΩ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ.

Γιατί ναι μεν το πρόβλημα είχε λυθεί αλλά παρά ταύτα εγώ ήθελα να πιστεύω ότι ήμουνα η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ανώνυμη στον κατάλογο τον ατέλειωτο των ανωνύμων ‘’αγαπημένων’’. Σκέφτηκα ότι θα ήταν κρίμα να θυσιάσω τα τόσο όμορφα ερωτόλογα, στο βωμό μιας πονηρής αντρικής ζουζουνιάς, μιας φαλλοκρατικής συνήθειας. Στο κάτω-κάτω, ο κάθε κανόνας έχει και τις εξαιρέσεις του και πλέον κάτι μέσα μου μού έλεγε, ότι ΕΓΩ, ΗΜΟΥΝ ΜΙΑ ΑΠΟ ΑΥΤΕΣ …

Βοήθειά μου!!!…

Ίσως σας αρέσει και

Αφήστε το σχόλιο σας

*

Ας γνωριστούμε

Με λένε Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα. Γεννήθηκα στην Αθήνα τον προηγούμενο αιώνα κι εκεί μεγάλωσα. Τα χρόνια μου μοιρασμένα μεταξύ Αθηνών και του πανέμορφου Θεσσαλικού ...

Αρχειοθήκη

Υποστηρικτές

exportsgr.com - Online B2B έκθεση Ελληνικών Προϊόντων

theradio.gr - Web Radio with non stop Rock Music